Legislator Case Law & Legislation
770/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract termination, ruling fixed-term contracts must be treated as indefinite if renewed repeatedly.

Case Number 770/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision terminating the plaintiff's employment. The plaintiff argued that a series of successive fixed-term contracts with the defendant, OTE, constituted a de facto indefinite-term relationship under labor law. The Court agreed, finding the appellate court erred in applying the specific collective agreement regarding temporary staff and failed to recognize the continuous nature of the employment relationship.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 672 of the Civil Code and Article 1 of Law 2112/1920; A series of successive fixed-term employment contracts with the same employer, where the employee performs duties under the employer's direct control and the employer continues to utilize the employee's services, establishes a de facto indefinite-term employment relationship, rendering the termination of the final fixed-term contract unlawful.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts de facto indefinite employment labor law termination OTE collective agreement continuous employment relationship Article 8 Law 2112/1920 employment continuity

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the General Personal Regulations of OTE
Articles 648, 649, 672 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 8 paragraph 1 section b of Law 2112/1920
Article 8 paragraph 3 of Law 2112/1920
Directive 1999/70/EC, Annex, Clause 5 paragraph 1
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 770 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 770/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2210/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7534/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 2 παρ. του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ/ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του αρθρ. 7 εδ. στ' του ΑΝ 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568/1969 και κυρώθηκε με το αρθρ. 54 παρ. 1 του ΝΔ 165/1973 και έχει, συνεπώς, ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως δε τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ του ΟΤΕ και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων του ΟΤΕ, "ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά σύστημα, όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.

Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί η να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αόριστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό". Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Περαιτέρω, στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του Ν 2112/1920 ορίζεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διαρκείας αυτής δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεως.

Η τελευταία αυτή διάταξη δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά εκ του νόμου ως ορισμένης διάρκειας, όπως ορίζεται, κατά τα ανωτέρω, στον έχοντα ισχύ ουσιαστικού νόμου ΓΚΠ/ΟΤΕ, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας, ούτε μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου η σύμβαση του υποχρεωτικά κατά νόμο προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Τέλος, με την Οδηγία 1999/70 ΕΚ του συμβουλίου της 28.6.1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν μέχρι τις 10.7.2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους, και ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά στα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται 1) να προσδιοριστούν α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) η μέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται "διαδοχικές" β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Η παραπάνω Οδηγία ως εκ της μορφής των πιο πάνω διατάξεων της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισμένες, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των εν λόγω διατάξεων επί μη έγκαιρης μετεγγραφής αυτής στην Εθνική έννομη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα με το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και με το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, ανεξάρτητα από το ότι η οδηγία αυτή δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "ΟΤΕ ΑΕ" στις 24-1-1997 ως έκτακτος υπάλληλος της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχολήσεως ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε αυτοδικαίως στις 23-9-1997.

Ακολούθως, επαναπροσλήφθηκε με όμοιες συμβάσεις, οι οποίες διήρκεσαν από 4-8-1998 μέχρι 3-4-1999 και από 22-6-1999 μέχρι 9-2-2000. Στις 2-3-2000 αυτός προσλήφθηκε ως ανειδίκευτος εργάτης από την ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΩΝΙΚΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ Α.Τ.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που διήρκεσε μέχρι τις 9-6-2000 και στη συνέχεια κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-12-2001 μέχρι 30-7-2001 και από 5-11-2001 μέχρι 31-1-2002 απασχολήθηκε ως υπάλληλος με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στην εταιρεία με την επωνυμία " ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Τ.Ε.".

Οι εν λόγω εταιρείες δάνεισαν κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα τις υπηρεσίες του ενάγοντος στην εναγομένη, η οποία και ήταν πραγματικός εργοδότης του αφού εργάστηκε στις υπηρεσίες αυτής και μόνο υπό τις εντολές και κατευθύνσεις της. Στις 15-2-2002 προσλήφθηκε εκ νέου από την εναγομένη ως έκτακτος εργάτης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου η οποία έληγε στις 14-1-2003.

Η διάρκεια της εν λόγω συμβάσεως επεκτάθηκε στη συνέχεια με τη από 7-1-2003 τροποποιητική σύμβαση μέχρι και τις 14-3-2004. Έκτοτε η εναγομένη έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος ισχυριζόμενη ότι έληξε η ένδικη σύμβαση εργασίας. Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατέληξε το Εφετείο, ανεξάρτητα από τον προσχηματικό χαρακτηρισμό που έδωσε η εναγομένη στις πιο πάνω συμβάσεις εργασίας ως ορισμένου χρόνου, από τη φύση και τη λειτουργία της εργασιακής σχέσεως συνάγεται η πραγματική υφή της συμβάσεως αυτής καθώς και η βούληση των συμβαλλομένων ήταν να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ τους μία ενιαία σύμβαση εργασίας με όλα τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών, γ\ οποία συνετίζει να υφίσταται και μετά τη συμφωνημένη λήξη της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και τη ρήτρα 5 παρ. 1 του Παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ, και με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ. Επομένως, ο μοναδικός από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο τη σχετική πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 7534/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Mαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ