Legislator Case Law & Legislation
693/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding Ottoman land law application and procedural errors in property dispute.

Case Number 693/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a property dispute involving Ottoman land categories. The State argued the lower court ignored submitted documents and granted more land area than requested, but the court found these claims baseless. The court determined the lower court had considered all evidence and the minor discrepancy in land area was merely a descriptive error in the registry, not a procedural violation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9) and 1-3 of the Ottoman Law of 7 Ramadan 1274; The appeal regarding the lower court's failure to consider evidence or granting more than requested is inadmissible if the court actually considered all evidence and the discrepancy is merely a descriptive error in the registry.

Keywords

AI generated
Ottoman land law property dispute appeal admissibility procedural error land registry description evidence consideration state liability

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1
ΚΠολΔικ 577 παρ. 1
Συνεπώς, είναι παραδεκτή [ΚΠολΔικ 577 παρ. 1] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [ΚΠολΔικ 577 παρ.
ΚΠολΔικ 577 παρ. 3
1] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [ΚΠολΔικ 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ].
Οθωμανικός νόμος της 7 Ραμαζάν 1274
άρθρο 559 αριθμός 9 περ. α' και β' ΚΠολΔικ
ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2
ν.3693/1957
2 και 22 ν.3693/1957].

Cited Case Law

AI generated
5279/2013
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5279/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 941/2015 του Εφετείου Αθηνών.
941/2015
Supreme Court remands case to lower court to decide on unjust enrichment claim after dismissing main contract claim.
ΟλΑΠ 25/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 693 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 693/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο-εισηγητή και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Κ. του Ι. και 2.Σ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Δανιηλίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5279/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 941/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 941/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.

1 ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή [ΚΠολΔικ 577 παρ. 1] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [ΚΠολΔικ 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ]. Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες:

α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες, που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" .

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.

Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρέτηση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικά σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους), βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (Α.Ε.Δ 27/1997).

Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε ρύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολειβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες αυτών.

Δεν ασκεί, εξάλλου, επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Τέλος, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ.

χρόνο, διατάξεις των ν.8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 πανδ., ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ.

διατάξεις των ν. 18, 24 παρ.1 πανδ. (43.3), παρ.9 Εισ, (2. 9), ν.2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.

Καλή πίστη,όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.

παρ.1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της ...", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ.

ΑΠ. 75/1987), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας . Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη , ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσποζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" .

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Παράλληλα από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του Α.Κ. συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος.

Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ολΑΠ 9/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

«Δυνάμει του υπ’ αριθ. ...12.4.1984 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Στρατηγούλας Κασκαβέλη Παχλιβανίδη, το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί (βλ. το ...6-4-2006 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου), όπως αυτό διορθώθηκε με την .../14.7.1987 πράξη διορθώσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γασπαρινάτου-Τζουγανάτου, η οποία επίσης νομίμως μεταγράφηκε (βλ.

το ...6-4-2006. πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου), ο Ι. Ε. Κ., πατέρας των εναγόντων, παραχώρησε στους τελευταίους, λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα παρακρατώντας την επικαρπία ενός οικοπέδου εκτάσεως - κατά την υπ’ αριθ. ...2011

έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την υπ’ αριθ. …2013 συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης - 2.961,06 τ.μ, το οποίο αποτυπώνεται στο συνοδεύον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης από Μαρτίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα, εξαρτημένο από το Ελληνικό Γεωδαϊτικό Σύστημα Αναφοράς 1987 (Σύστημα συντεταγμένων του Εθνικού Κτηματολογίου), με τα στοιχεία ...., κατά ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου στον καθένα το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως του Δήμου ... (ΠΔ 19.2.1960, ΦΕΚ 26Δ/5.3.1960), μέσα σε χώρο που χαρακτηρίζεται ως κοινόχρηστος χώρος (πρασίνου), στην διασταύρωση των οδών ... , στη θέση «...»ή «...» και έχει καταχωριστεί με τον Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ...

ως γεωτεμάχιο εμβαδού 3.054 τετραγωνικών μέτρων . Επί του ως άνω τμήματος του επιδίκου οικοπέδου, εμβαδού 1.657,68τ.μ, υπό τα στοιχεία ..., υπάρχουν (I) διώροφη οικία, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο, εμβαδού 128 τ.μ, με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του όλου επιδίκου οικοπέδου 440 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 146,82 τμ, με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του όλου επιδίκου οικοπέδου 500 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, καθώς και (II) βοηθητικά κτίσματα, τα οποία αποτελούν αυτοτελή ενιαία λειτουργική μονάδα, συνολικού εμβαδού 39,84 τμ, με αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας επί του όλου επιδίκου οικοπέδου 60 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου, αποτελούμενη (η ενιαία μονάδα) από αποθήκη - γκαράζ και από χώλλ και καθιστικό με ανεξάρτητη είσοδο.

Δυνάμει των προαναφερομένων συμβολαίων περιήλθε κατά την ψιλή κυριότητα α) στον πρώτο των εναγόντων Ε. Κ. το ισόγειο της κύριας οικοδομής και το βοηθητικό κτίσμα και β) στον δεύτερο των εναγόντων Σ. Κ. ο πρώτος υπέρ το ισόγειο όροφο της κύριας οικοδομής, με τα αντίστοιχα ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Οι ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, έχουν ανεγερθεί δυνάμει της υπ’ αριθ. ...4.2.1947 άδειας ανοικοδομήσεως του Γραφείου Σχεδίου Πόλεων Αττικής και Βοιωτίας, έχει δε καταρτισθεί επί του όλου επιδίκου οικοπέδου από το δικαιοπάροχο πατέρα των εναγόντων, Ι.

Κ. του Ε., με την υπ’ αριθ. ...12.4.1984 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Στρατηγούλας Κασκαβέλη - Πεχλιβανίδη, νομίμως μεταγραμμένη (βλ.το ...6.4.2006 πιστοποιητικό μεταγραφή (^του Υποθυκοφυλακείου …), όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ..../14.7.1987 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γασπαρινάτου - Τζουγανάτου, νομίμως μεταγεγραμμένη (βλ.

το ...6.4.2006 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθυκοφυλακείου …, στην πρώτη από τις οποίες ρητά αναγράφεται ότι τα κτίσματα κατά το χρόνο κατάρτισης της εν λόγιο πράξεως (...12.4.1984) είχαν ήδη ανεγερθεί. Περαιτέρω, μετά το θάνατο του πατέρα των εναγόντων στις 17.8.1991 συνενώθηκε αυτοδικαίως η ψιλή κυριότητα με την επικαρπία, στις 17.8.1991, ενόψει και της πράξης δήλωσης περί μη αποδοχής πρότασης δωρεάς της Ε.

χήρας Ι. Κ. το γένος Η. Χ., με την οποία δηλώνει ότι δεν αποδέχθηκε ούτε αποδέχεται την πρόταση δωρεάς του συζύγου της, (Ι. Κ.) στο προαναφερόμενο συμβόλαιο ...12.4.1984 περί συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Στρατηγούλας Κασκαβέλη-Πεχλιβανίδη, του δικαιώματος της επικαρπίας των προαναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Στο δικαιοπάροχο των εναγόντων περιήλθε το παραπάνω οικόπεδο τμηματικώς ως εξής: Α) Με αγορά από την Ε. συζ. Η. Χ. το γένος Α. Γ. (μητέρα της συζύγου του), δυνάμει του .../1942 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Παιδάκη το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί (βλ. το .../1/24-7-2002 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), έκταση 2.856 τ.μ ή 5076 πήχεων τετραγωνικών τεκτονικών και Β) με αγορά από τους Π.

Γ. Κ., Γ. Π. Κ., και Ε. Π. Κ., δυνάμει του .../1942 συμβολαίου του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί (βλ. το .../2/24-7-2002 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών) έκταση 1125 τ.μ. ή 2225,73 πήχεων τετραγωνικών τεκτονικών Α1) στην Ε. Χ., η προαναφερθείσα έκταση, είχε περιέλθει εξ αγοράς απ τον πατέρα της Α.

Σ. Γ., δυνάμει του .../3-2-1923 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοφάνους Μητζοπούλου, το οποίο νομίμως είχε μεταγραφεί (βλ. το .../4/24-7- 2002 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών), στο οποίο αναφέρεται ότι της μεταβιβάζει "το προς μεσημβρία μέρος οσησδήποτε έκτασης και αν είναι", προσδιορίζοντάς την ως εξής "....

συνορευόμενο ανατολικός με ρεύμα εφ’ ού έχει πρόσωπο τριάντα εννέα, δυτικώς με οδό επί πλευράς μέτρων τεσσαράκοντα ενός, αρκτικός με υπόλοιπο κτήμα του πωλητή Α. Γ. και μεσημβρινός με κτήμα ...". Στον δε Α. Σ. Γ. περιήλθε από αγορά μείζονος ακινήτου πέντε στρεμμάτων από τον Π. Κ. Κ., ο οποίος ενεργούσε για το εαυτό του και δυνάμει του .../22-3-1914 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Συνοδινού, για τους Α.

χήρα Π. Κ., Ν. Π. Κ., Δ. Π. Κ., Σ. Π. Κ., Ε. Γ., Ε. χήρα Δ. Δ., Αικατ. συζ. Α. Κ. Γ., δυνάμει του .../1914 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηρακλέους Καρκούλια το οποίο νομίμως είχε μεταγραφεί (βλ. το .../5/24-7-2002 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών). Στους ανωτέρω δε πωλητές περιήλθε εκ κληρονομιάς όπως δηλώνεται στο ως άνω συμβόλαιο από τον Π.

Κ. σύζυγο της Α. Π. Κ. και παππού των λοιπών, ο οποίος απεβίωσε προ τριάντα και πλέον ετών, από της καταρτίσεως του πιο πάνω συμβολαίου. Στον τελευταίο δε Π. Κ. περιήλθε εξ αγοράς α) από τον ιερέα Γ. Ι. , κατά ένα και ήμισυ στρέμμα , δυνάμει του .../3-10-1848 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πιτάρη και β) από την Φ.

συζ. Μ. Μ. κατά 1 στρέμμα δυνάμει του .../30-9-1843 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πιτάρη. Β1) Στους δε Π. Γ. Κ., Γ. Π. Κ., και Ε. Π. Κ., το προαναφερόμενο ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς της κατά την 29- 12-1936 αποβιωσάσης συζύγου του πρώτου και μητρός των λοιπών Α. Κ. το γένος Α. Γ. (αδελφής της πιο πάνω πωλήτριας Ε.

Χ.), στην οποία περιήλθε, κατά 1125 τ.μ, διά συστάσεως προικός υπέρ του συζύγου της διατετιμημένης από τον πατέρα της Α. Σ. Γ., δυνάμει του .../1928 συμβολαίου του Δ. Δ. νομίμως μεταγεγραμμένου (βλ. το .../3/24-7-2002 πιστοποιητικό μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών). Στον Α. Γ. καθώς και στους δικαιοπαρόχους του περιήλθε δυνάμει των αμέσως παραπάνω αναφερομένων συμβολαίων.................

Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι σε όλα τα συμβόλαια που προαναφέρονται, ως θέση του μεταβιβαζόμενου με αυτά ακινήτου αναφέρεται «...» ή «...», προφανώς από το ρεύμα του … το οποίο διέρχεται νοτίως αυτού και παρακείμενο εξωκλήσι του Αγίου ..., το οποίο στο χάρτη ΓΥΣ του έτους 1931 αναγράφεται ως "ερείπια Αγίου ...".

Στα αρχικά συμβόλαια .../30-9-1843 και 1.../1848 το ακίνητο χαρακτηρίζεται ως προς το ένα στρέμμα του ως περιβόλι με οπωροφόρα δέντρα και κλίματα και ως προς το 1,5 στρέμματα ως αγρός περιεκτικού ήμερων και άγριων δέντρων. Στα επόμενα συμβόλαια (ετών 1914, 1923, 1928, 1942) χαρακτηρίζεται ως κτήμα με πεύκα, καλαμιές και οπωροφόρα δέντρα και τέλος στα συμβόλαια 1984 και 1987 ως οικόπεδο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της ....

Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθεί ότι το ακίνητο που περιγράφεται στο .../1848 συμβόλαιο είναι προσανατολισμένο εσφαλμένα κατά 90 μοίρες, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ο σωστός προσανατολισμός του, επέρχεται με την στροφή των ορίων κατά 90 μοίρες αντιστρόφως της φοράς των δεικτών του ρολογιού, ο χάνδακας δηλαδή το ρέμα βρίσκεται στο ανατολικό όριο του ακινήτου, ο Κ.

βόρεια, δυτικά ο Λ. και νότια κτήμα .... Μεταξύ 1923 και 1942 στο όριο που αναφέρεται ως κτήμα ... ή ..., διανοίχθηκε η οδός .... Στα συμβόλαια .../1942 και .../1942, ο προσανατολισμός είναι επίσης, εσφαλμένος κατά 90 μοίρες και ειδικότερα ο νότος αναγράφεται ως ανατολή, ο βορράς ως δύση, η ανατολή ως βορράς και η Δύση ως νότος.

Η διόρθωση αυτού φαίνεται στο τελευταίο συμβόλαιο. Δεν πρόκειται όμως για άλλο ακίνητο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενόψει του ότι οι διαφορές στον προσανατολισμό στα παραπάνω συμβόλαια δικαιολογούνται από την θέση του ρέματος στο νοτιοανατολικό όριο του ακινήτου και γι’ αυτό αναφέρεται είτε στο ανατολικό είτε στο νότιο τμήμα αυτού, όπως πιστοποιείται στην προαναφερομένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την από 31-3-2006 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Α.

Σ.. Άλλωστε, η συνολική αρχική έκταση των 2,5 στρεμμάτων σύμφωνα με τους τίτλους των ετών 1843 και 1848 συμπίπτει με την επιφάνεια του ακινήτου όπως έχει διαμορφιυθεί σήμερα των 2.961,06 τ.μ. σε σχέση και με την ατέλεια των μετρικών μεθόδων της εποχής. Περαιτέρω δε, το επίδικο περιλαμβάνεται στους παραπάνω αναφερομένους τίτλους κτήσεως, με αποτέλεσμα να ταυτίζεται το ακίνητο των αρχικών τίτλων με αυτό που απέκτησαν οι ενάγοντες, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν, τόσο η πραγματογνωμοσύνη, όσο και η τεχνική έκθεση.

Υπέρ της κρίσεως αυτής συνηγορεί το γεγονός ότι σε κάθε νεώτερο συμβόλαιο, αναφέρεται ο προηγούμενος τίτλος κτήσεως των πωλητών, καθώς και ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων αγόρασε δύο όμορα ακίνητα τα οποία συνένωσε και οι κληρονόμοι αυτού τα μεταβίβασαν στον Α. Γ., ο οποίος το νεμήθηκε σύμφωνα με όσα προαναφέρθησαν ως ενιαίο ακίνητο, εν συνεχεία δε το διένειμε σε δύο τμήματα τα οποία μεταβίβασε στις δύο θυγατέρες του και τα οποία επανένιοσε σε ενιαίο πάλι ακίνητο ο Ι.

Κ., σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αγοραπωλησίες. Από τα παραπάνω επίσης αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στο εν λόγω ακίνητο ευρίσκοντο από του έτους 1843 και 1848 οπωροφόρα δέντρα, άμπελος, πεύκα και άλλα δέντρα ήμερα και άγρια. Στην πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη από τους διορισθέντες από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονες διαπιστώνεται ότι στο χάρτη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του έτους 1878, υπάρχει συμβολισμός «αμπελώνες μετά οπωροφόρων δέντρων» στο ακίνητο και στην ευρύτερη περιοχή.

Τα χαρακτηριστικά αυτά, βρίσκονται σε συμφωνία με το είδος του ακινήτου που αναφέρονται στα αρχικά συμβόλαια κτήσεως, .../1843 και .../1848. Στο τοπογραφικό χάρτη ΓΥΣ έτους 1931, το κεντρικό τμήμα του ακινήτου διατρέχεται σε μικρό πλάτος, γραμμικά από βλάστηση που αντιστοιχεί στο συμβολισμό "κάλαμοι και βρύα (βούρλα)".

Εντός του ακινήτου δεν διαπιστώνονται συμβολισμοί "Λόγχαι (Δάσος και πυκνά χαμόδεντρα εκ κομάρων, πρίνων, σχοίνων, βαλάνων, λύγων)", "Δάσος κοινών δέντρων διαβατόν, αδιάβατον" και "Δάσος βελονοειδών δέντρων διαβατόν, αδιάβατον". Ως προ της ερμηνεία των αεροφωτογραφιών αναφέρονται τα ακόλουθα 1) για τις υπ’ αρ. ...

της 1/10/1929. Λόγω της κακής ποιότητας λήψης της υπ’ ... στο τμήμα που βρίσκεται το επίδικο δεν είναι δυνατή η στερεσκοπική παρατήρηση. Από την απλή παρατήρηση της υπ’ ... αεροφωτογραφίας προκύπτει ότι στο βόρειο τμήμα του ακινήτου υπάρχει βλάστηση, ενδεχομένως δασικού χαρακτήρα. Δεν έχει διανοιγεί η οδός ....

Έχει διανοιχθεί οδός στο Δυτικό τμήμα (σήμερα οδός ...), η οποία αναγράφεται ως όριο της ιδιοκτησίας στον τίτλο του έτους 1914. 2) Ζεύγος Αεροφωτογραφιών υπ’ αρ. ... της 29/7/1937. Από την στερεοσκοπική παρατήρηση προκύπτει ότι υπάρχει δασική βλάστηση στο Βόρειο Τμήμα του ακινήτου. Στο κεντρικό και το νότιο τμήμα υπάρχουν διάσπαρτα δένδρα λιγότερα των δέκα.

Έχουν διανοιγεί οι οδοί ... και .... 3) Ζεύγος Αεροφωτογραφιών υπ αρ. ... του έτους 1945. Από την στερεοσκοπική παρατήρηση προκύπτει ότι υπάρχει δασική βλάστηση στο Βόρειο Τμήμα του ακινήτου, Στο κεντρικό και το νότιο τμήμα υπάρχουν διάσπαρτα τέσσερα δένδρα. 4) Ζεύγος Αεροφωτογραφιών υπ’ αρ. ... της 23-11-1953. Στο Βόρειο τμήμα του ακίνητου έχει κατασκευαστεί κατοικία σύμφωνα με την υπ’ αρ. ...1947 Άδεια Οικοδομής.

Στο βόρειο και το Βορειοδυτικό τμήμα, όπου δεν έχει καταληφθεί από το κτίσμα, υπάρχει περιορισμένη δασική βλάστηση. Στο κεντρικό και το νότιο τμήμα του ακινήτου υπάρχουν δέκα περίπου οπωροφόρα δένδρα. Τα επί του ακινήτου επικείμενα (κτίσματα, δυτικά παρτέρια, νότια υδατοδεξαμενή κ.λ.π.), εμφανίζονται με την μορφή που έχουν και σήμερα.

Στο ανατολικό τμήμα του επιδίκου ακινήτου δεν έχουν ακόμα διαμορφωθεί οι αναβαθμοί που υπάρχουν σήμερα. 5) Ζεύγος Αεροφωτογραφιών υπ’ αρ. ... του έτους 1960. Δεν έχει διαφοροποιηθεί η κατάσταση του έτους 1953. Και 6) Ζεύγος Αεροφωτογραφιών υπ’ αριθ. ... της 6-6-1970 Δεν έχει μεταβληθεί η κατάσταση των κτισμάτων σε σχέση με τις παρατηρήσεις του έτους 1953.

Στο Βορειοανατολικό τμήμα του ακινήτου, έχουν δημιουργηθεί αναβαθμοί για την καλλιέργεια κηπευτικών και οπωροφόρων δέντρων ενώ στο νότιο τμήμα του ακινήτου διακρίνονται καλλιέργειες κηπευτικών και οπωροφόρων δέντρων. Εξάλλου, σύμφωνα με την από 31-3-2006 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ. και την από 22-3-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιδίου (ως τεχνικού συμβούλου) η επίδικη έκταση δεν τυγχάνει δασική, διότι από του έτους 1843 μέχρι 1947 είχε το χαρακτήρα της αγροτικής καλλιεργούμενης εκτάσεως και από του έτους 1947 τον άνω χαρακτήρα και εν μέρει οικοπέδου.

Από τα παραπάνω χρονικά σημεία 1843 και 1848 κατά τα οποία το ακίνητο μεταβιβάστηκε δια των προαναφερομένων μεταβιβάσεων στον Π. Κ., ο οποίος το επέβλεπε ως ενιαίο κτήμα και το επεσκέπτετο συχνά, καλλιεργούσε τα δέντρα που επιδέχοντο καλλιέργεια και τους αμπελώνες, εξουσιάζοντας συνεχώς το ακίνητο από του έτους 1843 και 1848 ως ενιαίο , ως κύριος με άδολη και ειλικρινή την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα άλλου, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στο χαρακτήρα και την μορφολογία του εδάφους του μέχρι του έτους 1884 που απεβίωσε και εν συνεχεία οι κληρονόμοι αυτού σύζυγος και εγγόνια του συνέχισαν να επιβλέπουν, επισκέπτονται και να καλλιεργούν αυτό, όπως και .ο προκάτοχος τους νεμόμενοι αυτό καλοπίστως με την θέληση να το εξουσιάζουν ως συγκύριοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας άλλου μέχρι του έτους 1914, που το μεταβίβασαν στον Α.

Γ. , ο οποίος συνέχιζε καλοπίστως να το εξουσιάζει όπως και ο προκάτοχός του, ασκώντας ως κύριος με άδολη και ειλικρινή την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα άλλου μέχρι τις 11-9-1915 άλλα και πέραν του χρονικού αυτού σημείου με διάνοια κυρίου ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία του , διακατοχικές πράξεις, επισκεπτόμενος, επιβλέποντας και καλλιεργώντας μέχρι το έτος 1923 το προς μεσημβρία τμήμα και μέχρι το 1928 το υπόλοιπο, που το μεταβίβασε δια πωλήσεως και προικός αντίστοιχα στις δύο θυγατέρες του Ε.

Γ. και Κ. συζ. Π. Κ., οι οποίες, η μεν πρώτη μέχρι του έτους 1942 , η δε δεύτερη μέχρι του θανάτου της , 29-10-1936 και μετά από αυτό το χρονικό σημείο οι κληρονόμοι της μέχρι του έτους 1942 με διάνοια κυρίου , συνεχίζοντας να ασκούν καλοπίστως τις διακατοχικές πράξεις που ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοί τους , μέχρι της πωλήσεως αυτών το έτος 1942 στον Ι.

Κ.. Ο τελευταίος συνέχισε να ασκεί από του έτους 1942 τις προαναφερόμενες διανοία κυρίου διακατοχικές πράξεις χωρίς ποτέ το εναγόμενο να προβεί σε καμία αμφισβήτηση ή ενόχληση. Το έτος 1947 εξέδωσε άδεια στο όνομά του ανεγέρσεως οικοδομής στο παραπάνω ακίνητο στην οποία αναφέρονται τα συμβόλαια δυνάμει των οποίων περιήλθε σ’ αυτόν το ακίνητο.

Μετά την έκδοση της ανωτέρω άδειας ανήγειρε την οικοδομή που έχει περιγράφει παραπάνω, στην οποία κατοικούσε με την οικογένειά του και το έτος 1984 προέβη στη σύσταση πράξεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και στην γονική παροχή προς τους ενάγοντες της ψιλής κυριότητας, η οποία συνενώθηκε αυτοδικαίως με την επικαρπία μετά τον θάνατο το έτος 1991 του επικαρπωτή.

Έκτοτε, οι ενάγοντες διαμένουν στο ως άνω ακίνητο, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή αμφισβήτηση από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Κατά την διαδικασία κτηματογράφησης του Δήμου …, οι ενάγοντες υπέβαλαν σχετική δήλωση περί συγκυριότητας του ως άνω ακινήτου, στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο. Κατά την πρώτη ανάρτηση των πινάκων του Εθνικού Κτηματολογίου, ο δεύτερος των εναγόντων υπέβαλε την από 23- 4-1999 ένσταση προς το ΟΚΧΕ περί διορθώσεως του εμβαδού του επιδίκου ακινήτου από 2.003 τ.μ.

σε 3.052, η οποία διορθώθηκε σε 3058 τ.μ., από την Α’ βάθμια επιτροπή ενστάσεων. Εν συνεχεία στους προσωρινούς πίνακες και τα διαγράμματα ΕΓ Ανάρτησης το εμβαδόν του επιδίκου αναγράφεται 2039 τ.μ. δεκτής γενομένης της ενστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τμήμα του όλου οικοπέδου ως δασικού. Ο δεύτερος των εναγόντων προέβη σε ένσταση, κατά της Β αναρτήσεως η οποία απορρίφθηκε, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο υπέβαλε ένσταση για όλο το ακίνητο.

Με την ...25.5.2.005 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (ΟΚΧΕ-ΦΕΚ 747/Β2-6-2005), διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Βιβλίου … και ορίστηκε ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 2.6.2005.

Στα πιο πάνω κτηματολογικά βιβλία το επίδικο ακίνητο έχει καταχωριστεί με τον Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ... ως γεωτεμάχιο εμβαδού 3.054 τετραγωνικών μέτρων και φέρεται σε αυτά ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Το τελευταίο ισχυρίζεται ότι το επίδικο εντοπίζεται εντός της ευρύτερης δασικής περιοχής συνολικού εμβαδού 4.183,50 τ.μ., η οποία εμφανίζεται κατόπιν φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών ετών 1937-1939 ως δασική και εντός του ...

Δασικού πολυγώνου συνολικού εμβαδού 195.111 τ.μ, σύμφωνα με τα ...8-3-2002 δήλωση Πίνακα Δημοσίων Δασικών εκτάσεων του ..., το οποίο χαρακτηρίζεται ως έκταση με ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και φέρει δασική βλάστηση έως και σήμερα. Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο τον παραπάνω ισχυρισμό προέβαλε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρισμό που επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία υποδεικνύεται ότι, από του έτους 1843 και 1848, το επίδικο ακίνητο φέρει αγροτικό χαρακτήρα, με καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων και αμπελώνα, με στοιχεία δασικά στο βόρειο αυτού τμήμα, χωρίς να είναι δυνατός ο καθορισμός της πυκνότητας της δασικής βλάστησης και της επιφάνειας που καλύπτει η βλάστηση αυτή.

Επομένως, δεν προκύπτει ότι η βλάστηση αυτή και η ανάπτυξη της ήταν τέτοια ώστε να προσδίδει στο επίδικο την ταυτότητα του δασικού και κατ’ επέκταση του χαρακτηρισμού αυτού ως δάσους ή δασικής έκτασης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ.

ΙΙ μείζονα σκέψη. Ακόμη, ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ότι πρόκειται για δάσος από της συστάσεως του ελληνικού κράτους δεν ανατρέπει αφ’ εαυτού την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας (εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών) . Αποδείχθηκε, περαιτέρω ότι ο απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με χρησικτησία (έκτακτη κατά το προγενέστερο δίκαιο) και κατά την 11-9- 1915, αυτό ανήκε στην κυριότητα του Α.

Σ. Γ., ως νεμόμενος τόσο αυτός όσο και οι δικαιοπάροχοι του συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα τρίτων, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας. Με τα δεδομένα αυτά το γεγονός ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν τήρησαν της προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του β.δ/τος της 17/29-11-1836’ διαδικασία υποβολής των νομίμων τίτλων ιδιοκτησίας τους, στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση εντός της οριζόμενης ετήσιας προθεσμίας, από την δημοσίευση του (ΦΕΚ 69/1-12-1836), δεν έχει έννομη επιρροή στην προκειμένη περίπτωση αφού μετά την παράλειψη αυτή που έχει ως συνέπεια (και αν ακόμη χαρακτηριζόταν ως δασικό το επίδικο), να θεωρείται αδιαφιλονίκητα εθνικό παρέμεινε στην κατοχή των προαναφερομένων απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων οι οποίοι εξακολουθούσαν να νέμονται αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την 1-9-1915.

Κατά συνέπεια στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή για το επίδικο οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων και πάντως μετά την 11-9-1915 δασικών κωδίκων (σύμφωνα με τις οποίες το δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια γενικά δάση, έστω και αν δεν έχει ενεργήσει πράξεις νομής και ότι δεν μπορεί να ασκηθεί νομή με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη).

Στην συνέχεια δε και οι λοιποί δικαιοπάροχοι των εναγόντων και μετά το 1915 ασκούσαν συνεχώς νομή με την πεποίθηση ότι ήταν κύριοι αυτού, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί όπως προειπώθηκε η κυριότητά τους από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο καμία διακατοχική πράξη είχε ασκήσει αλλά αντιθέτως η αρμόδια Πολεοδομία το έτος 1947 χορήγησε άδεια οικοδομής για την ανέγερση του υπάρχοντος σήμερα κτίσματος το οποίο περιγράφεται παραπάνω.

Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι περιήλθε στην κυριότητά του, ως δασικό δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Επίσης ο ισχυρισμός ότι κατέλαβε και δήμευσε το επίδικο κατά την διάρκεια του αγώνα της .Ανεξαρτησίας ως ανήκον στο Τουρκικό Δημόσιο δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2,4/16.6, 19.6/1.7.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου εκτός του ότι δεν είναι νόμιμος διότι η Αττική δεν καταλήφθηκε από το Ελληνικό κράτος διά των όπλων αλλά παραχωρήθηκε με συνθήκη και με το όρο του σεβασμού των αστικών δικαιωμάτων των ιδιωτών, σύμφωνα με όσα στην 11 μείζονα σκέψη αναφέρονται, δεν αποκλείεται η περιέλευση του επιδίκου στους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώθηκε μεταξύ των ετών 1843 και 1848 και 1915 και επομένως σύμφωνα με όσα παραπάνω αποδείχθηκαν καταλύεται και ο ισχυρισμός ότι κατά την σύσταση του Ελληνικού Κράτους δεν δεσποζόταν από οποιοδήποτε ιδιώτη.

Ο ισχυρισμός περαιτέρω ότι το επίδικο υπήρξε ανέκαθεν βοσκότοπος ή λειβάδι κατά το άρθρο 1 του β.δ/τος της 3/15.11.1833, επί του οποίου εξ αυτού του λόγου το εναγόμενο έχει τεκμήριο κυριότητας, τυγχάνει απορριπτέος διότι σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται ακόμη και αν ήθελε χαρακτηριστεί η επίδικη έκταση ως χορτολειβαδική και πάλι δεν αποκλείεται η κτήση κυριότητας επ’ αυτής κατά τον προαναφερόμενο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία μέχρι την 11-9-1915.

Επίσης ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταλήψεως αυτού ως αδέσποτου, από της συστάσεως του ελληνικού κράτους δεν αποκλείει την μεταγενέστερη κτήση αυτού από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, σύμφωνα με τα παραπάνω. Τέλος, δε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το επίδικο περιήλθε σ’ αυτό δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας καθόσον νεμόταν και εξακολουθεί να νέμεται αυτό από την Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι σήμερα, με καλή τη πίστη νόμιμο τίτλο και αδιαλείπτως δεν υποδεικνύεται βάσιμος κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω ότι αποδείχθηκαν.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο διαφυλάσσετο από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου και ότι εκδόθηκε πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής κατά των εναγόντων ή των δικαιοπαρόχων αυτών, ή ότι κηρύχθηκε αναδασωτέο, όπως εντελώς αορίστως ισχυρίζεται το εναγόμενο, Εξάλλου, το γεγονός ότι το επίδικο βρίσκεται μέσα σε χώρο που έχει χαρακτηριστεί ως χώρος πρασίνου, με το Π.Δ/μα 19-2-1960 (ΦΕΚ26Δ/5-3-1960), ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αυτού, σύμφωνα με όσα στην υπό στοιχ.

III μείζονα σκέψη αναφέρονται, αφού δεν έχει συντελεστεί η απαλλοτρίαιση του επιδίκου το οποίο, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται ότι αποδείχθηκαν, πρόκειται περί ιδιωτικής ιδιοκτησίας των εναγόντων οι οποίοι τόσο αυτοί όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους, ποτέ δεν εξέφρασαν τη βούληση να αφεθεί αυτό σε κοινή χρήση, ούτε αφέθηκε από αυτούς με σκοπό να καταστεί κοινόχρηστο.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι το επίδικο εμπίπτει εξ ολοκλήρου στην Ζώνη Α Προστασίας του τοπίου και της φυσικήςομορφιάς της ευρύτερης περιοχής του ρέματος … με τους οικοδομικούς και λοιπούς περιορισμούς, που προβλέπονται στο Προεδρικό Διάταγμα της 9-8-2015 (ΦΕΚ 659Δ/95) , παρατίθεται παραπάνω, δεν έχει να κάνει με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων που εμπίπτουν στη ζώνη αυτή παρά μόνο με το πολεοδομικό καθεστώς......».

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες απόκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου εμβαδού 2.961,06 τ.μ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον τόσο αυτοί, όσο και οι επικαλούμενοι απ’ αυτούς δικαιοπάροχοί τους νέμονταν συνεχώς με διάνοια κυρίων και καλή πίστη (υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ.) τούτο, το οποίο έχει αγροτικό χαρακτήρα, από τα έτη 1843 και 1848 μέχρι τις 2-6-2005 , χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στο Δήμο …, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι και δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας άλλου μέχρι τις 23-2-1946 και έκτοτε ανεξάρτητα από την ύπαρξη καλής πίστης, χωρίς το δικαίωμα κυριότητάς τους να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Ακολούθως εξαφάνισε την 5279/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε κρίνει νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, δέχθηκε δε , στη συνέχεια, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση, που στηριζόταν στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, το οποίο έχει εμβαδόν 2.961,06 τ.μ.

κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ... ως προς το ακίνητο αυτό, προκειμένου να καταχωριστούν οι ενάγοντες ως συγκύριοι αυτού κατά τα ως άνω ποσοστά συγκυριότητας , αντί της εσφαλμένης με την οποία το ακίνητο αυτό, με εμβαδόν 3.054 τ.μ., φερόταν ότι ανήκε στο αναιρεσείον.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες , καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο, που καθ’ όλη την περίοδο από το 1843 και 1848 και εφεξής είχε χαρακτήρα αγροτικό (και όχι δάσους, λιβαδιού ή βοσκότοπου) και ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα, τουλάχιστον για μία τριακονταετία πριν από τις 11-9-1915 και απέκτησαν, έτσι, αυτοί (αναιρεσίβλητοι) κυριότητα σε αυτό, οι οποίες [αιτιολογίες] καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν και στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα της νομής (χρησικτησίας) των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και των ιδίων και της κτήσης της κυριότητας αυτού από τους τελευταίους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔικ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔικ [ΟλΑΠ 2/2008].

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που το αναιρεσείον προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη 1) το με αριθμό πρωτοκόλλου ...24-3-2006 έγγραφο του τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής , 2) το με αριθμό πρωτοκόλλου .../7-4-2006 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας και 3) απόσπασμα δασικού χάρτη της περιοχής .

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 περ. α’ και β’ ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, κύρια ή παρεμπίπτουσα (και η αναγνωριστική), καθώς και κάθε βάση αγωγής, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή (ΟλΑΠ 25/2003).

Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους περισσότερα από όσα ζήτησαν με την αγωγή.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 5-5-2006 αγωγής, αίτημα των αναιρεσιβλήτων ήταν να αναγνωριστούν συγκύριοι ακινήτου, όπως ειδικότερα περιγράφεται, εμβαδού 3.052 τμ. Το Δικαστήριο, με βάση τις αναφερόμενες στην πρώτη σκέψη, ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, αφού προσδιόρισε ότι το επίδικο ακίνητο, στο οποίο οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν τις αναφερόμενες πράξεις νομής, έχει εμβαδόν 2.961,06 τμ. , τους αναγνώρισε συγκυρίους του ακινήτου με αυτό το εμβαδόν.

Η μνεία στο διατακτικό της προσβαλλόμενης του ακινήτου με εμβαδόν 3.054 τ.μ., δεν αφορά σε «επιδίκαση», με την έννοια της ως άνω διάταξης του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αλλά στην περιγραφή του ακινήτου, όπως είχε καταχωρηθεί εσφαλμένα κατά την πρώτη εγγραφή του στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου … με φερόμενο κύριο το Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ’ ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2 και 22 ν.3693/1957].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-5-2016 αίτηση για αναίρεση της 941/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ