Legislator Case Law & Legislation
683/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against death of defendant, remands case for retrial due to procedural error.

Case Number 683/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's request to appeal against the deceased defendant, ruling that the appeal was valid despite the defendant's death. The court found that the appellant had a reasonable belief the defendant would not sue, leading to a four-year inaction that justified overriding the statute of limitations. Consequently, the court remanded the case for retrial before a different judge and ordered the defendants to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 35 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559, paragraph 1, item 1 of the Code of Civil Procedure: When a defendant dies after the lawsuit is filed, appeals must be directed to their heirs; however, if the appellant was unaware of the death, the appeal remains valid and the case proceeds with the heirs, provided the appellant's delay is excused by specific circumstances such as the defendant's prior conduct creating a reasonable belief that no suit would be filed.

Keywords

AI generated
death of defendant statute of limitations reasonable belief heirs as parties remand for retrial legal costs procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 35 of the Civil Code
Article 62 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 313, paragraph 1, item d' of the Code of Civil Procedure
Article 286 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, item 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 683 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 683/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, αφού ανακάλεσε την δια δηλώσεως (Κ.Πολ.Δ. 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Δ. Π. του Χ., κατοίκου ..., και 2)Γ. Π. του Α.. Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πλάτωνα Νιάδη, ο οποίος δήλωσε ότι ο δεύτερος (Γ. Π.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2017 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5678/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάσας αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 εδ. δ', 286 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου μετά την άσκηση της αγωγής, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, επομένως και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με την τελευταία, ως άνω, διάταξη, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 18-10-2020 και με αριθ. κατ. 8256/987/26-10-2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δ. Δ. του Α. κατά των αναιρεσιβλήτων: α) Π. Δ. του Χ. και β) Π. Γ. του Α.. Όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στη θέση του, ως άνω, δεύτερου αναιρεσιβλήτου εμφανίσθηκε, ως εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού, η Α. Π. του Κ., η οποία δήλωσε ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 11-11-2018 και ότι συνεχίζει η ίδια τη δίκη. Από τα νομίμως προσκομιζόμενα από την τελευταία έγγραφα, προκύπτει πράγματι ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 11-11-2018, δηλαδή πριν την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα στις 26-10-2020. Περαιτέρω ουδόλως προκύπτει ότι κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων γνώριζε το θάνατο του εν λόγω αναιρεσιβλήτου. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, παρά το γεγονός ότι αυτός είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της, νομίμως δε παρίσταται στη δίκη και συνεχίζει αυτή η κληρονόμος του Α. Π. του Κ..

Με την κρινόμενη από 18-10-2020 και με αριθ. κατ. 8256/987/26-10- 2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με αριθ. 5678/20-11-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 23-5-2017 και με αριθ.

κατ. 538747/502269/24-5-2017 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Δ. Π. και Γ. Π. κατά της με αριθ. 37/4-4-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η κατ' αυτών από 12-12-2016 και με αριθ. κατ. 90760/243/2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Δ.. Με την εν λόγω αγωγή ο ενάγων, δικηγόρος Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει σύμβασης εντολής, που καταρτίσθηκε το έτος 2011, οι εναγόμενοι του ανέθεσαν τη δικαστική διεκδίκηση της αναφερόμενης απαίτησής τους κατά της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, σε εκτέλεση δε της εντολής αυτής προέβη, μέχρι τις 4-9-2012, στις αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες.

Επικαλούμενος δε έλλειψη συμφωνίας σχετικά με τη δικηγορική αμοιβή του, ζήτησε, κατόπιν περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν, για τις δικαστικές ενέργειες τις οποίες εκτέλεσε, την προβλεπόμενη με το, ισχύον κατά το χρόνο χορήγησης της εντολής και εκτέλεσης των δικαστικών ενεργειών, ν.δ. 3026/1954 "Περί Κώδικα Δικηγόρων" ελάχιστη αμοιβή ανερχόμενη στο ποσό των 65.319,93 ευρώ πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., ποσού 15.676,78 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 80.996,71 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα το ποσό των 60.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., ποσού 13.800 ευρώ νομομοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε, δίκασε και απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή, κατόπιν παραδοχής, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, που πρότειναν οι εναγόμενοι τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με σχετικό λόγο έφεσης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1379/2015). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα της δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις του ν.δ. 3026/1954 "Περί Κώδικα Δικηγόρων" (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1379/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Τον Απρίλιο του έτους 2011, ο ενάγων, δικηγόρος Αθηνών, κατόπιν εντολής που έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε ατομικά, αλλά και για λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου, ανέλαβε τη δικαστική διεκδίκηση απαιτήσεώς τους κατά της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, που περιελάμβανε την άσκηση και εκδίκαση σχετικής αγωγής, αναφορικά με την αγορά από τους εναγομένους ακινήτου της.

Ειδικότερα οι εναγόμενοι, αφού έλαβαν μέρος σε πλειοδοτικό διαγωνισμό της Ιεράς Μονής Πεντέλης, που διενεργήθηκε στην Αθήνα την 17-4-1981, προκειμένου να εκποιηθούν ακίνητά της, αναδείχθηκαν πλειοδότες οικοπέδου της, κείμενου στη θέση "..." στην Παλαιά Πεντέλη Αττικής, εμβαδού 1.000 τ.μ. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος ύψους 3.750.000 δραχμών και τη σύναψη του υπ' αριθ. .../7-7-1981 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Αργυριάδη, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβιβάσθηκε σε αυτούς σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εις έκαστον, το εν λόγω ακίνητο, κατά πλήρη κυριότητα και νομή.

Το ανωτέρω ακίνητο διακατεχόταν από τρίτο, γεγονός το οποίο αναφερόταν στην προκήρυξη για τη διενέργεια του πλειοδοτικού διαγωνισμού καθώς και στο σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας, στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι η πωλήτρια μεταβιβάζει το ανωτέρω ακίνητο, πλην της κατοχής αυτού, η οποία ασκείται παράνομα από τρίτο, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να διεξαγάγει με δικές της δαπάνες τη δικαστική διεκδίκηση αυτού, ενώ σε περίπτωση που αυτό δεν επιτυγχανόταν, θα υποχρεούτο να επιστρέψει στους εναγομένους- αγοραστές το καταβληθέν τίμημα άτοκα.

Η δικαστική αντιδικία μεταξύ των εναγομένων και του τρίτου διακατέχοντος το ακίνητο Κ. Π. έληξε με την έκδοση της υπ' αριθ. 497/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε αμετάκλητα η διεκδικητική αγωγή τους σε βάρος του. Ακολούθως οι εναγόμενοι, μετά την ανεπιτυχή και μακροχρόνια έκβαση των δικαστικών τους αγώνων για τη διεκδίκηση του ανωτέρω αγορασθέντος από αυτούς ακινήτου, απευθύνθηκαν στον ενάγοντα, στον οποίο ανέθεσαν τη δικαστική διεκδίκηση αποζημίωσης κατά της Μονής.

Στα πλαίσια της ανατεθειμένης σε αυτόν εντολής και κατόπιν προφορικής μεταξύ τους συμφωνίας, που αποτυπώθηκε σε έντυπο κείμενο εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών και διεξαγωγής δικών, το οποίο παρέδωσε ο ενάγων σε σχέδιο στους εναγομένους προς υπογραφή, συμφωνήθηκε να λάβει ο ενάγων αμοιβή σε περίπτωση μόνο κατά την οποία καταβληθούν χρήματα στους εναγομένους για την απαίτησή τους σε οποιοδήποτε χρόνο ή στάδιο της δίκης, είτε κατόπιν συμβιβασμού, είτε κατόπιν εκδόσεως σχετικής δικαστικής αποφάσεως.

Το ύψος της αμοιβής ορίστηκε σε ποσοστό ενός τρίτου επί του καταβληθησομένου ποσού, εάν αυτό είναι μέχρι 177.331,20 ευρώ, ενώ εάν είναι πέραν του ποσού αυτού, ορίστηκε στο ήμισυ του καταβληθησομένου ποσού, ενώ τα έξοδα (δικαστικό ένσημο, καταβολές προς ΔΣΑ και ταμεία) συμφωνήθηκε να βαρύνουν τους εναγομένους- εντολείς.

Ο ενάγων συνέταξε την από 12-7-2011 αγωγή σε βάρος της Μονής Πεντέλης αιτούμενος αποζημίωση ύψους 2.000.000 ευρώ, όση θα ήταν και η αξία του ακινήτου, κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής, επικουρικά δε το ποσό των 177.331,20 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο καταβληθέν κατά την αγοραπωλησία τίμημα των 3.750.000 δρχ. κατά το μήνα Μάϊο του έτους 2011.

Ακολούθως, αφού έλαβαν γνώση της αγωγής οι εναγόμενοι, το περιεχόμενο της οποίας ενέκριναν, στις 14-7-2011, ο ενάγων κατέθεσε την αγωγή στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθ. κατάθ. 129317/7282/2011, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 25-9-2012. Στις 3-9-2012 ο ενάγων απέστειλε στον πρώτο εναγόμενο έντυπο κείμενο εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών και διεξαγωγής δικών προς υπογραφή, ενώ στις 4-9-2012, είκοσι ημέρες πριν την προδιορισθείσα δικάσιμο, κατέθεσε προτάσεις για τη συζήτηση της ανωτέρω κατατεθείσας αγωγής.

Την ίδια ημέρα και ώρα 14.53 απέστειλαν οι εναγόμενοι στον ενάγοντα μέσω fax το έντυπο κείμενο εντολής υπογεγραμμένο ως προς όλα τα συμφωνηθέντα σημεία αναφορικά με την αμοιβή του ενάγοντα, πλην όμως τροποποιώντας τη μεταξύ τους προφορική συμφωνία ως προς τα έξοδα, τα οποία θα βάρυναν το δικηγόρο, διαγράφοντας το αρχικά αναφερόμενο "εμάς".

Η ανωτέρω τροποποίηση δεν έγινε αποδεκτή από τον ενάγοντα, ο οποίος στις 5-9-2012 με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στον πρώτο εναγόμενο αρνήθηκε να καταβάλει ο ίδιος τα δικαστικά έξοδα και ιδίως το δικαστικό ένσημο, δηλώνοντας για το λόγο αυτό αδυναμία να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του στους εναγομένους για την υπόθεσή τους.

Εν συνεχεία, αφού τους ενημέρωσε ότι προέβη στην κατάθεση των προτάσεων προς αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης σχετικά με την υπόθεση, τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να αποστείλει σε αυτούς τις επόμενες ημέρες λογαριασμό εξόδων και αμοιβής του για τις μέχρι το σημείο εκείνο ενέργειές του. Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο στις 1-10-2013, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των μερών, η οποία όμως δεν επετεύχθη, όπως προκύπτει από το από 12-8-2013 μήνυμα του ενάγοντος που απέστειλε ηλεκτρονικά στον πρώτο εναγόμενο, εμμένοντας στη θέση του ότι η υποχρέωση καταβολής του δικαστικού ενσήμου βαρύνει τους πελάτες και στην αρχική απόφασή του να αποχωρήσει από την υπόθεση.

Η συμβατική σχέση των διαδίκων λύθηκε λόγω μη επίτευξης συμφωνίας ως προς το θέμα αυτό. 'Εκτοτε ο ενάγων μέχρι και την κατάθεση της υπό κρίση αγωγής, ήτοι για χρονικό διάστημα 4 περίπου ετών, δεν προέβαλε οποιαδήποτε αξίωση για καταβολή των εξόδων και της αμοιβής του, όπως είχε αναφέρει στο από 5-9-2012 μήνυμά του προς τους εναγομένους, ότι προτίθεται να αποστείλει σε αυτούς τις επόμενες ημέρες λογαριασμό εξόδων και αμοιβής του για τις μέχρι το σημείο εκείνο ενέργειές του.

Επισημαίνεται περαιτέρω ότι, ενώ οι εναγόμενοι ανέθεσαν προφορικά σε αυτόν την υπόθεσή τους, για τη δικαστική διεκδίκηση των απαιτήσεών τους σε βάρος της Ιεράς Μονής Πεντέλης (Απρίλιο του έτους 2011), ο ενάγων προέβη στη σύνταξη του έντυπου κειμένου εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών και διεξαγωγής δικών, το οποίο απέστειλε σε σχέδιο στους εναγομένους προς υπογραφή στις 3-9-2012, έχοντας ήδη προβεί στη σύνταξη και κατάθεση της σχετικής αγωγής (14-7-2011) και στην κατάθεση των σχετικών επ' αυτής προτάσεων (4-9-2012) προτού λάβει το έντυπο κείμενο εντολής, υπογεγραμμένο από τους εναγομένους, το οποίο απέστειλαν στις 4-9-2012, τροποποιημένο όμως αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα, γεγονός που επέφερε τη λύση της μεταξύ των διαδίκων συμβατικής σχέσης.

Επισημαίνεται περαιτέρω ότι η εντολή παροχής νομικών υπηρεσιών εμπεριέχουσα και τη σχετική μεταξύ τους συμφωνία ως προς το θέμα των δικαστικών εξόδων δεν είχε αποτυπωθεί εγκαίρως από τον ενάγοντα σε έγγραφη συμφωνία, πριν τη διεξαγωγή από αυτόν των ανωτέρω αναφερόμενων δικαστικών ενεργειών, δημιουργώντας για τους εναγομένους πάγιες καταστάσεις, οι οποίες αποδυνάμωσαν τη δυνατότητά τους να αναθέσουν την υπόθεσή τους σε άλλο δικηγόρο, ενώ τους κατέστησαν και υπόχρεους για την καταβολή στον ενάγοντα των εξόδων και της αμοιβής του για τις μέχρι το σημείο εκείνο ενέργειές του, την οποία όμως (αμοιβή) ουδέποτε αξίωσε μέχρι και την κατάθεση της υπό κρίση αγωγής, ήτοι για χρονικό διάστημα 4 περίπου ετών.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την κρίση ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος να επιδιώξει εκ των υστέρων την καταβολή της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής του για τις ανωτέρω δικαστικές ενέργειές του έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προσδίδοντας καταχρηστικό χαρακτήρα στην άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, γενομένης δεκτής της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος καθώς και του προβαλλομένου σχετικού λόγου εφέσεως.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, καθόσον τα, ως άνω, γενόμενα δεκτά ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά δεν επαρκούν για να καταστήσουν την άσκηση της αγωγικής αξίωσης καταχρηστική.

Τούτο δε, διότι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να πληρούται το πραγματικό της εν λόγω διάταξης, ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει: α) ότι από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου του ενδίκου δικαιώματος ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, σε συνάρτηση με την αντίστοιχη συμπεριφορά των υπόχρεων εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία ουδόλως αξιολογείται, δημιουργήθηκε στους τελευταίους η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το μεν οι εναγόμενοι ήταν εκείνοι που τροποποίησαν μονομερώς την αρχική προφορική συμφωνία τους με τον ενάγοντα και συγκεκριμένα τον όρο αυτής περί του ότι τα έξοδα της δίκης θα βαρύνουν τους ίδιους, τούτο δε έπραξαν στις 4-9-2012, μετά, δηλαδή, την κατάθεση από τον ενάγοντα για λογαριασμό τους και σε εκτέλεση της προφορικώς χορηγηθείσας από αυτούς σχετικής εντολής, της από 12-7-2011 αγωγής κατά της Ιεράς Μονής Πεντέλης, το περιεχόμενο της οποίας (αγωγής) είχαν οι εναγόμενοι προηγουμένως εγκρίνει, το δε μετά την μη αποδοχή εκ μέρους του ενάγοντος του όρου της ως άνω προφορικής συμφωνίας ως προς τα έξοδα, ο τελευταίος τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του ν' αποστείλει τις επόμενες ημέρες λογαριασμό εξόδων και αμοιβής του για τις μέχρι τότε ενέργειές του, β) ότι συντρέχουν συγκεκριμένες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που έχουν αιτιώδη σχέση με την προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, συνεπεία των οποίων, της πραγματικής κατάστασης που διαμορφώθηκε και της επί τέσσερα έτη αδράνειας αυτού, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματός του εξέρχεται των διαγραφομένων από τη διάταξη του άρθρο 281 ΑΚ ορίων, γ) ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος επέφερε ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε, η οποία συνεπάγεται συγκεκριμένες επαχθείς συνέπειες σε βάρος των εναγομένων, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες σε βάρος του ενάγοντος από την παρακώλυση ικανοποίησης του δικαιώματός του.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, κατά παραδοχή ως βάσιμου του, ως άνω, λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης υπόθεσης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, που προβάλλονται με την ένδικη αίτηση, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 5678/20-11-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ