Legislator Case Law & Legislation
695/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment for inadmissible grounds and error of law.

Case Number 695/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Poly-First Instance Court of Kos's judgment. The appellant argued for direct violation of substantive law and insufficient reasoning, but the court ruled these grounds inadmissible. The court held that appeals against first-instance judgments cannot cite errors of fact or law, and only specific statutory grounds are permissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560, 561, 578 of the Code of Civil Procedure; Appeals against first-instance judgments are limited to specific statutory grounds and cannot challenge factual assessments or general errors of law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility first instance judgment error of law substantive law violation insufficient reasoning Code of Civil Procedure direct violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 695 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 695/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ταταράκη.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ... και ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Παραβάντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάτμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/1999 μη οριστική, 20/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 27-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1742/2006).

Περαιτέρω για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση με συνείδηση δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. Η παραβίαση εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 491/2005 Δνη 48,126, ΑΠ 72/1978 ΝΟΒ 26,1354).

Εξάλλου για να είναι πλήρης ο ισχυρισμός για το έθιμο πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενό του, δηλαδή να προτείνεται η με συνείδηση δικαίου πολυχρόνια συνεχής και ομοιόμορφη άσκηση αυτού, εφόσον το αγνοεί το δικαστήριο. Με τον πρώτο λόγο της η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω, που δίκασε την έφεσή της κατά της 20/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πάτμου, παραβίασε ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, επειδή το ανωτέρω δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το δικαστικό συμβιβασμό που επιτεύχθηκε κατ' ουσίαν μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου στο Ειρηνοδικείο Πάτμου στις 15-12-1994 και συνοδεύτηκε με σχετικό σχεδιάγραμμα και ο οποίος (συμβιβασμός) θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δικαστική, αλλιώς εξώδικη, ομολογία σχετικά με το εριζόμενο ζήτημα της κυριότητας του επίδικου ακινήτου.

Επίσης με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί αυτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, να αναγνωρίσει την κυριότητά του στο επίδικο τμήμα ακινήτου και στη συνέχεια ν' απορρίψει την έφεσή της, παραβίασε το τοπικό έθιμο της Πάτμου, κατά το οποίο το κενό που μεσολαβεί μεταξύ δύο όμορων ακινήτων χρησιμοποιείται για το πέρασμα από τις διπλανές οικοδομές και το ανέβασμα στα δώματα των ακινήτων, για την απορροή των ομβρίων υδάτων και το φωτισμό των ακινήτων ("ΣΚΑΡΠΑ").

Όμως, εφόσον στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρεται καθόλου ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (1ος λόγος), ενώ δεν εκτίθεται και το έθιμο κατά τρόπο πλήρη, όπως και ο τρόπος που αυτό έχει καθιερωθεί τοπικά (2ος λόγος) και ακόμη σε τι συνίσταται η παραβίασή τους, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τι δέχθηκε αυτή και με ποιο τρόπο παραβιάστηκαν οι ανωτέρω κανόνες δικαίου, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αόριστοι και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 560 Κ.πολ.Δ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεσης μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης ορίζονται στο παραπάνω άρθρο περιοριστικά και, συνεπώς, δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των παραπάνω αποφάσεων αν αυτές στερούνται νόμιμης βάσης και ιδιαίτερα αν στερούνται παντελώς αιτιολογιών, ή έχουν αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 45/1987).

Εξάλλου δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των παραπάνω αποφάσεων ούτε από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Αν προβληθούν τέτοιοι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 600/2007).

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (αντιφατικές αιτιολογίες) και ο τέταρτος λόγος με τον οποίο πλήττεται αυτή ότι δεν έλαβε υπόψη του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω τα σ' αυτόν αναφερόμενα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας τους λόγους της έφεσής της, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση γενικά την πλημμέλεια ότι τους απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες και ειδικότερα σε σχέση με τους επί μέρους λόγους της, α) ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εκτίμησε το προσαχθέν αποδεικτικό υλικό (1ος λόγος), ότι κακώς απέρριψε τον ισχυρισμό της για το δικαστικό συμβιβασμό (2ος) και ότι κακώς αυτή δέχθηκε κατ' ουσίαν την ύπαρξη εκκρεμοδικίας, β) ότι δεν έλαβε υπόψη τα προταθέντα και προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις) (4ος) και ακόμη ότι κακώς έλαβε υπόψη της την έκθεση πραγματογνωμοσύνης (5ος β τμήμα), και γ) ότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες νόμιμους ισχυρισμούς της (5ος α τμήμα).

Κατ' αρχήν ο πέμπτος λόγος αναφορικά με την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναφορικά μεν με τους υπό στοιχείο α πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς της είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή αφορά εκτίμηση των αποδείξεων που έγινε από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ), αναφορικά δε με τους υπό στοιχεία β και γ ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού αποτελούν λόγους από τους αρ. 11 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, οι οποίοι είναι απαράδεκτοι όταν στρέφονται κατ' αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2005 αίτηση της Χ για αναίρεση της 89/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ