Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to accept evidence due to lack of specificity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the newspaper union's appeal against the First Instance Court's decision to reject its evidence. The union argued the lower court failed to consider specific documents it submitted, but the court found the appeal vague and unsupported. Since the appeal did not identify which specific evidence was ignored or how it affected the outcome, the court ruled it inadmissible under civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging failure to consider evidence is inadmissible if it fails to specify which evidence was ignored and how it would have altered the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 688 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 688/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΙΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ" (ΕΣΗΕΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Σαλαβράκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. (Σ.) Κ. του Β., κατοίκου …, Βουλή των Ελλήνων. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2014 αίτηση -προσφυγή - αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2085/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3640/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων υπ' αριθ. 3640/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25-5-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2085/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την από 2-7-2014 αίτηση- προσφυγή του αναιρεσιβλήτου (κατά το επικουρικό της αίτημα) για ακύρωση της αναφερόμενης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου και της ενσωματωμένης σ' αυτήν αποφάσεως του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι στην απαγόρευση της άσκησης ενδίκων μέσων του άρθρου 699 ΚΠολΔ δεν υπάγονται και οι διαφορές, που δικάζονται μεν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όμως, δεν αποτελούν πραγματικά ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση, απλά, ιδιωτικών δικαιωμάτων, αλλά, αντίθετα, η συγκεκριμένη διαδικασία τηρείται για λόγους ταχύτητας και με την απόφαση που εκδίδεται τέμνεται, οριστικά η διαφορά (ΟλΑΠ 21-22/2002, ΑΠ 1400/2012, ΑΠ 490/2001), όπως συμβαίνει και στην προκείμενη διαφορά.
Από τη διάταξη του άρθρου 88 ΑΚ, που ορίζει ότι "Αποβολή μέλους (σωματείου) επιτρέπεται 1. στις περιπτώσεις που προβλέπει το καταστατικό, 2. αν υπάρχει σπουδαίος λόγος και το αποφασίσει η γενική συνέλευση. Το μέλος που έχει αποβληθεί έχει το δικαίωμα να προσφύγει στον Πρόεδρο των Πρωτοδικών μέσα σε δύο μήνες αφότου του γνωστοποιήθηκε η απόφαση, αν η αποβολή έγινε αντίθετα προς τους όρους του καταστατικού ή αν δεν υπήρχαν σπουδαίοι λόγοι για την αποβολή του", σε συνδυασμό με τα άρθρα 78 και 80 ΑΚ, προκύπτει ότι στο καταστατικό του σωματείου μπορεί να υπάρχει πρόβλεψη για τους λόγους αποβολής μέλους αυτού, το αρμόδιο για την επιβολή της όργανο, καθώς και τη διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί και ότι, εάν η περί αποβολής απόφαση είναι ελαττωματική, μπορεί να ασκηθεί κατ` αυτής προσφυγή από το μέλος που αποβλήθηκε, εάν η αποβολή έγινε εναντίον των όρων του καταστατικού ή χωρίς να συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος.
Αποβολή μέλους επέρχεται και δια της διαγραφής του, η οποία είναι δυνατόν να προβλέπεται στο καταστατικό ως πειθαρχική ποινή. Για τη δραστική προστασία του μέλους εναντίον τυχόν αυθαιρέτων ενεργειών του αρμοδίου συλλογικού οργάνου, με τις οποίες τούτο αποβάλλεται οριστικώς από τη δύναμη των μελών του, παρέχεται από το νόμο στο πληττόμενο με τον τρόπο αυτό μέλος, η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής.
Αντικείμενο της προσφυγής μπορεί να είναι όχι μόνο η ουσιαστική αμφισβήτηση του λόγου διαγραφής αλλά και η λήψη της αποφάσεως κατά παράβαση του νόμου και των διατάξεων του καταστατικού, όπως από αναρμόδιο όργανο, χωρίς προηγούμενη κλήση σε απολογία του μέλους κ.λπ. (ΑΠ 1675/2013, ΑΠ 814/1973), ή ακόμη επειδή η απόφαση αυτή έχει ληφθεί καταχρηστικώς κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Η προσφυγή πρέπει να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία δύο μηνών που αρχίζει από τη γνωστοποίηση στο μέλος της περί αποβολής αποφάσεως. Η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να γίνει με κάθε πρόσφορο προς τούτο μέσο, χωρίς την ανάγκη μεσολαβήσεως δικαστικού επιμελητή, που μπορεί να εξασφαλίσει τη γνώση στο αποβαλλόμενο μέλος χωρίς να είναι κατά νόμο απαραίτητο να κοινοποιηθεί στο αποβαλλόμενο μέρος η ίδια η περί αποβολής απόφαση.
Είναι θέμα ουσιαστικό το πότε το αποβαλλόμενο μέλος λαμβάνει γνώση της περί αποβολής αποφάσεως. (ΑΠ 490/2001). Περαιτέρω, η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας των αρμοδίων οργάνων του σωματείου υπόκειται στο δικαστικό έλεγχο, το δε δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει και να ελέγξει όχι μόνο εάν είναι τυπικά σύμφωνη με τους όρους του νόμου και του καταστατικού αλλά και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων που επέβαλαν την πειθαρχική ποινή (ΑΠ 814/1973).
Πλέον τούτων, η απόφαση του σωματειακού οργάνου περί αποβολής μέλους πρέπει να είναι αιτιολογημένη, ήτοι να μνημονεύει τα γεγονότα εκ των οποίων, κατά την κρίση του, συνάγεται ο δικαιολογών τον αποκλεισμό κατά το καταστατικό λόγος. Πρέπει επίσης να έχει εκδοθεί μετά από προηγούμενη ακρόαση του μέλους που τιμωρήθηκε, η οποία (ακρόαση) περιλαμβάνει α) γνωστοποίηση - με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά της πειθαρχικής κατηγορίας, για την οποία πρόκειται να τιμωρηθεί και β) πρόσκληση να λάβει μέρος στη συζήτηση και παροχή ευκαιρίας προς απολογία, ώστε να μπορέσει να επηρεάσει κατά τις απόψεις του την πειθαρχική διαδικασία μέσα στα πλαίσια του νόμου και του καταστατικού, είναι δε υποχρεωτική και όταν ακόμη δεν προβλέπεται στο καταστατικό, ή προβλέπει το αντίθετο.
Η προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται από την καλή πίστη (άρθρα 281, 288 ΑΚ), τις βασικές αρχές της ορθής απονομής δικαιοσύνης και της συνταγματικής επιταγής περί προηγουμένης ακροάσεως (άρθρο 20 Συντ) αλλά και από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και τυγχάνει εφαρμογής και επί των πειθαρχικών διαδικασιών.
Τούτο δε διότι ο χαρακτήρας της αποβολής ως κατ' ουσίαν πειθαρχικής ποινής καθιστά την προηγούμενη ακρόαση του μέλους υποχρεωτική για το σωματείο (ακόμη και αν δεν την προβλέπει το καταστατικό, ή προβλέπει το αντίθετο), καθόσον αυτό επιτάσσει η εξειδίκευση των άρθρων 281 και 288 ΑΚ υπό το φως της σύμφωνης ερμηνείας τους με τις διατάξεις των άρθρων 20 Συντ, που ορίζει " Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει.
Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του " και 6 Ε.Σ.Δ.Α., που ορίζει "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως..." (σχ.ΑΠ 667/1978, ΑΠ 814/1973).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 11/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: " Ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου την 27.6.1996 απέκτησε την ιδιότητα του τακτικού μέλους του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) επαγγελματικού σωματείου υπό την επωνυμία "ΕΝΩΣΙΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ", διατήρησε δε την ιδιότητα αυτή μέχρι την 13.5.2014, ότε και διεγράφη οριστικώς από τις τάξεις του δυνάμει της υπ' αριθ.
…/….5.2014 αποφάσεως του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου. Ο εφεσίβλητος άσκησε καθήκοντα Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου από το μήνα Ιούλιο του έτους 2012 έως το μήνα Ιούνιο του έτους 2014, ενώ με την υπ' αριθ. .../11.7.2012 (Φ.Ε.Κ. 2116/2012) Απόφαση του Πρωθυπουργού ανατέθηκαν σ' αυτόν οι αρμοδιότητες περί τη Γενική Γραμματεία Μέσων Ενημερώσεως και τη Γενική Γραμματεία Ενημερώσεως και Επικοινωνίας ως και η εποπτεία των υπαγομένων σε αυτές νομικών προσώπων.
Την 11.6.2013 η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε την κατάργηση : α) της ανωνύμου εταιρίας (δημοσίας επιχειρήσεως) υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ " ( Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. ), όπως αυτή ιδρύθηκε ως ενιαίος φορέας με το Ν. 1730 /1987 και β ) των θυγατρικών εταιριών της ως άνω ανωνύμου εταιρίας. Για την υλοποίηση της εν λόγω κυβερνητικής αποφάσεως εκδόθηκε η από ...
Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Φ.Ε.Κ. Α'139/2013 ) και η υπ' αριθ. ... Κ.Υ.Α. (Φ.Ε.Κ. 1414/11.6.2013 ). Στο πλαίσιο αυτό ο εφεσίβλητος υπό την ιδιότητα του Κυβερνητικού Εκπροσώπου ανέγνωσε την 11.6.2013 ενώπιον των Μέσων Μαζικής Ενημερώσεως την εξής κυβερνητική ανακοίνωση : "Σε μια περίοδο που ο Ελληνικός Λαός υφίσταται θυσίες, δεν υπάρχουν περιθώρια για καθυστερήσεις ή δισταγμούς.
Όπως δεν υπάρχουν περιθώρια ανοχής για "ιερές αγελάδες" που παραμένουν άθικτες, όταν επιβάλλονται περικοπές παντού. Όταν πρέπει να τελειώνουμε με τα ελλείμματα και να βγούμε από την κρίση, δεν μπορούμε να ανεχόμαστε θύλακες αδιαφάνειας και δημόσιας σπατάλης. Η Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση, η ΕΡΤ, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση αδιαφάνειας και απίστευτης σπατάλης.
Κι αυτό τελειώνει σήμερα... Την ΕΡΤ την πληρώνει ο Ελληνικός Λαός µε το χαράτσι στους λογαριασμούς ηλεκτρικού: γύρω στα 300 εκατομμύρια το χρόνο ! Έχει τριπλάσιο ως επταπλάσιο κόστος από άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς και τετραπλάσιο ως εξαπλάσιο προσωπικό για πολύ μικρή τηλεθέαση: τη μισή σχεδόν και για τα τρία δημόσια κανάλια μαζί, απ' όση ένα μέσο εμπορικό κανάλι.
Έχει τεράστια περιουσία, η οποία παραμένει αδρανής, αν δεν λεηλατείται υπέρ του ανταγωνισμού. Έχει καθεστώς αδιαφάνειας στη διαχείρισή της: Μιλάμε για μια εταιρία µε έξι λογιστήρια που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους! Καθεστώς αδιαφάνειας στη διαχείριση των συμβάσεων, καθεστώς ακόμα μεγαλύτερης αδιαφάνειας στη διαχείριση του υλικού, το οποίο δεν έχει απογραφεί εδώ και ...
οκτώ χρόνια ! Καθεστώς προνομίων για τους εργαζομένους, που χρεώνουν τεράστιο αριθμό υπερωριών. Για να µην αναφερθούμε στα τεράστια ποσά τα οποία μοιράζει σε ιδιωτικές παραγωγές που θα μπορούσε να κάνει, µε πολύ λιγότερα, χρησιμοποιώντας τα δικά της μέσα. Που τα έχει πληρώσει ακριβά ο Έλληνας φορολογούμενος.
Για να µην αναφερθούμε στο τεράστιο κόστος εξωτερικών μεταδόσεων που έχουν επιβάλλει απαρχαιωμένα συνδικαλιστικά προνόμια, και έτσι μετακινούνται δεκάδες τεχνικοί κάθε τόσο, για έργο που μπορεί να γίνει από δύο - τρία άτομα, Για να μην πούμε ότι συντηρεί περιοδικό χωρίς αναγνώστες, ενώ διαθέτει δεκάδες τοπικούς σταθμούς που ουσιαστικά αναμεταδίδουν, τις περισσότερες ώρες της μέρας, το κεντρικό πρόγραμμα.
Η σημερινή ΕΡΤ έχει εξελιχθεί σε ένα σκάνδαλο που το βλέπουν καθημερινά όλοι, αλλά δεν τόλμησε να το αγγίξει κανείς. Αυτά όλα τελειώνουν σήμερα. Και τελειώνουν οριστικά ! Η κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει την ΕΡΤ. Με το ισχύον νομικό πλαίσιο και με κοινή υπουργική απόφαση σταματούν οι μεταδόσεις της ΕΡΤ μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος σήμερα το βράδυ.
Και στη θέση της ΕΡΤ θα δημιουργηθεί ένας σύγχρονος, δημόσιος-αλλά όχι κρατικός, ούτε κομματικά ελεγχόμενος-Οργανισμός Ραδιοτηλεόρασης. Κατά τα πρότυπα των πιο επιτυχημένων δημόσιων Ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών της Ευρώπης. Το σχετικό νομοσχέδιο κατατίθεται αμέσως, ώστε να λειτουργήσει το ταχύτερο ο νέος φορέας.
Το προσωπικό της ΕΡΤ θα αποζημιωθεί κανονικά. Και όσοι από τους τωρινούς εργαζόμενους το επιθυμούν, θα μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για να προσληφθούν στο νέο Οργανισμό Ραδιοτηλεόρασης. Υπάρχουν πολλοί άξιοι και ικανοί εργαζόμενοι , η πείρα και η προϋπηρεσία των οποίων είναι απαραίτητη για να σταθεί ο νέος Οργανισμός.
Και θα συνεκτιμηθεί κατά τη διαδικασία προσλήψεων, με διαφανείς διαδικασίες και κριτήρια ΑΣΕΠ. Ο νέος Οργανισμός θα λειτουργήσει µε πολύ λιγότερο προσωπικό. Με σαφές οργανόγραμμα, όπως προβλέπουν τα σύγχρονα δεδομένα για τη δημόσια Ραδιοτηλεόραση παντού στον κόσμο. Το αρχείο της ΕΡΤ - που αποτελεί αληθινό Εθνικό θησαυρό - θα περιφρουρηθεί και θα αξιοποιηθεί πλήρως.
Επίσης θα αξιοποιηθούν οι δορυφορικές υπηρεσίες και οι σύγχρονες τεχνολογίες. Ώστε να υπάρξει - επιτέλους - δυναμικός μοχλός προβολής της Ελλάδας, της ανάπτυξης, της εξωστρέφειας, αλλά και πολύτιμος καθημερινός δεσμός µε την Ελληνική Διασπορά σε όλο τον κόσμο. Ο νέος Οργανισμός Ραδιοτηλεόρασης θα ξεκινήσει να λειτουργεί το συντομότερο.
Μέχρι τότε οι πολίτες δεν θα πληρώνουν το χαράτσι που πληρώνουν μέχρι σήμερα . Κι από τη λειτουργία του και μετά θα πληρώνουν πολύ λιγότερα. Υπολογίζεται ότι θα απαλλαγούν από ένα ποσό που φτάνει τα 100 εκατομμύρια ετησίως. Ενώ για όσες θέσεις της σημερινής ΕΡΤ κρίνονται υπεράριθμες, θα προσληφθούν µε ΑΣΕΠ νέοι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, στα ΚΕΠ και όπου αλλού το δημόσιο έχει ανάγκη.
Μεγάλες αλλαγές δεν γίνονται χωρίς μεγάλες τομές. Τολμηρές και ριζοσπαστικές! Μέχρι τώρα πολλοί έλεγαν ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση! Αυτό άλλωστε ζητάει και περιμένει να δει ο Ελληνικός λαός". Την ίδια ημέρα (11.6.2013) το εκκαλούν επαγγελματικό σωματείο εξέδωσε ανακοίνωση η οποία έχει ως εξής: "Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ, που συνεδρίασε στις εγκαταστάσεις της ΕΡΤ, καταδικάζει απερίφραστα το "αποφασίζομεν και διατάσσομεν" της Κυβέρνησης, η οποία με δηλώσεις του κ.
Κ. που θυμίζουν Χούντα, ανακοίνωσε το πρωτοφανές για δημοκρατική χώρα "κλείσιμο" της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης. Δηλώνει ότι δεν θα επιτρέψει να "κλείσει" η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση και θα χρησιμοποιήσει κάθε πολιτικό, συνδικαλιστικό και νομικό μέσο για να βάλει φραγμό στην ασυδοσία της Κυβέρνησης, που με φασιστικό τρόπο επιχειρεί να ελέγξει την ενημέρωση του ελληνικού λαού.
Καλεί σε αγώνα όλους τους συναδέλφους της ΕΡΤ και κηρύσσει όλο τον Κλάδο σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Καλεί όλους τους συναδέλφους να στηρίξουν τους εργαζόμενους στην ΕΡΤ, οργανώνοντας νυχθημερόν ομάδες περιφρούρησης. Απευθύνει έκκληση στους εργαζόμενους όλης της χώρας να αντιδράσουν στο ξεπούλημα του δημόσιου αγαθού της ενημέρωσης και να συμπαρασταθούν στον αγώνα των 2.656 εργαζομένων στην ΕΡΤ.
Καλεί όλα τα κόμματα να λάβουν θέσεις χωρίς περιστροφές. Τώρα κρίνονται όλοι. Τέλος, καλεί τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο Σ. Κ. να παραδώσει τη δημοσιογραφική του ταυτότητα και να παραιτηθεί από μέλος της ΕΣΗΕΑ, άλλως το Δ.Σ. θα προχωρήσει στη διαδικασία διαγραφής του από το Σωματείο μας. Το Διοικητικό Συμβούλιο παραμένει σε διαρκή συνεδρίαση όλη τη νύχτα και καλεί τους εκπροσώπους στο Μεικτό Συμβούλιο και όλους τους συναδέλφους να έρθουν σήμερα το βράδυ στις εγκαταστάσεις της ΕΡΤ στην Αγία Παρασκευή ".Την 13.6.2013 έλαβε χώρα συνεδρίαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, το οποίο, αφού έλαβε υπόψη :
α) την προπαρατεθείσα από 11.6.2013 ανακοίνωση-καταγγελία του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, β) τις υπ' αριθ. πρωτ. .../….6.2013 και .../….6.2013 καταγγελίες των δημοσιογράφων ... και ... αντιστοίχως και γ) σχετικά δημοσιεύματα στον Τύπο, αποφάσισε την αυτεπάγγελτο άσκηση πειθαρχικής διώξεως κατά του εφεσιβλήτου µε το κατηγορητήριο, το οποίο διαλαμβάνεται στο απόσπασμα πρακτικού της 93ης συνεδριάσεως της 13.6.2013, για παράβαση των διατάξεων των άρθρων :
α) 1 περ. α ', β ' και δ' του Κώδικος Αρχών Δεοντολογίας του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου (κατά την οποία ο δημοσιογράφος οφείλει να θεωρεί πρώτιστο καθήκον του προς την κοινωνία και τον εαυτό του τη δημοσιοποίηση όλης της αλήθειας, να θεωρεί προσβολή για την κοινωνία και πράξη μειωτική για τον εαυτό του τη διαστρέβλωση, την απόκρυψη, την αλλοίωση ή την πλαστογράφηση των πραγματικών περιστατικών και να μεταδίδει την πληροφορία και την είδηση ανεπηρέαστα από προσωπικές πολιτικές κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές και πολιτισμικές απόψεις ή πεποιθήσεις του ), β) 6 εδ.
α' του αυτού ως άνω Κώδικος (κατά την οποία ο δημοσιογράφος υποχρεούται να σέβεται την προσωπικότητα των συναδέλφων του και να μην εκτοξεύει εναντίον τους ανυπόστατες κατηγορίες ), γ) 7 παρ. 1 εδ. α' του Καταστατικού του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου (κατά την οποία επιβάλλεται στα μέλη του να τηρούν την επαγγελματική αλληλεγγύη και να δείχνουν διαγωγή, συμπεριφορά και ήθος ανάλογα προς το ασκούμενο από αυτά λειτούργημα) και δ) 7 παρ. 1 εδ.
δ' του αυτού ως άνω Καταστατικού (κατά την οποία αποτελεί υποχρέωση του δημοσιογράφου η υπεράσπιση των συναδέλφων του, όταν συκοφαντούνται), διότι δεν επέδειξε επαγγελματική αλληλεγγύη, διαγωγή, συμπεριφορά και ήθος ανάλογα με το λειτούργημά του και δεν σεβάσθηκε την προσωπικότητα των συναδέλφων του, καθ' όσον, καίτοι τελούσε σε γνώση των κατά καιρούς γενομένων καταγγελιών του Εποπτικού Οργάνου Δεοντολογίας (Ε.Ο.Δ.) του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου και ιδίως της υπ' αριθ.
πρωτ. .../….3.2011 ανακοινώσεως καταγγελίας με την οποία καταγγέλλονται φαινόμενα παρανομίας, ευνοιοκρατίας και διαφθοράς στο χώρο της κρατικής τηλεοράσεως): α) "... εκώφευσε, αποφεύγοντας τις αναγκαίες παρεμβάσεις για περιορισμό αν όχι εξάλειψη των αρνητικών φαινομένων που καταγγέλλονταν από το Όργανο Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ, κάτι που ήταν και καθήκον του από την κυβερνητική θέση που κατείχε.
Αντίθετα, όπως καταγγέλλεται, θεώρησε ευκαιρία για διορισμούς "από το παράθυρο" φιλικών του ατόμων, αλλά και συγγενών, κουμπάρων, φίλων και πολιτικών στελεχών, που προωθούνταν και από άλλους κυβερνητικούς παράγοντες", β ) " ... ανακοίνωσε αιφνίδια το κλείσιμο της ΕΡΤ και τις απολύσεις όλων των εργαζομένων ", γ) "...
προκειμένου να αντιμετωπίσει τις έντονες αυτές αντιδράσεις και τις μεγάλες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας, επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένου κατασυκοφάντηση του συνόλου των δημοσιογράφων της ΕΡΤ, αλλά και ευρύτερα όλων των εργαζομένων. Έτσι, αντί να περιοριστεί στα αρνητικά φαινόμενα, που συνεχώς κατήγγελλε η ΕΣΗΕΑ, απαξίωσε το σύνολο τον προσωπικού, ώστε να παραπληροφορήσει τον κόσμο ότι επικρατούσε μια γενικευμένη κατάσταση διαφθοράς στην οποία όλοι οι εργαζόμενοι μετείχαν.
Και προφανώς εξαγιάζοντας τους κατά καιρούς φορείς της εξουσίας, όπως και τον εαυτό του, καθώς όλα τα αρνητικά φαινόμενα άνωθεν είχαν τη δρομολόγησή τους, και δεν άγγιζαν την συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων, που είχαν μόνο τις αμοιβές που προβλέπονταν από τις Συλλογικές Συμβάσεις ή και χαμηλότερες.
Ειδικότερα, στην από 12.03.13 συνέντευξή του στους ανταποκριτές ξένου Τύπου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: '' ... απεργούσαν οι δημοσιογράφοι γιατί τους είχαμε κάνει ειδικό μισθολόγιο, το οποίο τους καθιστούσε τους πλέον προνομιούχους τον ελληνικού δημοσίου ". Ο ισχυρισμός αυτός είναι παντελώς ψευδής και συκοφαντικός, καθώς απευθύνεται στο σύνολο των εκεί εργαζομένων συναδέλφων ... '', δ) '' ...
επιλέγοντας την πολιτική του ιδιότητα, παρέμεινε παράλληλα και μέλος της ΕΣΗΕΑ. Ως εκ τούτου, είναι αυτονόητο ότι οφείλει να σέβεται το Καταστατικό και τον Κώδικα Δεοντολογίας'' και ε) ''... επανειλημμένα έχει κατά το παρελθόν προβεί σε απαράδεκτες απαξιωτικές δηλώσεις για τη νόμιμη Διοίκηση της ΕΣΗΕΑ και της ΠΟΕΣΥ.
Χαρακτηριστική είναι η από 20. 02.13 δήλωσή του, στην οποία χαρακτηρίζει ως ''φερέφωνα'' τη συνδικαλιστική ηγεσία των δημοσιογράφων και ότι έφτασε "στα έσχατα όρια ανυποληψίας". Και οι δηλώσεις του αυτές γίνονται με παραγνώριση των όσων επιτάσσουν τα ήδη μνημονευθέντα άρθρα του Καταστατικού και του Κώδικα Αρχών Δεοντολογίας, τα οποία κατ' εξακολούθηση παραβιάζει''.
Η ως άνω πειθαρχική δίωξη και οι λόγοι της γνωστοποιήθηκαν στον εφεσίβλητο με το υπ' αριθ. πρωτ. .../….6.2013 έγγραφο του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, με το οποίο ομοίως καλείται όπως ορίσει εγγράφως εντός δέκα (10) ημερών από της λήψεως αυτού έως τρεις (3) μάρτυρες, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 9 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας των Πειθαρχικών Συμβουλίων αυτού.
Σημειωτέον ότι κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 18 παρ. 7 του Καταστατικού του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου ''Τα Π.Σ. κρίνουν σύμφωνα με τη συνείδησή τους αφού ακούσουν αυτόν που εγκαλεί και εκείνον που εγκαλείται, εξετάσουν τους μάρτυρες που προτείνουν οι διάδικοι, καθώς και εκείνους που κρίνουν τα ίδια τα Π.Σ.
και ερευνήσουν κάθε άλλο απαραίτητο στοιχείο για να μορφώσουν γνώμη ''. Επομένως, ο πειθαρχικώς ελεγχόμενος εφεσίβλητος είχε δικαίωμα εντός δέκα (10) ημερών να προτείνει τα μέσα υπερασπίσεώς του και είτε να εμφανισθεί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου και να απολογηθεί αυτοπροσώπως είτε να καταθέσει απολογητικό υπόμνημα.
Εκ της προαναφερομένης κλήσεως σε απολογία (μετά του συνημμένου σε αυτή κατηγορητηρίου, ήτοι του αποσπάσματος του προαναφερομένου πρακτικού της 93ης συνεδριάσεως της 13.6.2013) προκύπτουν σαφώς οι πράξεις, για τις οποίες ασκήθηκε η κατά του εφεσιβλήτου πειθαρχική δίωξη, αναφέρονται δε ρητώς οι ως άνω διατάξεις του Κώδικος Δεοντολογίας και του καταστατικού του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, τις οποίες φέρεται ότι παραβίασε ο εφεσίβλητος.
Ο τελευταίος κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του εκκαλούντος
επαγγελματικού σωματείου το από 25.7.2013 έγγραφο απολογητικό υπόμνημά του, με το οποίο ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του επί της αποδιδομένης σε αυτόν πειθαρχικής κατηγορίας. Το ως άνω Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη του: α) τα ανωτέρω αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα πρακτικού της 93ης συνεδριάσεως της 13.6.2013, β) το προαναφερόμενο απολογητικό υπόμνημα του εφεσιβλήτου και γ) τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιόν του μαρτύρων ..., ..., ..., ...
και ... οι δύο τελευταίοι προτάθηκαν ως μάρτυρες υπερασπίσεως από τον εφεσίβλητο με το υπ' αριθ. πρωτ. .../….7.2013 έγγραφό του), εξέδωσε την υπ' αριθ. …/….7.2013 απόφασή του, με την οποία κατά πλειοψηφία (με τέσσερις ψήφους έναντι μίας) έκρινε ότι ο εφεσίβλητος τυγχάνει πειθαρχικώς ελεγκτέος για τα αποδιδόμενα σε αυτόν πειθαρχικά αδικήματα (παράβαση των άρθρων 7 παρ. 1 εδ.
α' και δ' του Καταστατικού και 1 περ. α', β' και δ' και 6 περ. α' του Κώδικος Αρχών Δεοντολογίας) και επέβαλε σε αυτόν την πειθαρχική ποινή της οριστικής διαγραφής από τα μητρώα του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου. Κατά της ως άνω αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, γνωστοποιηθείσας στον εφεσίβλητο την 5.8.2013 με το υπ' αριθ. .../....7.2013 έγγραφο, ο τελευταίος την 6.9.2013 κατέθεσε την από 14.8.2013 υπ' αριθ.
πρωτ. .../….9.2013 έφεσή του ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, προς το οποίο αυτή (έφεση) διαβιβάσθηκε µε το υπ' αριθ. πρωτ. .../….9.2013 πρακτικό καταθέσεως εφέσεως του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη του: α) το σύνολο του αποδεικτικού υλικού κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, β) το νέο από 4.2.2014 απολογητικό υπόμνημα του εφεσιβλήτου και γ) τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιόν του μαρτύρων (µη εξετασθέντων πρωτοδίκως) ... , ... , ...
και ... (ο εφεσίβλητος δεν εξέτασε νέους μάρτυρες), εξέδωσε την υπ' αριθ. …/….5.2014 απόφασή του, µε την οποία, αφού δέχθηκε τύποις την έφεση του εφεσιβλήτου, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν κατά πλειοψηφία (µε τρεις ψήφους έναντι δύο) για τους αναφεροµένους στο σκεπτικό αυτής λόγους, επικύρωσε την υπ' αριθ. 17/30.7.2013 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, έκρινε δε τον εφεσίβλητο πειθαρχικώς ελεγκτέο για τα αποδιδόμενα σε αυτόν πειθαρχικά αδικήματα (παράβαση των άρθρων 7 παρ. 1 εδ.
α' και δ' του Καταστατικού και 1 περ. α', β' και δ' και 6 περ. α' του Κώδικος Αρχών Δεοντολογίας) και επέβαλε σε αυτόν την πειθαρχική ποινή της οριστικής διαγραφής από τα μητρώα του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου. Μετά ταύτα, αναφορικώς με την τήρηση των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της ενώπιον των ως άνω πειθαρχικών οργάνων διαδικασίας, τον έλεγχο των κριτηρίων διαμορφώσεως της ουσιαστικής κρίσεως αυτών και την πληρότητα της αιτιολογίας αυτών, λεκτέα τα ακόλουθα:
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του Εσωτερικού Κανονισμού Πειθαρχικών Συμβουλίων της Ε.Σ.Η.Ε.Α. ''Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Μπορεί όμως να γίνει και προφορικά. Η παράσταση ή συμπαράσταση πληρεξουσίου αποκλείεται ''. Ωστόσο, ο εφεσίβλητος, ως πειθαρχικώς εγκαλούμενο μέλος του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, είχε δικαίωμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων - να προσλάβει στο πλαίσιο ασκήσεως του δικαιώματος ακροάσεως και υπερασπίσεώς του νομικό παραστάτη, ο οποίος θα παρίστατο ενώπιον των ως άνω Πειθαρχικών Συμβουλίων και θα ανέπτυσσε με πληρότητα τους νομικούς ισχυρισμούς του εφεσιβλήτου επί της υποθέσεως.
Ωστόσο, τα ως άνω Πειθαρχικά Συμβούλια, επικαλούμενα την προπαρατεθείσα διάταξη του Εσωτερικού Κανονισμού Πειθαρχικών Συμβουλίων της Ε.Σ.Η.Ε.Α., στέρησαν από τον εφεσίβλητο το δικαίωμα παραστάσεως ενώπιόν τους μετά ή δια πληρεξουσίου Δικηγόρου και φαλκίδευσαν το δικαίωμα ακροάσεως και υπερασπίσεως αυτού, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α., η εφαρμογή των οποίων, όμως, δεν δύναται να αποκλεισθεί ούτε από την ως άνω ρητή διάταξη του Εσωτερικού Κανονισμού,
ΙΙ. Σύμφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 2 εδ. α' του Εσωτερικού Κανονισμού Πειθαρχικών Συμβουλίων της Ε.Σ.Η.Ε.Α. ''Η έγκληση πρέπει να είναι αιτιολογηµένη '', κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 του ιδίου Κανονισμού ''Στην έγκληση πρέπει να αναγράφονται λεπτοµερώς και αναλυτικώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το διωκόμενο παράπτωμα, καθώς και τα στοιχεία και ο ακριβής χρόνος που διαπράχθηκε τούτο '', ενώ κατά την επομένη διάταξη του άρθρου 5 ''Αντίγραφο της εγκλήσεως κοινοποιείται στον εγκαλούµενο''. Ωστόσο, στο υπ' αριθ. πρωτ. .../ 18.6.2013 έγγραφο του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου και στο συνημμένο σε αυτό απόσπασμα της 93ης συνεδριάσεως της 13.6.2013, στο οποίο διαλαμβάνεται η κατά του εφεσιβλήτου πειθαρχική κατηγορία, γίνεται µεν αναφορά στις ''σχετικές καταγγελίες υπ' αριθµ. πρωτ. .../…. 06.13 και .../…. 06.13 αντίστοιχα των συν. ... και ... '' και σε '' σχετικά δημοσιεύματα '', πλην όμως οι καταγγελίες αυτές και τα εν λόγω δημοσιεύματα, στα οποία στηρίχθηκε η άσκηση της αυτεπαγγέλτου πειθαρχικής διώξεως, δεν περιελήφθησαν ούτε επισυνάφθηκαν στο ως άνω έγγραφο, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι αυτά γνωστοποιήθηκαν (κοινοποιήθηκαν) ταυτοχρόνως στον εφεσίβλητο, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αδυνατεί να αμυνθεί κατά του περιεχομένου αυτών και να αντικρούσει αυτά στην απολογία του, µε συνέπεια την παραβίαση και για το λόγο αυτό του δικαιώματος ακροάσεως και υπερασπίσεώς του,
ΙΙΙ. Σύμφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 περ. α', β', γ' και 4 του Καταστατικού του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου '' 1. Τα δόκιμα, τακτικά και αντεπιστέλλοντα µέλη έχουν την υποχρέωση: α) Να ασκούν τη δημοσιογραφία ευσυνείδητα και µε καλή πίστη, να τηρούν την επαγγελματική αλληλεγγύη και να δείχνουν διαγωγή, συμπεριφορά και ήθος ανάλογες µε το λειτούργημα που ασκούν, β) Να υπερασπίζονται σε κάθε περίπτωση την ελευθεροτυπία και να µη συνεργάζονται στην επιβολή κάθε λογοκρισίας ή μέτρου που περιορίζει κατά οποιοδήποτε τρόπο την ελευθερία του Τύπου, γ ) Να µην επιδιώκουν προσωπικά πλεονεκτήματα σε βάρος του συνόλου των µελών ... , 2. ... , 3. ... , 4.
Η παράβαση των παραπάνω υποχρεώσεων αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα '' , κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 9 του Καταστατικού ''Διαγράφεται επίσης από την Ένωση ένα µέλος έπειτα από τελεσίδικη απόφαση των Πειθαρχικών Συμβουλίων, όπως ορίζεται στα σχετικά άρθρα του Καταστατικού'' , ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Εσωτερικού Κανονισμού Πειθαρχικών Συμβουλίων της Ε.Σ.Η.Ε.Α. ''Πειθαρχική αγωγή (έγκληση) στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να ασκήσει το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ είτε µέλος της ή τρίτος που έχει έννομο συμφέρο .
Ωστόσο και το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί αυτεπάγγελτα να ερευνήσει και εκδικάσει πειθαρχικό παράπτωμα. ... Για την αυτεπάγγελτη δίωξη απαιτείται απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου που λαμβάνεται κατά πλειοψηφία ... '', κατά δε τη διάταξη του εδ. β' του άρθρου 2 του Εσωτερικού Κανονισμού ''Η έγκληση κρίνεται προκαταρκτικά από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο μπορεί, µε απόφαση της πλειοψηφίας, να µην προχωρήσει στη διαδικασία της πειθαρχικής διώξεως, εάν πεισθεί για το αβάσιμο της εγκλήσεως''.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 7 του Καταστατικού ''Τα Π.Σ. κρίνουν Σύμφωνα µε τη συνείδησή τους αφού ακούσουν αυτόν που εγκαλεί και εκείνον που εγκαλείται, εξετάσουν τους μάρτυρες που προτείνουν οι διάδικοι, καθώς και εκείνους που κρίνουν τα ίδια τα Π.Σ. και ερευνήσουν κάθε άλλο απαραίτητο στοιχείο για να μορφώσουν γνώμη ''.
Εκ των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι µόνο όργανο αρμόδιο προς κίνηση της πειθαρχικής διώξεως είναι το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου και όχι το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού ή οποιοδήποτε μέλος του ή τρίτος έχων έννομο προς τούτο συμφέρον, οι οποίοι έχουν απλώς δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως (''πειθαρχικής αγωγής'', κατά την ορολογία του άρθρου 1 του Εσωτερικού Κανονισμού Πειθαρχικών Συμβουλίων της Ε.Σ.Η.Ε.Α.), η δε διαλαμβανομένη στην έγκληση καταγγελία τους ερευνάται από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο είτε ασκεί πειθαρχική δίωξη είτε απέχει αυτής, εάν κρίνει την έγκληση προδήλως αβάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό αμφοτέρων των ως άνω αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων (δηλαδή τόσο της υπ' αριθ. 3/ 12.5.2014 αποφάσεως του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, όσο και της ενσωματωμένης σε αυτήν υπ' αριθ. …/….7.2013 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου) συνάγεται ότι:
α) καταλογίζεται στην εκάστοτε Κυβέρνηση η αδυναμία εξυγιάνσεως του χώρου της Ε.Ρ.Τ. από φαινόμενα αδιαφάνειας στον τρόπο λειτουργίας της και παρανόμων πράξεων, β) στηλιτεύεται η απόφαση της Κυβερνήσεως να ''κλείσει'' από 11.6.2013 την τηλεόραση και το ραδιόφωνο της Ε.Ρ.Τ. και γ) ο εφεσίβλητος χαρακτηρίζεται ''συνεργός και συνυπεύθυνος ως αρμόδιος υπουργός'' στη λήψη της ως άνω αποφάσεως .
Περαιτέρω, αποδίδεται στον εφεσίβλητο ότι, υπό την ιδιότητα του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου, δεν προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες, ώστε να παταχθούν φαινόμενα διαφθοράς και παρανομίας στον ευρύτερο χώρο της Ε.Ρ.Τ., αλλά, αντιθέτως, αγνόησε επανειλημμένες σχετικές καταγγελίες του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου και ευνόησε τη γένεση τέτοιων φαινομένων, επιλέγοντας τη '' λύση'' της παύσεως της λειτουργίας του δημοσίου ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού ως τρόπο αντιμετωπίσεως της νοσηρής καταστάσεως, η οποία είχε ήδη καταγγελθεί με την υπ' αριθ.
πρωτ. .../….3.2011 Ανακοίνωση του Εποπτικού Οργάνου Δεοντολογίας του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου. Ωστόσο, οι ως άνω αιτιάσεις, και αληθείς υποτιθέμενες δεν συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού αδικήματος, ειδικότερα δε παράβαση των απορρεουσών από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 περ.
α ', β ' και γ' του Καταστατικού του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου υποχρεώσεων των δημοσιογράφων - μελών του. Βασικός άξονας του σκεπτικού αμφοτέρων των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου και εντεύθεν κύριος και βασικός λόγος της επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής διαγραφής στον εφεσίβλητο υπήρξε το περιεχόμενο της παρατεθείσας ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας κυβερνητικής αποφάσεως περί οριστικής παύσεως λειτουργίας της Ε.Ρ.Τ., την οποία ανέγνωσε ενώπιον των Μέσων Μαζικής Ενημερώσεως ο ίδιος ο εφεσίβλητος ως Κυβερνητικός Εκπρόσωπος.
Ωστόσο, η ως άνω απόφαση υπήρξε κεντρική κυβερνητική - πολιτική επιλογή και πράξη της Ελληνικής Κυβερνήσεως και όχι ατομική απόφαση του εφεσιβλήτου, ο οποίος, ως συμμετέχων στο τότε κυβερνητικό σχήμα με υπουργική ιδιότητα, αναμφιβόλως φέρει πολιτική ευθύνη για τις συνέπειες της αποφάσεως αυτής. Επιπλέον, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 10 του Καταστατικού του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου (κατά την οποία ''Κάθε μέλος της Ενώσεως που γίνεται υπουργός, βουλευτής, γενικός γραμματέας υπουργείου, πρέσβης ε.τ., δήμαρχος, πρόεδρος κοινότητας ή διορίζεται σε οποιαδήποτε μετακλητή θέση, δεν μπορεί να δημοσιογραφεί και δεν έχει το δικαίωμα να εκλέγεται στα όργανα της Ενώσεως.
Ο χρόνος πάντως αυτός θεωρείται ως χρόνος δημοσιογραφικής υπηρεσίας και εργασίας και υπολογίζεται σε κάθε περίπτωση'' ) ο εφεσίβλητος κατά την ημέρα της ανακοινώσεως της οριστικής παύσεως λειτουργίας της Ε.Ρ.Τ. (11.6.2013) τελούσε σε αναστολή του δημοσιογραφικού λειτουργήματος και δεν ασκούσε τα καθήκοντα του δημοσιογράφου αλλά αυτά του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, στο πλαίσιο εκτελέσεως των οποίων ανέγνωσε την ως άνω κυβερνητική απόφαση.
Και ναι μεν κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 περ. α' του Καταστατικού του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου τα µέλη αυτού υποχρεούνται να ασκούν ευσυνειδήτως και καλή τη πίστει τη δημοσιογραφία, να τηρούν την επαγγελματική αλληλεγγύη και να επιδεικνύουν διαγωγή, συμπεριφορά και ήθος ανάλογα µε το ασκούμενο από αυτά λειτούργημα, πλην όμως η διάταξη αυτή αναφέρεται πρωτίστως στον τρόπο ασκήσεως του δημοσιογραφικού λειτουργήματος και ως εκ τούτου προϋποθέτει ενεργό άσκηση δημοσιογραφίας, την οποία διέπουν συγκεκριμένοι κανόνες, η παράβαση των οποίων συνιστά πειθαρχικό αδίκημα .
Επομένως, πέραν και ανεξαρτήτως της ορθότητος ή µη της ως άνω κυβερνητικής αποφάσεως, η συμμετοχή του εφεσιβλήτου στη λήψη αυτής ως κυβερνητικής πράξεως, και αληθής υποτιθεµένη, δεν θεμελιώνει πειθαρχικό αδίκημα αυτού ως µέλους του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, κατά την ως άνω διάταξη του Καταστατικού του τελευταίου.
Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί αληθές ότι ο εφεσίβλητος δεν εκτέλεσε προσηκόντως και κατά νόµον τα κυβερνητικά του καθήκοντα και δεν συνέδραµε στον αγώνα του Εποπτικού Οργάνου Δεοντολογίας (Ε.Ο.Δ.) του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου για εξάλειψη παραβατικών συμπεριφορών στον ευρύτερο χώρο της Ε.Ρ.Τ., η παράλειψη αυτή, όπως διατυπώνεται στο σκεπτικό των ως άνω αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων, άπτεται της πολιτικής ιδιότητος και ευθύνης αυτού και ουδόλως σχετίζεται με την ενεργό άσκηση δημοσιογραφικών καθηκόντων, ώστε να συνιστά πειθαρχικώς ελεγχομένη συμπεριφορά κατά τις διατάξεις του Καταστατικού και του Κώδικος Αρχών Δεοντολογίας του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου.
Εξάλλου, τα κατά τα ανωτέρω αρμόδια Πειθαρχικά Συμβούλια έκριναν - κατά το κατηγορητήριο - ότι ο εφεσίβλητος δια της ως άνω κυβερνητικής ανακοινώσεως: α) '' ... επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένου κατασυκοφάντηση τον συνόλου των δημοσιογράφων της Ε.Ρ.Τ., αλλά και ευρύτερα όλων των εργαζομένων ... '' και β) '' ...
απαξίωσε το σύνολο του προσωπικού, ώστε να παραπληροφορήσει τον κόσμο ότι επικρατούσε μια γενικευμένη κατάσταση διαφθοράς, στην οποία όλοι οι εργαζόμενοι μετείχαν ... '', αποκρύπτοντας ότι το γεγονός ότι κυρίως υπεύθυνοι των υπαρχόντων νοσηρών φαινομένων ήσαν οι κατά καιρούς φορείς της κρατικής εξουσίας.
Ωστόσο, από τη διατύπωση της ως άνω κυβερνητικής ανακοινώσεως περί οριστικής παύσεως λειτουργίας της Ε.Ρ.Τ. σαφώς συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος δεν διατύπωσε συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς εις βάρος των δημοσιογράφων της Ε.Ρ.Τ., πολλώ δε μάλλον εις βάρος του συνόλου των εργαζομένων αυτής. Ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι ο εφεσίβλητος συμφωνούσε απολύτως με το περιεχόμενο της εν λόγω κυβερνητικής ανακοινώσεως και δεν μετέφερε απλώς αυτό στα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως, στόχος ήταν να αναδείξει στην κοινή γνώμη φαινόμενα αδιαφάνειας, διαφθοράς και ανομίας, τα οποία κυριαρχούσαν σε μεγάλο βαθμό στον εργασιακό χώρο της Ε.Ρ.Τ.
και δικαιολογούσαν, κατά την τότε κυβερνητική θέση, την οριστική παύση λειτουργίας αυτής. Όπως σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο της ανωτέρω στο σκεπτικό παρατεθείσας κυβερνητικής ανακοινώσεως, ο εφεσίβλητος αναγιγνώσκων αυτή μετέφερε την βασική κυβερνητική θέση ότι ''Η Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση, η ΕΡΤ, είναι χαρακτηριστική περίπτωση μοναδικής αδιαφάνειας και απίστευτης σπατάλης '', ειδικότερα δε ισχυρίσθηκε ότι:
α) η Ε.Ρ.Τ. έχει καθεστώς αδιαφάνειας στη διαχείρισή της, καθ' όσον διατηρεί έξι λογιστήρια, τα οποία δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, β) επικρατεί καθεστώς αδιαφάνειας στη διαχείριση των συμβάσεων, αλλά και στη διαχείριση του υλικού, το οποίο δεν έχει απογραφεί εδώ και οκτώ έτη, γ) υπάρχει καθεστώς προνομίων για τους εργαζομένους, οι οποίοι '' χρεώνουν'' τεράστιο αριθμό υπερωριών, δ) η Ε.Ρ.Τ.
δαπανά τεράστια ποσά σε ιδιωτικές παραγωγές, οι οποίες δύνανται να πραγματοποιηθούν με λιγότερα χρήματα και με δικά της μέσα, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση των φορολογουμένων, ε) υπάρχει τεράστιο κόστος στις εξωτερικές μεταδόσεις, το οποίο έχουν επιβάλει απαρχαιωμένα συνδικαλιστικά προνόμια, με συνέπεια να μετακινούνται συνεχώς δεκάδες άτομα για έργο, το οποίο δύναται να διεκπεραιωθεί από δύο ή τρία άτομα και στ) η Ε.Ρ.Τ.
συντηρεί περιοδικό χωρίς αναγνώστες, ενώ διαθέτει δεκάδες τοπικούς σταθμούς, οι οποίοι κατ' ουσίαν αναμεταδίδουν - τις περισσότερες ώρες της ημέρας το κεντρικό πρόγραμμα, με αποτέλεσμα να δαπανώνται σημαντικά χρηματικά ποσά του Ελληνικού Δημοσίου για τη συντήρηση των εν λόγω σταθμών. Με τις ως άνω επισημάνσεις - ισχυρισμούς επιχειρείται η θεμελίωση (αιτιολόγηση) της κυβερνητικής αποφάσεως περί οριστικής παύσεως λειτουργίας της Ε.Ρ.Τ..
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον των ως άνω Πειθαρχικών Συμβουλίων ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήσαν ψευδείς. Αντιθέτως, στο σκεπτικό της υπ' αριθ. …/….7.2013 αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου αναφέρεται ότι : α ) ''Ως προς την ουσία της υπόθεσης, ο κ. Κ. αναφέρεται στην υπ' αριθμ. .../2011 ανακοίνωση τον Εποπτικού Οργάνου Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ (που περιλαμβάνεται στην αρχή του κατηγορητηρίου), στην οποία καταγγέλλονται πολλά αρνητικά φαινόμενα στην ΕΡΤ (εξωφρενικοί μισθοί πολλών δεκάδων χιλιάδων ευρώ, αργομισθίες, διπλοθεσίες τριπλοθεσίες στο Δημόσιο κ.λ.π ) ... '', β ) '' Επίσης, οι αργομισθίες και τα φαινόμενα του '' πάγου " με την άρνηση της εργασίας των ανεπιθύμητων, επιβάρυναν ιδιαίτερα το πτωχό βαλάντιο των πολιτών ...'' και γ) '' Αυτό λοιπόν ήταν το κλίμα που επικρατούσε στον κρατικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα.
Τα ρουσφετάκια, τα βολέματα, οι αρπαχτές, η ευνοιοκρατία, οι στρατιές των χρυσοπληρωμένων συμβούλων και πολλά άλλα που προωθούσαν οι κατά περίσταση και εποχή διοικητικοί και κυβερνητικοί παράγοντες. Η ΕΡΤ δεν αποτελούσε εξαίρεση, αντίθετα μάλιστα είχε εξέχουσα θέση, σε όλο τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου η λεηλασία τον δημοσίου χρήματος κυριαρχούσε''.
Επομένως, τα ως άνω νοσηρά φαινόμενα αδιαφάνειας και σπατάλης (τα οποία όχι µόνο δεν χαρακτηρίζονται από τις ως άνω πειθαρχικές αποφάσεις ως ψευδή, αλλά αντιθέτως γίνονται δεκτά ως αληθή) δεν γνωστοποιήθηκαν το πρώτον στην κοινή γνώμη δια της ως άνω κυβερνητικής ανακοινώσεως, ούτε συνιστούσαν διαστρέβλωση της πραγματικότητος, αλλά ήσαν ήδη κοινώς γνωστά και είχαν αποτελέσει ειδικό αντικείμενο του Εποπτικού Οργάνου Δεοντολογίας (Ε.Ο.Δ.) του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, το οποίο είχε στόχο να κινητοποιήσει τους αρμοδίους φορείς προς καταστολή και εξάλειψη αυτών.
Σηµειωτέον, περαιτέρω, ότι στην εν λόγω κυβερνητική ανακοίνωση καταγράφονται οι ως άνω νοσηρές καταστάσεις, χωρίς όμως να αποδίδεται η αιτία προκλήσεως αυτών στους εργαζομένους της Ε.Ρ.Τ., καθ' όσον χαρακτηριστικώς αναφέρεται ότι '' ... στη θέση της ΕΡΤ θα δημιουργηθεί ένας σύγχρονος, δημόσιος - αλλά όχι κρατικός, ούτε κομματικά ελεγχόμενος - Οργανισμός Ραδιοτηλεόρασης ... '', δηλαδή γίνεται ευθεία αναφορά στην ανάγκη δημιουργίας ενός συγχρόνου, ανεξαρτήτου από κομματικές παρεμβάσεις και επιρροές, δημοσίου φορέως ραδιοτηλεοράσεως, ώστε να μην επαναληφθούν τα ανωτέρω αναφερόμενα νοσηρά φαινόμενα, τα οποία ταλάνισαν την Ε.Ρ.Τ.
Εν συνεχεία, στην εν λόγω ανακοίνωση γίνεται αναφορά στην πρόθεση της Κυβερνήσεως να ιδρύσει ένα νέο δημόσιο φορέα ραδιοτηλεοράσεως, ο οποίος θα αντικαταστήσει την Ε.Ρ.Τ., αλλά και στην υπόσχεση αυτής περί καταβολής πλήρους αποζημιώσεως του προσωπικού της τελευταίας και παροχής της δυνατότητας υποβολής αιτήσεως προσλήψεως όσων εκ των εργαζομένων το επιθυμούν στο νέο ραδιοτηλεοπτικό φορέα.
Ειδικότερα, αναφέρεται σχετικώς επί λέξει ότι ''Υπάρχουν πολλοί άξιοι και ικανοί εργαζόμενοι, η πείρα και η προϋπηρεσία των οποίων είναι απαραίτητη για να σταθεί ο νέος Οργανισμός. Και θα συνεκτιμηθεί κατά τη διαδικασία προσλήψεων, με διαφανείς διαδικασίες και κριτήρια ΑΣΕΠ ''. Εάν ο εφεσίβλητος πράγματι σκόπευε με την ως άνω κυβερνητική ανακοίνωση να παραπλανήσει τους αποδέκτες αυτής και να συκοφαντήσει το σύνολο των εργαζομένων της Ε.Ρ.Τ. (δημοσιογράφων και λοιπών κατηγοριών), ισχυριζόμενος ότι αυτοί ευθύνονται - ανεξαιρέτως και αδιακρίτως-για τη γένεση και επικράτηση στην Ε.Ρ.Τ.
νοσηρών φαινομένων αδιαφάνειας και ανομίας, όπως αβασίμως αναφέρεται στις ως άνω πειθαρχικές αποφάσεις, δεν θα προέβαινε στην ως άνω ρητή αναφορά. Περαιτέρω, κατά τις ως άνω πειθαρχικές αποφάσεις, ο εφεσίβλητος παραβίασε τις προαναφερόμενες (διαλαμβανόμενες στο πειθαρχικό κατηγορητήριο) διατάξεις, καθ' όσον δια της ως άνω ανακοινώσεως αυτός και η Κυβέρνηση ισχυρίσθηκαν ενώπιον της κοινής γνώμης ότι το σύνολο των δημοσιογράφων της Ε.Ρ.Τ.
αμείβετο με ειδικά μισθολόγια, καίτοι καλώς γνώριζαν ότι η πλειοψηφία των δημοσιογράφων της Ε.Ρ.Τ. αμείβετο βάσει των οριζομένων από τις ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας κατωτάτων αποδοχών, οι οποίες ήσαν κατά πολύ υποδεέστερες των ισχυουσών στην ιδιωτική αγορά ραδιοφωνίας και τηλεοράσεως. Εντούτοις, στην ως άνω κυβερνητική ανακοίνωση ουδεμία αναφορά γίνεται στο μισθολογικό καθεστώς των δημοσιογράφων και εν γένει των εργαζομένων στην Ε.Ρ.Τ..
Αντιθέτως, σε συνέντευξη τύπου προς ανταποκριτές Ξένου Τύπου την 12.6.2013 ο εφεσίβλητος προέβη στην εξής δήλωση : ''... Και σας ρωτώ, εάν ανακοινώναμε σχέδιο ριζικής αναδιάρθρωσης της ΕΡΤ με δραστικές περικοπές, με εξορθολογισμό τον προσωπικού, η ΕΡΤ θα ήταν και πάλι κλειστή λόγω των απεργιών. Γιατί αυτή η βεβαιότητα ;
Γιατί η ΕΡΤ παρέμεινε επί μήνες κλειστή επειδή απεργούσαν οι δημοσιογράφοι, γιατί τους είχαμε κάνει ειδικό μισθολόγιο, το οποίο τους καθιστούσε τους πλέον προνομιούχους του ελληνικού δημοσίου ... ''. Ωστόσο, κατά την πειθαρχική διαδικασία προέκυψε ότι, καίτοι πράγματι υπήρχαν εργαζόμενοι στην Ε.Ρ.Τ., οι οποίοι απολάμβαναν υψηλές αποδοχές, δυσαναλόγους προς την πραγματική απασχόλησή τους, με αποτέλεσμα να υφίσταται μισθολογική διαφοροποίηση μεταξύ των δημοσιογράφων, η αμοιβή της πλειονότητας των τελευταίων δεν καθιστούσε αυτούς προνομιούχους του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά συνέπεια, η ως άνω γενομένη στο πλαίσιο της προαναφερομένης συνεντεύξεως τύπου δήλωση του εφεσιβλήτου δεν ήταν ακριβής στη διατύπωσή της, διότι δεν καθιστούσε σαφές ότι εντός της Ε.Ρ.Τ. υπήρχαν μη αναμφιβόλως μη δυνάμενες να δικαιολογηθούν μισθολογικές διακρίσεις μεταξύ των εργαζομένων. Παρά ταύτα, η ως άνω δήλωση του εφεσιβλήτου δεν κατευθύνετο συνειδητώς στη συκοφάντηση του συνόλου του προσωπικού της Ε.Ρ.Τ., αλλά αποτέλεσε επιχείρημα κατά την εκφορά του πολιτικού λόγου του, προκειμένου να στηρίξει και δικαιολογήσει την κυβερνητική απόφαση περί οριστικής παύσεως λειτουργίας της Ε.Ρ.Τ.
και ειδικότερα την πεποίθηση της Κυβερνήσεως ότι δεν ήταν δυνατή αναδιάρθρωση και εξυγίανση αυτής '' εν λειτουργία '' και ως εκ τούτου ήταν αναγκαία ως μόνη λύση, η οριστική παύση της λειτουργίας της. Ο εφεσίβλητος προέβη στην ανωτέρω δήλωση ως Κυβερνητικός Εκπρόσωπος καθ' υπερβολήν του πολιτικού του λόγου και στην πραγματικότητα, έχων υπόψη ότι οι δημοσιογράφοι της Ε.Ρ.Τ.
εξαιρέθηκαν από το ενιαίο μισθολόγιο του Ν. 4024/2011 δυνάμει της υπ' αριθ. ...Υ.Α. (Φ.Ε.Κ. Β' 662/21.3.2013), είχε πρόθεση να αναφερθεί σε σημαντικό αριθμό δημοσιογράφων, οι οποίοι ελάμβαναν αμοιβές κατά τρόπο αδιαφανή και δυσανάλογο προς το λειτούργημά τους. Άλλωστε, το γεγονός αυτό αναφέρεται και επιβεβαιώνεται στο σκεπτικό της υπ' αριθ.
…/….5.2014 αποφάσεως του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρει (και δέχεται, με ταυτόσημο προς το σκεπτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου διατύπωση) ότι : α ) '' ... ο χορός των ετήσιων αμοιβών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ για ορισμένους εκλεκτούς των διοικήσεων και των πολιτικών φορέων, ήταν ένα άλλο αποκρουστικό φαινόμενο, με στόχο το ανυπεράσπιστο δημόσιο χρήμα.
Όμως, με απάθεια αντιμετωπίζονταν τα φαινόμενα αυτά για τα " golden boys - girls '' από τους υπεύθυνους, καθώς ο καθένας τους προσπαθούσε να προωθήσει και τους δικούς του στο μεγάλο αυτό '' αλισιβερίσι ". Δεν έφθαναν μάλιστα οι εξωφρενικές αμοιβές, αλλά εισέπρατταν και σκανδαλώδη πριμ, όπως στην περίπτωση της Γιουροβίζιον, που, όπως καταγγέλθηκε σε λεπτομερή δημοσιεύματα, μοιράστηκαν δεκάδες εκατομμύρια μεταξύ εαυτών και αλλήλων "εις υγείαν των κορόιδων ", των ελλήνων φορολογουμένων'' και β) '' Οι εκλεκτοί του πελατειακού συστήματος, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, συνδικαλιζόμενοι και πολλοί άλλοι, απολάμβαναν " πλούσια τα ελέη ".
Και όχι μόνο αυτό. Ανέπτυξαν ένα ιδιότυπο συναίσθημα διακομματικής " αλληλεγγύης " μεταξύ τους, που εξασφάλιζε τη μονιμότητα των προνομίων τους, ανεξάρτητα από τις αλλαγές στην κυβερνητική εξουσία. Και παράλληλα λειτουργούσαν ως δυνάστες και καταπιεστές, τρομοκρατώντας όσους βρίσκονταν έξω από τα κυκλώματα, ώστε να μην τολμούν το σχόλιο και την καταγγελία".
Από τις ως άνω περικοπές της προαναφερομένης αποφάσεως σαφώς συνάγεται ότι αμφότερα τα Πειθαρχικά Συμβούλια (Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο) δέχονται ότι και συνδικαλιστικά στελέχη της Ε.Ρ.Τ. είχαν αναπτύξει αδιαφανείς σχέσεις αλληλεξαρτήσεως με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, αποκομίζοντας αθέμιτα οφέλη προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων και εις βάρος των πραγματικών συμφερόντων της Ε.Ρ.Τ.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η από 20.2.2013 ανακοίνωση του εφεσιβλήτου, υπό την ιδιότητα του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, με την οποία αυτός ισχυρίζεται ότι η συνδικαλιστική ηγεσία των δημοσιογράφων αποτελεί φερέφωνο της ηγεσίας άλλων πολιτικών κομμάτων, σε σημείο ώστε να φθάνει "στα έσχατα όρια ανυποληψίας".
Τόσο από το περιεχόμενο της ως άνω ανακοινώσεως, εκδοθείσας στο πλαίσιο ασκήσεως των καθηκόντων του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, όσο και από τα διαλαμβανόμενα σε αμφότερες τις αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων δεν προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος απαξίωσε-και μάλιστα με ιδιαίτερη προκλητικότητα -τη διοίκηση του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, όπως αναφέρεται στις αποφάσεις αυτές.
Εξ όλων των προαναφερομένων σαφώς συνάγεται ότι αμφότερα τα Πειθαρχικά Συμβούλια εκτίμησαν εσφαλμένως το αποδεικτικό υλικό, καθ' όσον δεν έκριναν τον εφεσίβλητο ως δημοσιογράφο και μέλος του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, αλλά ως πολιτικό, Υπουργό και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, αξιολογώντας αυθαιρέτως τις συλλογικές κυβερνητικές - πολιτικές επιλογές και αποφάσεις (για τις οποίες ο εφεσίβλητος πράγματι υπέχει ατομική πολιτική ευθύνη) ως ατομικά πειθαρχικά παραπτώματα.
Κατά συνέπεια, η άποψη των δύο μελών της μειοψηφίας του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου περί μη στοιχειοθετήσεως πειθαρχικής ευθύνης του εφεσιβλήτου ήταν ορθή και η ως άνω έφεση του εφεσιβλήτου έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμος και κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η υπ' αριθ. …/….7.2013 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, καθ' όσον δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω περιγραφομένη στο σκεπτικό συμπεριφορά του εφεσιβλήτου συνιστά παράβαση των άρθρων 7 παρ. 1 εδ.
α ' και δ ' του Καταστατικού και 1 περ. α ', β ' και δ' και 6 περ. α ' του Κώδικος Αρχών Δεοντολογίας του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του Κώδικος Αρχών Δεοντολογίας του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου "Οι υποχρεώσεις των Δημοσιογράφων, που απορρέουν από αυτόν τον Κώδικα, δεν συνιστούν περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης. Οι παραβάσεις των υποχρεώσεων αυτών ελέγχονται από τα δύο Πειθαρχικά Συμβούλια, συνερχόμενα σε κοινή συνεδρίαση, μέχρις ότου τροποποιηθεί το Καταστατικό, που θα επιλύσει θεσμικά το θέμα τον Εποπτικού Οργάνου του Κώδικα ". Κατά συνέπεια, η κατά του εφεσιβλήτου πειθαρχική κατηγορία περί παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 1 περ. α', β' και δ' και 6 περ. α' του Κώδικος Αρχών Δεοντολογίας του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου έπρεπε να εισαχθεί και να κριθεί από αμφότερα συνεδριάζοντα σε κοινή συνεδρίαση Πειθαρχικά Συμβούλια των άρθρων 18 και 19 του Καταστατικού, δεδομένου ότι το εκκαλούν επαγγελματικό σωματείο δεν ισχυρίζεται ούτε αποδεικνύει ότι έχει συσταθεί και λειτουργεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 8 του Κώδικος Αρχών Δεοντολογίας Εποπτικό Όργανο. Κατά συνέπεια, η υπ' αριθ. …/….5.2014 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου ( στην οποία ενσωµατώνεται η υπ' αριθ. … /….7.2013 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου) έχει, κατά το σκέλος αυτό, εκδοθεί καθ' υπέρβαση της προβλεπομένης από τις ως άνω διατάξεις πειθαρχικής αρµοδιότητος, µε συνέπεια να τυγχάνει για το λόγο αυτό ακυρωτέα,
V. Ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ανωτέρω περιγραφοµένη στο σκεπτικό συμπεριφορά του εφεσιβλήτου υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο προς υπεράσπιση της κυβερνητικής αποφάσεως περί οριστικής παύσεως λειτουργίας της Ε.Ρ.Τ. και συνιστά προσβολή της προσωπικότητος των εργαζομένων σε αυτήν δημοσιογράφων και, κατ' επέκταση, της αρχής της επαγγελματικής αλληλεγγύης (γεγονός, το οποίο δεν αποδείχθηκε), η επιβληθείσα ποινή της οριστικής διαγραφής (κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 περ. στ ' του Καταστατικού του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου) είναι προδήλως δυσανάλογος της ανωτέρω συμπεριφοράς, διότι ο εφεσίβλητος δεν συκοφάντησε τους εργαζομένους της Ε.Ρ.Τ., δεν απαξίωσε το λειτούργημά τους ούτε ενήργησε κατά τρόπο απάδοντα προς τη δημοσιογραφική του ιδιότητα. Στην περίπτωση αυτή ήταν δυνατή, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η επιβολή άλλης πειθαρχικής ποινής εκ των αναφερομένων στην παρ. 1 περ. α' έως και ε' του ως άνω άρθρου, με βαρυτέρα εκείνη της προσωρινής παύσεως έως έξι ( 6 ) μηνών, η οποία είναι ανάλογος της εκτάσεως, της εντάσεως και του είδους του ερευνωμένου πειθαρχικού αδικήματος.
Συνεπώς, η επιβολή της εσχάτης των πειθαρχικών ποινών οριστικής διαγραφής από τα μητρώα του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου τυγχάνει εν πάση περιπτώσει ανεπιεικής, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητος (άρθρο 25 παρ. 1 του Σ) , δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς του άρθρου 2 του Καταστατικού του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, ούτε κρίνεται πρόσφορος, αναγκαία και επιβεβλημένη βάσει του συνόλου της συμπεριφοράς του εφεσιβλήτου, όπως αυτή καταγράφεται στο σκεπτικό των ως άνω πειθαρχικών αποφάσεων. Σημειωτέον ότι λόγω επιβολής της συγκεκριμένης πειθαρχικής ποινής της οριστικής διαγραφής ο εφεσίβλητος απώλεσε την ιδιότητα του ασφαλισμένου στον Ενιαίο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Επικουρικής Ασφαλίσεως Περιθάλψεως Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.), ο οποίος με το υπ' αριθ. πρωτ. .../…..9.2014 έγγραφό του προς τον εφεσίβλητο γνωστοποίησε σε αυτόν ότι κατόπιν επιβολής της ως άνω πειθαρχικής ποινής αποφασίσθηκε η διακοπή της περιθάλψεώς του και
VI. Πέραν και ανεξαρτήτως της κατά τα προεκτιθέμενα παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητος, η υπ' αριθ. …/ ….5.2014 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου (στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθ. …/….7.2013 απόφαση Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου) έχει ληφθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), καθ' όσον δι' αυτής επιδιώχθηκε η ανάκληση της ως άνω κυβερνητικής αποφάσεως περί οριστικής παύσεως λειτουργίας της Ε.Ρ.Τ.
και η άσκηση πιέσεως στον εφεσίβλητο, προκειμένου αυτός να πείσει τα λοιπά µέλη της Κυβερνήσεως προς την κατεύθυνση της ανακλήσεως αυτής, παραλλήλως δε αποτέλεσε μέσο επιδείξεως ισχύος του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου έναντι του εφεσιβλήτου. Την κρίση αυτή ενισχύει το γεγονός ότι της ασκήσεως της πειθαρχικής διώξεως προηγήθηκε η από 11.6.2013 ανακοίνωση του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου, µε την οποία αυτό "...
καλεί τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο Σ. Κ. να παραδώσει τη δημοσιογραφική του ταυτότητα και να παραιτηθεί από µέλος της ΕΣΗΕΑ, άλλως το Δ.Σ. θα προχωρήσει στη διαδικασία διαγραφής τον από το Σωματείο µας " και η οποία ελήφθη υπόψη ως "καταγγελία" κατ' άρθρο 19 παρ. 1 του Καταστατικού από αμφότερα τα Πειθαρχικά Συμβούλια, παρά το γεγονός ότι µε αυτή δεν καταγγέλλεται µε σαφήνεια συγκεκριμένο πειθαρχικό αδίκημα του εφεσιβλήτου, ενώ ταυτοχρόνως "προαναγγέλλεται" η κατά το Δ.Σ.
προσήκουσα πειθαρχική ποινή, περαιτέρω δε ομοίως ελήφθησαν υπόψη και : α) η από 12.6.2013 καταγγελία της δημοσιογράφου και μέλους του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου ..., στην οποία διαλαμβάνεται έμμεσος, αλλά σαφής προτροπή προς το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο να ελέγξει πειθαρχικώς τον εφεσίβλητο και επιβάλει σε αυτόν την πειθαρχική ποινή της οριστικής διαγραφής και β ) το από 12.6.2013 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e mail) του δημοσιογράφου και μέλους του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου ..., στο οποίο αναφέρει επί λέξει :"Με δεδομένο ότι μέχρι στιγμής, δεν έχει παραδώσει την δημοσιογραφική του ταυτότητα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Σ.
Κ. και δεν έχει παραιτηθεί από επαγγελματίας δημοσιογράφος, ΤΟΝ ΠΑΡΑΠΕΜΠΩ με το ερώτημα της οριστικής διαγραφής, στο Πειθαρχικό συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ" προφανώς η χρήση του ρήματος " παραπέμπω" υποδηλώνει την "καταγγελία" τελέσεως πειθαρχικού αδικήματος, καθ' όσον μόνο αρμόδιο κατά το Καταστατικό του εκκαλούντος επαγγελματικού σωματείου όργανο προς άσκηση πειθαρχικής αγωγής είναι το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο).
Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με τις αυτές αιτιολογίες δέχθηκε την από ... αίτηση - προσφυγή - αγωγή, ακύρωσε την υπ' αριθ. 3/ 13.5.2014 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου (στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθ. …/….7.2013 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου) του καθ' ου η αίτηση-προσφυγή εναγομένου επαγγελματικού σωματείου ...
ορθώς έκρινε και δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, άπαντες δε οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι εφέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά συνέπεια, η ... υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί εν συνόλω ως αβάσιμος ...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως, απέρριψε την από 25-5-2015 έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε την από 2-7-2014 αίτηση- προσφυγή του αναιρεσιβλήτου (κατά το επικουρικό της αίτημα) και ακυρώσει την 3/2014 απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου και την ενσωματωμένη σ' αυτήν 17/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος.
Με τον (κατ' εκτίμηση) πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, εκθέτοντας συλλήβδην το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ.1 Συν, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς να επικαλείται, ποια συγκεκριμένη πλημμέλεια αποδίδει στην ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως, ο λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας της 3/2014 αποφάσεως του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου και της ενσωματωμένης σ' αυτήν 17/2013 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου του αναιρεσείοντος, για οριστική διαγραφή του αναιρεσιβλήτου ως μέλους του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας διατάξεων.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει το αναιρεσείον, με τον (κατ'εκτίμηση) δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ελλιπή αιτιολογία, είναι αβάσιμα. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εξειδικεύει ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν επετράπη στον αναιρεσίβλητο να εξετάσει μάρτυρες κατά την πειθαρχική διαδικασία, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται προεχόντως σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον τέτοια παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει.
Αντιθέτως, ρητώς διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι προτάθηκαν και εξετάστηκαν ως μάρτυρες του τελευταίου οι Φ. Σ. και Χ. Π.. Όσον αφορά, ειδικά, την αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ότι είναι εσφαλμένη η παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την ημέρα της ανακοίνωσης της οριστικής παύσεως λειτουργίας της Ε.Ρ.Τ. (11-6-2013) δεν ασκούσε τα καθήκοντα του δημοσιογράφου, αλλά αυτά του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, στο πλαίσιο των οποίων ανέγνωσε τη σχετική κυβερνητική απόφαση, καθόσον παρέμενε ενεργό μέλος του αναιρεσείοντος, η υπηρεσία του ήταν δημοσιογραφική και, κατά συνέπεια, υπό την ιδιότητά του αυτή προέβη σε παραβίαση των διατάξεων του καταστατικού, είναι απαράδεκτος, κατά το μέρος του τούτο, διότι με το πρόσχημα θεμελίωσής του στις παραβιασθείσες διατάξεις του καταστατικού, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Περαιτέρω, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλια ότι διέλαβε παραδοχή, περί μη νομίμου λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων, συνεπεία μη συστάσεως και λειτουργίας του προβλεπομένου από το καταστατικό Εποπτικού Οργάνου, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον τέτοια παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει.
Αντιθέτως, διαλαμβάνει παραδοχή ότι η πειθαρχική κατηγορία (περί παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 1 περ. α', β' και δ' και 6 περ. α' του Κώδικος Αρχών Δεοντολογίας του αναιρεσείοντος) έπρεπε να εισαχθεί και να κριθεί από αμφότερα συνεδριάζοντα σε κοινή συνεδρίαση Πειθαρχικά Συμβούλια του αναιρεσείοντος (κατά τα άρθρα 18 και 19 του Καταστατικού αυτού), λόγω μη σύστασης και λειτουργίας του προβλεπομένου Εποπτικού Οργάνου (άρθρο 8 του ως άνω Κώδικος) και, ως εκ τούτου, η επίμαχη απόφαση (υπ' αριθ.
…/….5.2014 του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου), να τυγχάνει ακυρωτέα, ως εκδοθείσα καθ' υπέρβαση της προβλεπομένης από τις άνω διατάξεις πειθαρχικής αρµοδιότητος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 851/2015).
Για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα πράγματα αυτά που έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα και ήταν νόμιμος (ΑΠ 869/2017, 1730/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον (κατ' εκτίμηση) τρίτο λόγο της αίτησης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του . Ο λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εξειδικεύει ποιους αυτοτελείς ισχυρισμούς που να αποτελούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, χωρίς να αρκεί η γενική και αόριστη αναφορά ότι δεν λήφθηκαν υπόψη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 100/2007). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 931/2014, 1320/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, το αναιρεσείον δεν προσδιορίζει ποια ακριβώς αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε το Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, ορισμένα, μάλιστα, από τα οποία ρητά μνημονεύει και αξιολογεί.
Ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία είναι απαράδεκτος, διότι, δεν προσδιορίζονται ποια ακριβώς στοιχεία έλαβε υπόψη, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτό, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2018 αίτηση της "Ένωσις Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3640/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ