Legislator Case Law & Legislation
691/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision on holiday pay calculation errors.

Case Number 691/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a labor dispute regarding holiday pay. The lower court incorrectly rejected the claim because the plaintiff requested a difference calculated using a base salary rather than the full regular wages including overtime. The Supreme Court ruled that the appeal was admissible and the lower court's application of substantive law was erroneous, as the claim was valid regardless of the specific calculation method cited. Consequently, the case was remanded for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 3 para. 1 and 3 of Law 539/1945; Art. 12 para. 3 and 4 of the new General Collective Agreement; Art. 560 para. 1 of the Civil Procedure Code: If an appeal is filed within the statutory period and the lower court dismisses the claim based on an erroneous calculation method that contradicts the plaintiff's actual request, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
holiday pay calculation labor dispute appeal regular wages definition overtime compensation remand for retrial statutory calculation method civil procedure admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 3 para. 1 of Law 539/1945
Art. 3 para. 3 of Law 539/1945
Art. 12 para. 3 and 4 of the new General Collective Agreement
Art. 216 para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 560 para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 580 para. 3 of the Civil Procedure Code
Art. 176, 183 and 191 para. 2 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 691 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 691/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (….), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευγενίας Σούμπαση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 770/ 2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4059/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2016 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 285/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το αυτό ζήτημα.

Εκδόθηκε η 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2018 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Υπόκειται προς κρίση η από 10.5.2016 αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας κατά της 4059/2013 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 10.7.2018 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από την έκδοση της 285/2018 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος αυτού. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε εντός της ισχύουσας κατά το χρόνο έκδοσης της αναιρεσιβαλλομένης τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση αυτής, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της.(ΚΠολΔ 553, 556, 558, 564, βλ ολΑΠ10/2018).

2. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσης ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση.

Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ). Οι ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945 διασφαλίζουν υπέρ των εργαζομένων τις ελάχιστες εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές και, λόγω του έντονα προστατευτικού χαρακτήρα, τον οποίο έχουν και του στενού δεσμού αυτών με την ικανοποίηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, απ...λούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο.

Κατά συνέπεια, απόκλιση από τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή διατάξεων άλλων πηγών, που είναι ευμενέστερες για τον εργαζόμενο, κατ` επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών δικαίου διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011).

Οπότε, υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να θεωρηθεί η παρεχόμενη με την ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των αποδοχών που καθορίζονται για την περίπτωση αυτή με συλλογική σύμβαση.

3. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτές των άρθρων 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 (που αφορά στο επίδομα αδείας), των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 υπ` αριθ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" και των άρθρων 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 του ν. 435/1976, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και των κατά καιρούς εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", συνάγεται ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες εννοιολογικά με τις "τακτικές αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωρομίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήπ...

άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (ΟλΑΠ 5/2011).

Δεν συμπεριλαμβάνεται, όμως, σ` αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας (ΑΠ 1334/2014).

4.Περαιτέρω, με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ (όρος 5 παρ.1α, 1β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10-5-1985 όμοια ΕΣΣΕ), η οποία έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" (ήδη αναιρεσίβλητης) και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ` αυτή, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής: 1α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο την 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους.

Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) το 1/12 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται. 1β) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους.

Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά, αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) το 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται. 1γ) Το επίδομα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της.

Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά: αα) το 1/24 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους και γγ) το 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2.

Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως με την από 10- 6-1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού της ...

ΑΕ, τέθηκε σε ισχύ ο νέος ΓΚΠ-..., στο άρθρο 12 παρ.3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: Επιδόματα εορτών. Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ, α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων.

Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα. Επίδομα κανονικής άδειας. Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ.

Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ως άνω νέου ΓΚΠ - ... ορίστηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ότι το προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος), δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές, όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κλπ) και οι αποφάσεις του ΔΣ - ....

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι από 1-1-1985, που άρχισε να ισχύει η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονται σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΕΣΣΕ τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους.

Αυτός ο τρόπος υπολογισμού, όμως, τροποποιήθηκε με το νέο ΓΚΠ - ..., που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ` αυτόν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του ΔΣ "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές, με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως, ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ` επανάληψη, περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα (ΑΠ 1334/2014).

5. Σε σχέση με τις αποδοχές αδείας, ειδικότερα, ενώ στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη, σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ - ... ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ... δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας".

Εν όψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του α.ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας καθορίζεται, πλέον, διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα τη σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2 αυτής, που όριζε, αντίθετα, μάλιστα, προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία.

Άλλωστε, στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - ... ορίζεται, ρητά, ότι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ, που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου ΓΚΠ - ... και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του, παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες (ΟλΑΠ 16/2011).

Δεν συνυπολογίζεται, όμως, σ` αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (ΑΠ 1334/2014, 361/2015, 522/2015).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων , η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην από 10-5-2009 αγωγή της εκθέτει, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την προσέλαβε την 19-5-1976 και, έκτοτε, διαρκώς την απασχολούσε μέχρι την απόλυσή της την 15.5.2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην κατηγορία του οικονομικού προσωπικού.Οτι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 μέχρι 15.5.2007, δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής άδειας, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, που της κατέβαλε, με βάση τις τακτικές αποδοχές της, προσαυξημένες κατά τις αμοιβές που λάμβανε σταθερώς και ανελλιπώς, για εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία και υπερεργασία, ως όφειλε, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 18-6-1999 νέο ΓΚΠ/..., αλλά με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην από 14/3/1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις, με αποτέλεσμα να της οφείλει την προκύπτουσα διαφορά, που ανέρχεται συνολικά, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στο συνολικό ποσό των 6.402,91 ευρώ.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού της αγωγής, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 4.764,13 ευρώ. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν για ποσό 3.255,08 ευρώ και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί έφεσης της εναγομένης, δέχθηκε ότι η αγωγή, "καίτοι επαρκώς ορισμένη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής και ειδικότερα την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, τον καταβαλλόμενο στον ενάγοντα κατ` έτος μέσο μηνιαίο μισθό, τις ώρες απασχόλησης του κάθε μήνα κατά τις Κυριακές, τις νύχτες και την υπερεργασία καθώς και τις ληφθείσες αμοιβές για την εν λόγω απασχόληση, κατά τρόπο ώστε να προκύπτουν με σαφήνεια οι αιτούμενες διαφορές, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων αιτείται με αυτή την διαφορά μεταξύ των ληφθέντων από αυτόν επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά υπολογίσθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εσφαλμένα, με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και τις ειδικότερα αναφερόμενες στην από 14-03-1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις, και των ληπτέων επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά ώφειλε να υπολογίσει η εναγομένη με το άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-..., ήτοι με βάση τις τακτικές αποδοχές στις οποίες περιλαμβάνεται το σύνολο των αμοιβών για την επικαλούμενη σταθερή και μόνιμη πρόσθετη εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, κατά τη νύκτα και για την υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία, όλα δε τα ανωτέρω αναφέρει στην αγωγή του, χωρίς, ωστόσο, να αφαιρεί, για τη νομική βασιμότητά αυτής, τις προσαυξήσεις που έλαβε με βάση τον εσφαλμένο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, υπολογισμό της εναγομένης, με συνέπεια να υφίσταται ανεπίτρεπτος, διπλός υπολογισμός των εν λόγω πρόσθετων αποδοχών στα επιδόματα εορτών και αδείας".

Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι, εφόσον η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η αναιρεσίβλητη συνυπολόγιζε τα επιδόματα εορτών και αποδοχών κανονικής αδείας, με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ και όχι με το άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-..., ανεξαρτήτως της επίκλησης ή μη των παραπάνω στοιχείων, η αγωγή είναι νόμιμη, εκτός από το συνυπολογισμό του επιδόματος αδείας στις ως άνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ , είναι βάσιμος.

7. Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής. (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4059/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέµπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ