Legislator Case Law & Legislation
941/2015 AI generated

Supreme Court remands case to lower court to decide on unjust enrichment claim after dismissing main contract claim.

Case Number 941/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the second-instance judgment regarding the main claim based on a fixed-term employment contract. The court found the lower court erred in accepting the plaintiff's primary claim, which was legally invalid. Consequently, the case is remanded to the Court of Appeals to adjudicate only the secondary claim based on unjust enrichment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 649 of the Civil Code; Article 21 of Law 2190/1994; Articles 522, 535(1), 536(2) of the Code of Civil Procedure: When a secondary claim based on unjust enrichment was not examined by the first-instance court due to the dismissal of the primary claim, the second-instance court must remand the case to the same appellate court to decide solely on the secondary claim.

Keywords

AI generated
unjust enrichment fixed-term employment remand for retrial secondary claim Code of Civil Procedure dismissal of appeal legal standing

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 649 of the Civil Code
Article 21 of Law 2190/1994
Articles 522, 535(1), 536(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 178(1), 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(2) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 941 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 941/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Καλαμάτας" που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Τσοπελάκου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. Δ. του Π., 2. Ρ. Ε. του Ν., 3. Ν. Ε. του Ν., 4. Π. Ε. του Θ., 5. Χ. Κ. του Δ., κατοίκων απάντων … οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Δέσποινα Μεταξά και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2010 αγωγή των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2013 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-12-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 ("Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για κάλυψη παροδικών αναγκών") παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας προβλέπεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και την χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 (του άρθρου 103 του Συντάγματος), είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδάφ.

β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κατ' στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009 που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και την λήξη τους (άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 885/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 ("Ρύθμιση θεμάτων Ο.Α.Ε.Δ.") παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998 "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι. - Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων . Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ. 1). "Ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας ανέργων, αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.

Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997. Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 15). Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 Α.Κ.

και 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/46 ΠΥΣ, προκύπτει ότι, για τον χαρακτηρισμό της εργασίας ως εξαρτημένης, απαιτείται όπως αυτός που την παρέχει τελεί κατά την εκτέλεσή της κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τόπο, τον τρόπο, τον χρόνο και την έκταση της παροχής της, μέσα στα συμβατικά ή νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για τον μισθωτό, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη.

Ο τελευταίος δικαιούται να ασκεί εποπτεία και έλεγχο προς διαπίστωση της συμμορφώσεως του μισθωτού προς τις οδηγίες του και της επιμελούς εκτελέσεως της εργασίας που του ανατέθηκε. Στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τα μέρη αποβλέπουν στην παροχή της συμπεφωνημένης εργασίας και όχι στην επίτευξη ενός ορισμένου αποτελέσματος, όπως συμβαίνει επί μισθώσεως έργου (άρθρο 681 Α.Κ.), σε περίπτωση δε που ο μισθωτός δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη κατά την παροχή της εργασίας του, τότε πρόκειται για μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, οπότε δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης . Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας .

Στην εν λόγω σύμβαση μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο εργοδότης θα καταβάλλει στον μαθητευόμενο μισθό (κατώτερο από τον μισθό του καταρτισμένου μισθωτού) για την ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του.

Αντίθετα, επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σχέσεως που γεννάται από την παροχή εργασίας αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, κρίνουν σε τι απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι και ποία νομική σχέση συνδέει τον μισθωτό με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο Καλαμάτας δέχθηκε, εκτός άλλων και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Με την υπ' αριθμ. 31220/17-7-2007 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 1399/2007), που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. 2041/26-6-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) 8.000 ανέργων, ηλικίας 22 έως 40 ετών σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού, διάρκειας 18 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης, διάρκειας ενός (1) μηνός, με αντικείμενο τη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και της δεύτερης, διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών, που αφορούσε την τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε θέσεις του τομέα ειδίκευσής τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.

Η χρηματοδότηση του προγράμματος, σύμφωνα με την άνω ΚΥΑ, θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό του ΟΑΕΔ. Στα πλαίσια της εν λόγω ΚΥΑ - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - καταρτίσθηκαν μεταξύ του ΟΑΕΔ και του εναγόμενου Δήμου Άριος αφενός και των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων, αφετέρου, συμφωνητικά συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στους Ο.Τ.Α.

Α' και Β' βαθμού, συνολικής διάρκειας 18 μηνών, με ισχύ για τη πρώτη και τη δεύτερη των εναγουσών από 1-12-2007 έως 31-5-2009, για τη τρίτη και τη τέταρτη των εναγουσών από 11-12-2007 έως 11-6-2009 και για τη πέμπτη ενάγουσα από 2-1-2008 έως 2-6-2009, κατά τα συμφωνητικά δε αυτά, το μεν εναγόμενο ("φορέας υλοποίησης") ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τις ενάγουσες σε συγκεκριμένη θέση, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, οι δε ενάγουσες αποδέχθηκαν τη τοποθέτησή τους αυτή και ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκηθούν με συνέπεια και να επιδείξουν επιμέλεια, τόσο κατά τη πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη φάση του προγράμματος, απασχολούμενες επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε υπεύθυνος φορέας (ΟΑΕΔ) ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στις ενάγουσες για κάθε ημέρα απασχολήσεώς τους και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα, το ποσό των 30 ευρώ, εφόσον αυτές ήταν κάτοχοι πτυχίου ΑΕΙ - ΤΕΙ ή ισότιμου τίτλου σπουδών, ή το ποσό των 25 ευρώ, εφόσον αυτές ήταν απόφοιτοι ΤΕΛ, ΕΠΛ, ΤΕΕ Β' Κύκλου και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ή ισότιμου τίτλου σπουδών.

Με την υπ' αριθμ. 17948/540/8-7-2009 ΚΥΑ (ΦΕΚ 1516/Β/24-7-2009), που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ. 2425/20/19-5-2009 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ, η διάρκεια του προαναφερόμενου προγράμματος παρατάθηκε για 12 ακόμη μήνες μετά το πέρας των 18 μηνών και έτσι, η ισχύς των παραπάνω συμφωνητικών συνεργασίας των εναγουσών, μετά τη λήξη τους στις 31-5-2009, 11-6-2009 και 2-7-2009, παρατάθηκε αυτοδικαίως και με τους ίδιους όρους για χρονικό διάστημα 12 μηνών, ήτοι έως τις 31-5-2010, 11-6-2010 και 2-7-2010.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, όπως αποδείχθηκε, οι ενάγουσες, οι οποίες είχαν τοποθετηθεί, η μεν πρώτη στο Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών, οι δε λοιπές στο Διοικητικό Τμήμα, παρείχαν ανελλιπώς και πραγματικά τις υπηρεσίες τους, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκαν στον εναγόμενο Δήμο Άριος, στη θέση που η κάθε μία τοποθετήθηκε, επί 7 ώρες ημερησίως, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από τον Δήμο οργάνων, στα οποία (όργανα) αναφέρονταν αυτές για οποιοδήποτε πρόβλημα, τελούσες έτσι υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του εναγόμενου Δήμου.

Η σχέση, δηλαδή, που συνέδεε τους διαδίκους - όπως γίνεται δεκτό από το Εφετείο - ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι οι ενάγουσες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο Δήμο έναντι αμοιβής, υποβαλλόμενες σε προσωπική εξάρτηση από αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους.

Ο δε εναγόμενος Δήμος, στη θέση οποίου υπεισήλθε αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3852/2010, το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Δήμος Καλαμάτας", ως αντισυμβαλλόμενος των εναγουσών, τόσο κατά τη σύσταση όσο και καθεαυτή τη λειτουργία των εργασιακών τους συμβάσεων, αποτελεί το φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονται οι ενάγουσες στο πλαίσιο εφαρμογής και υλοποίησης του ως άνω προγράμματος, και τον εργοδότη αυτών, αφού σε εκείνον οι ενάγουσες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, από τότε που καταρτίσθηκαν τα εν λόγω συμφωνητικά συνεργασίας, έως τις 31-5-2010 η πρώτη ενάγουσα και έως την άσκηση της ένδικης αγωγής οι λοιπές ενάγουσες.

Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - ο εναγόμενος Δήμος Άριος οφείλει στην κάθε μία από τις ενάγουσες διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχές αδείας μετά του οικείου επιδόματος, καθώς και επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθόσον καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας των εργασιακών τους συμβάσεων, οι ενάγουσες αμείβονταν από τον εναγόμενο Δήμο με το ποσό των 30 ευρώ ημερησίως η πρώτη και η δεύτερη εξ αυτών (Δ.

Β. και Ε. Ρ.), ως κάτοχοι πτυχίου Τ.Ε.Ι., και με το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη (Ε. Ν., Ε. Π. και Κ. Χ.), ενώ θα έπρεπε να αμείβονται σύμφωνα με τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας της ΠΟΕ - ΟΤΑ, που καθορίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας του, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προσωπικού των ΟΤΑ, σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.

κ.λπ.", επίσης δε έπρεπε να λαμβάνουν επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, που ουδέποτε κατέβαλε σ' αυτές ο εναγόμενος Δήμος . Ακολούθως το Εφετείο, μετά συνεκδίκαση της από 7-6-2011 εφέσεως του Δήμου Καλαμάτας με την ασκηθείσα από τις εφεσίβλητες - ενάγουσες αντέφεση κατά της υπ' αριθμ. 59/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. "Δήμος Άριος", δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έφεση (άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και την αντέφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και δέχθηκε (εν μέρει) την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που, κατά την αγωγή, συνέδεε πράγματι τους διαδίκους, αναγνωρίζοντας (το Εφετείο) την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Δήμος Καλαμάτας", να καταβάλει στις ενάγουσες - αναιρεσίβλητες τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά (για τις επίδικες αξιώσεις τους που δεν είχαν υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή), 1) ως διαφορά μεταξύ της αμοιβής που κατέβαλε σ' αυτές ο εναγόμενος Δήμος Άριος, ως μαθητευόμενες, με βάση τα παραπάνω συμφωνητικά συνεργασίας, και της αμοιβής που όφειλε να τους καταβάλει, σύμφωνα με την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που στην πραγματικότητα τους συνέδεε και 2) για επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές επίδομα αδείας.

Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652 του ΑΚ, 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/46 ΠΥΣ, 21 του Ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999, διότι οι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων και του εναγόμενου Δήμου, με τα συμφωνητικά συνεργασίας που υπέγραψαν, ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, σύμφωνα με τις οποίες και τις παρεχόμενες από τις ενάγουσες υπηρεσίες, αυτές είχαν προσληφθεί ως μαθητευόμενες, με σκοπό την απόκτηση επαγγελματικής κατάρτισης και εργασιακής εμπειρίας, στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στους Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού, που καταρτίσθηκε με την υπ' αριθμ. 31220/17-7-2007 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 1399/2007), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998 .

Επί των συμβάσεων δε αυτών (γνησίων συμβάσεων μαθητείας) δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων και αυτές που προβλέπουν το κατώτατο ημερομίσθιο και την καταβολή δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας. Να σημειωθεί ακόμη, ότι οι επίδικες συμβάσεις των εναγουσών είχαν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ 7 και 8 του Συντάγματος (17-4-2001) και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ούτε να μετατραπούν σε τέτοιες συμβάσεις, ακόμη και στην περίπτωση που με την εργασία τους οι ενάγουσες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Δήμου, καθόσον ο τελευταίος δεν είχε πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του Ν. 2190/1994 και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αυτόν (άρθρο 2 Ν. 2190/1994) αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική Αρχή του ΑΣΕΠ.

Συνεπώς, μετά ταύτα, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι, με το να δεχθεί ως νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, έκρινε μόνο επί της ως άνω κύριας βάσεως της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει πλέον μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 20-5-2010 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται σ' αυτήν, ότι δυνάμει Συμφωνητικών Συνεργασίας, που καταρτίσθηκαν και υπογράφηκαν αφενός μεταξύ των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων, και αφετέρου του Ο.Α.Ε.Δ. και του εναγόμενου Δήμου Άριος (του Νομού Μεσσηνίας), στο πλαίσιο του Προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE) στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α' και Β' βαθμού (κατ' εφαρμογή του Ν. 2639/1998), οι ενάγουσες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο Δήμο, από τη θέση στην οποία η καθεμία τοποθετήθηκε, κατά τα χρονικά διαστήματα, η πρώτη και η δεύτερη εξ αυτών από 1-12-2007 έως 31-5-2009 και, κατόπιν παρατάσεως της διάρκειας του Προγράμματος, από 1-6-2009 έως 31-5-2010, η τρίτη και τέταρτη εξ αυτών από 11-12-2007 έως 11-6-2009 και, κατόπιν παρατάσεως της διάρκειας του Προγράμματος, από 12-6-2009 έως 11-6-2010 και η πέμπτη από 2-1-2008 έως 2-7-2009 και, κατόπιν παρατάσεως της διάρκειας του Προγράμματος, από 3-7-2009 έως 1-7-2010.

Ότι, παρά το γεγονός ότι οι ενάγουσες προσλήφθηκαν, βάσει του παραπάνω Προγράμματος, ως μαθητευόμενες, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), στην πραγματικότητα παρείχαν τις υπηρεσίες τους όπως ακριβώς και οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου και οι εργαζόμενοι σ' αυτόν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, καθόσον οι ενάγουσες απασχολούντο, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα όσον αφορά το αντικείμενο της εργασίας τους, επί καθημερινής βάσεως, κατά πλήρες ωράριο, υπό τις δεσμευτικές οδηγίες και τον έλεγχο των προϊσταμένων τους, καλύπτοντας με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Δήμου, με αποτέλεσμα η εργασία που παρείχε καθεμία από αυτές να έχει εξαρχής τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, για την οποία, όμως, ο εναγόμενος δεν τους κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές που όφειλε να τους καταβάλει για την πράγματι παρεχόμενη, κατά τα άνω, εργασία τους, σύμφωνα με τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας της ΠΟΕ - ΟΤΑ, που καθορίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας του, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προσωπικού των ΟΤΑ, αλλά, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς τους, κατέβαλε στις δύο πρώτες ενάγουσες το ποσό των 30 ευρώ ημερησίως στην καθεμία και στις υπόλοιπες το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως στην καθεμία, ενώ ουδέποτε κατέβαλε σ' αυτές επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν οι ενάγουσες να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην καθεμία από αυτές τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, αναγόμενα 1) σε διαφορές μεταξύ της ως άνω αμοιβής που τους κατέβαλε (30 ευρώ και 25 ευρώ ημερησίως και ουδέν έτερο) και της αμοιβής που όφειλε να τους καταβάλει, σύμφωνα με την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που στην πραγματικότητα τους συνέδεε και 2) σε μη καταβληθέντα επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και σε αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, άλλως και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι μεταξύ αυτών (εναγουσών) και του εναγομένου υπήρξε απλή σχέση εργασίας, να αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος έχει την υποχρέωση, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να τους αποδώσει την ωφέλεια, την οποία αποκόμισε από την παροχή της εργασίας τους, συνισταμένη στην αμοιβή που θα κατέβαλε σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα, τους οποίους θα προσλάμβανε με έγκυρες συμβάσεις εργασίας για την άσκηση των ίδιων καθηκόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν είναι νόμιμη ως προς την κύρια βάση της από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που, κατά την αγωγή, συνέδεε πράγματι τους διαδίκους. Να σημειωθεί εδώ, ότι και ο αγωγικός ισχυρισμός περί παραβιάσεως εκ μέρους του εναγομένου της αρχής της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχειρίσεως των εργαζομένων (άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος), δεν είναι επίσης νόμιμος, τούτο δε διότι, οι εργαζόμενοι, στους οποίους αναφέρονται οι ενάγουσες (μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου και εργαζόμενοι σ' αυτόν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου), παρείχαν την εργασία τους υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς ως προς την ρύθμιση των όρων της εργασιακής τους σχέσεως, της αμοιβής, της υπηρεσιακής εξελίξεως, της κοινωνικής ασφαλίσεως κ.λπ.

Επομένως, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση ως προς την παραπάνω κύρια βάση της αγωγής, επί της οποίας και μόνο, όπως ήδη αναφέρθηκε, έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Έτσι, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας), με την υπ' αριθμ. 59/2011 απόφασή του, αν και η ένδικη αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, δεν ήταν νόμιμη ως προς την κύρια βάση αυτής, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε (εν μέρει) ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς την κύρια βάση της.

Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Δήμος Καλαμάτας" (Ο.Τ.Α.), ήδη αναιρεσείον, που υπεισήλθε αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3852/2010, στη θέση του εναγόμενου (πρώην) Δήμου Άριος, άσκησε την από 7-6-2011 έφεση (αριθμ. καταθ. 87/8-6-2011), παραπονούμενο, με τους λόγους της εφέσεως, για την παραδοχή της αγωγής ως προς την κύρια βάση αυτής, επιδιώκοντας την απόρριψή της.

Οι λόγοι της εφέσεως είναι βάσιμοι και, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, να απορριφθεί η αντέφεση που άσκησαν οι ενάγουσες (αναιρεσίβλητες) και, αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως προς την κύρια βάση αυτής. Κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 522, 535 παρ.1 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ, τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ένδικου μέσου της εφέσεως δεν παρεμποδίζουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περίπτωση που έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε ερευνηθεί και είχε γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής, να εξετάσει την επικουρική βάση αυτής, η οποία, ενόψει της αποδοχής της κύριας βάσεως, δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο έρευνας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση που, όπως προκύπτει από τα προδιαληφθέντα, δεν ερευνήθηκε η βάση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. ΑΚ), η οποία προβλήθηκε επικουρικά, επιβάλλεται να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της μόνο ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στο ίδιο Εφετείο (Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ και 22 παρ. 2 Ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 49/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 7-6-2011 έφεση του αναιρεσείοντος και την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 59/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Δέχεται την έφεση και απορρίπτει την αντέφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Απορρίπτει την αγωγή, ως προς την κύρια βάση αυτής, ως μη νόμιμη.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της μόνον ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2015.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ