Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding mandatory examination of counterclaims in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a personal injury case involving a deceased husband. The appellant argued the lower court erred by not examining a counterclaim of joint liability, but the court held that such claims must be reviewed independently of the appeal's specific grounds. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 522, 559, 580, 581, 183 of the Code of Civil Procedure; The lower court must examine counterclaims independently of the appeal's scope, and an appeal alleging non-compliance with a prior Supreme Court ruling is unfounded if the lower court correctly applied the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 682 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 682/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. χας Γ. Π., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Καλαματιανού και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4945/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3458/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 22-7-2010 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 770/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 6155/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 10-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 708/9-10-2013 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 6155/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την υπ' αρ. εκθ. καταθέσεως 6806/2005 αγωγή της η αναιρεσίβλητη ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Β. Ρ. και η, ήδη αναιρεσείουσα, ασφαλιστική εταιρεία, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν 200.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν επί πλέον 245.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστη από το θάνατο του συζύγου της σε αυτοκινητικό ατύχημα, που προκάλεσε ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το Ι.Χ,Φ.
αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη. Επί της αγωγής αυτής (και επί της 1817/2005 αγωγής των τριών αδελφών του ως άνω θανόντος) εκδόθηκε η 4945/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ο θανών συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 20%, επιδικάσθηκε στην εν λόγω ενάγουσα το ποσό των 60.000 ευρώ, στους δε ενάγοντες της άλλης αγωγής το ποσό των 20.000 ευρώ στον καθένα, νομιμοτόκως από την επίδοση εκάστης αγωγής.
Την απόφαση αυτή εξεκάλεσαν, τόσο οι εναγόμενοι με την 1625/2007 έφεση τους, την οποία απηύθυναν κατά των εναγόντων και των δύο αγωγών, όσο και η ενάγουσα με την 6861/2007 έφεση της. Οι ενάγοντες της 1817/2005 αγωγής άσκησαν αντέφεση με τις προτάσεις τους. Επ' αυτών εκδόθηκε η 3458/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφού κρίθηκε συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 40% ο θανατωθείς πεζός, απορρίφθηκαν κατ1 ουσίαν η 6861/2007 έφεση και η αντέφεση, έγινε δεκτή εν μέρει η 1625/2007 έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη, κρατήθηκε η υπόθεση, έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές και επιδικάσθηκαν 40.000 ευρώ στην αναιρεσίβλητη και 15.000 ευρώ σε καθένα των λοιπών εναγόντων, νομιμοτόκως ως ανωτέρω.
Κατά της απόφασης αυτής η νυν αναιρεσίβλητη Χ. Π. άσκησε την 779/2010 αίτηση αναίρεσης. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 770/2011, με την οποία ο Άρειος Πάγος, αναίρεσε την 3458/2008 απόφαση, ως προς τους διαδίκους της τότε και της παρούσας αναιρετικής δίκης, αφού δέχθηκε ως βάσιμο τον από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης με τις εξής παραδοχές: "Από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα δικόγραφα και πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι οι εναγόμενοι προέβαλαν "ένσταση συνυπαιτιότητας κατά 95% του θανόντος" χωρίς κανένα άλλο περιστατικό.
Η ένσταση αυτή δεν φέρεται ως αναπτυχθείσα με τις προτάσεις των ενισταμένων-εναγομένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθόσον τέτοιες προτάσεις δεν προσκομίζονται από τους τελευταίους, ενώ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον ερευνόμενο λόγο αναιρέσεως ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Συνεπώς, η ως άνω ένσταση συνυπαιτιότητας ήταν, όπως προβλήθηκε, αόριστη και κατά συνέπεια απορριπτέα ως απαράδεκτη. Το Εφετείο δε που με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη αλλά τη δέχτηκε και ως εν μέρει βάσιμη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων.". Παρέπεμψε δε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Μετά την παραπομπή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση συνυπαιτιότητας των εναγομένων, κρίνοντας ότι δεσμεύεται ως προς το ζήτημα αυτό από την απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε την έφεση των εναγομένων κατ' ουσίαν, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και τον δια των προτάσεων κατά τη δικάσιμο της 14-2-2008 ασκηθέντα πρόσθετο λόγο έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τους εναγομένους- αναιρεσείοντες να της καταβάλουν , ο καθένας εις ολόκληρον το ποσό των 70.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο - ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. Α.Π. 395/2004, Α.Π. 902/2008). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 591 παρ. 1, 681Α, 666, 667, 670 έως 676, 115 παρ. 3, 256 παρ.1 στοιχ.
δ', 237 παρ 1,3, 269 παρ. 1,2 και 527 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση συνυπαιτιότητας, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ.), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δε σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ. Α.Π. 2/2009). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. Α.Π. 9/1997, Α.Π. 625/2008, Α.Π 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π 701/2008, Α.Π 625/2008, Α.Π 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ( Α.Π. 1299/2009, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 43/1990, Α.Π. 2013/2007). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου και της παραγράφου 1 του άρθρου 561 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεσμευόμενο από τις παραπάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό δικαστήριο και γι' αυτό η απόφαση του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, απαραδέκτως πλήττεται με λόγο αναίρεσης. Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.
Επομένως, οι παραπάνω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 146/2009).
Τέλος, η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.
Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαια της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Κατά την έννοια του άρθρου 579 ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της απόφασης καταργείται κατά την αυτή έκταση και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση και ως εκ τούτου οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ' αυτήν, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση δικαστήριο και αν ακόμη έγινε νόμιμη επίκληση αυτών κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. (Α,Π. 1606/2007) Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., με την επίκληση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά ποσοστό 95% ως αόριστη και κατά συνέπεια απαράδεκτη.
Ως προς την ένσταση αυτή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την κατωτέρω αιτιολογία:
"Η ενάγουσα Χ. χήρα Γ. Π. με τον πρόσθετο λόγο της έφεσης της ισχυρίσθηκε ότι η συνοπτικώς προταθείσα από τους εναγομένους ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος συζύγου της κατά ποσοστό 95% ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν παρέθεσαν (οι εναγόμενοι) τα πραγματικά περιστατικά που να την θεμελιώνουν. Η υπ' αριθμ. 3458/2008 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου την έκρινε παραδεκτή και εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν. Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και από τα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέκυψε ότι οι εναγόμενοι προέβαλαν την ένσταση συνυπαιτιότητος κατά ποσοστό 95% του θανόντος συζύγου της ενάγουσας χωρίς κανένα άλλο περιστατικό, Η ως άνω ένσταση δεν φέρεται ως αναπτυχθείσα με τις προτάσεις των ενιστάμενων εναγομένων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον τέτοιες προτάσεις δεν προσκομίστηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τους τελευταίους.
Συνεπώς η ως άνο3 ένσταση συνυπαιτιότητας ήταν όπως προβλήθηκε, αόριστη και κατά συνέπεια απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως δέχτηκε και ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 770/2011 απόφαση του, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (διαδικασία μετά την αναίρεση) "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν"".
Ήτοι, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, κρίνοντας ότι δεσμεύεται από την λύση που δόθηκε με την 770/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς αναγόμενο στο δικονομικό δίκαιο νομικό ζήτημα, για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, δηλαδή της αοριστίας και συνεπώς του απαραδέκτου της εν λόγω ένστασης συνυπαιτιότητας, συμμορφώθηκε, όπως όφειλε, προς την αναιρετική απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του εάν με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου λύθηκε νομικό ζήτημα, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό, τον οποίο δεν πρότεινε η αναιρεσείουσα νόμιμα στο Εφετείο, στην μετ' αναίρεση συζήτηση, με τις από 22-5-2012 προτάσεις της, όπως όφειλε, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε στην ως άνω νομική σκέψη, οι προτάσεις που είχαν υποβληθεί κατά τη συζήτηση, κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση, δεν λαμβάνονται υπόψη, και δοθέντος ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα, ως εφεσίβλητη, να προβάλει ενώπιον του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης νέους ισχυρισμούς (ενστάσεις) αλλά και ισχυρισμούς που απορρίφθηκαν ως αόριστοι, κατ' άρθρο 527 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1043/2010), όπως η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος.
Για την ίδια αιτία είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο προσάπτων στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. 3ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται, ότι κακώς δεν λήφθηκαν υπόψη προς στήριξη της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος που αυτή πρότεινε, τα περιστατικά που αναφέρονται στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καίτοι προσκομίσθηκαν νομίμως στην ενώπιον του Εφετείου μετ' αναίρεση δίκη.
Ως προς τον τέταρτο λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι παρά το νόμο λήφθηκε από το Εφετείο υπόψη και εξετάσθηκε ο πρόσθετος λόγος έφεσης περί αοριστίας (απαραδέκτου) της ως άνω ένστασης, ο οποίος ασκήθηκε με τις από 10-2-2008 προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου στη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα 3458/2008 απόφαση, που δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.1070/2008, Α.Π.602/2011), πρέπει, να σημειωθούν τα εξής:
Κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1470/2010, Α,Π. 979/2003).
Έτσι, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του ισχυρισμό αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο, όπως την αοριστία ή τη νομική αβασιμότητα αγωγής ή ένστασης δεν ιδρύεται ο από τον αρ,8 του άρθρου 559 λόγος, Στην προκειμένη περίπτωση, που η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει με τον πρώτο λόγο της έφεσης της την απόρριψη (κατ' ουσίαν) της ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος συζύγου της, η οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει πρωτοδίκως, όφειλε το Εφετείο να ερευνήσει το ορισμένο ή μη της ένστασης, ανεξάρτητα από την λήψη ή μη υπόψη του πρόσθετου λόγου έφεσης, η επίκληση του οποίου από την προσβαλλομένη έγινε εκ περισσού και δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ., όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.4 και 581 παρ.2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 201/2009). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένως συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, ενώ όφειλε να μη συμμορφωθεί. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος με το υπ' αρ. 13623508, σειρά VI, διπλότυπο της ΙΓ Δ.Ο.Υ. Αθηνών παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 708/9-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 6155/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ