Legislator Case Law & Legislation
602/2011 AI generated

New appeal on remand allowed if different from prior; appeal dismissed if court rejected new appeal as inadmissible.

Case Number 602/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's new appeal on remand regarding the start date of interest accrual, as it addressed a different legal ground than the previously rejected appeal. However, the court ultimately dismissed the appeal because the lower court correctly rejected the new appeal as inadmissible for containing an illegal argument. Consequently, the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 523(1) and 674(1) of the Code of Civil Procedure; A new appeal on remand is admissible if it concerns a different legal ground than the previously rejected one, but an appeal is dismissed if the appellate court rejects it as inadmissible in its entirety.

Keywords

AI generated
appeal on remand new appeal admissibility different legal ground inadmissible appeal interest accrual start date public entity privileges legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 523(1) of the Code of Civil Procedure
Article 674(1) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 29(1) of Presidential Decree 158/1997

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/2006
AE 7/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 602 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας, η προηγηθείσα αμετάκλητη απόρριψη της αντέφεσης καθιστά απαράδεκτη την άσκηση νέας αντέφεσης με τον ίδιο λόγο. Είναι παραδεκτή, όμως, η άσκηση νέας αντέφεσης με διαφορετικό λόγο, που αναφέρεται σε εκκληθέν κεφάλαιο ή αναγκαίως συνεχόμενο και δεν είχε προβληθεί με την αμετακλήτως απορριφθείσα. Παρά ταύτα, επόμενη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται όταν το εφετείο απέρριψε τη νέα αντέφεση ως απαράδεκτη στο σύνολό της, ενώ ένας από τους λόγους αυτής ήταν μη νόμιμος (ΚΠολΔ 578). Η τοκογονία των απαιτήσεων σε βάρος των νομικών προσώπων που έχουν τα προνόμια του Δημοσίου αρχίζει την επίδοση αγωγής, ακόμη και αναγνωριστικής, όχι, όμως, από προηγούμενη όχληση.

Αριθμός 602/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Σ.Β.του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελευθερίας Παλυβού - Βαρουτσή.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στεγάσεως (ΔΕΠΟΣ) ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Λιακόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1471/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και αντεφέσεως, η 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αναιρέθηκε με την 200/2008 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Ύστερα από νέα συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 5694/2009 απόφαση αυτού. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση κατά παραδοχή του δεύτερου μέρους του πρώτου των λόγων αυτής. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, στα άρθρα 523 παρ.1 και 674 παρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση" και ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών "Οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης και η αντέφεση ασκούνται και με τις προτάσεις".

Περαιτέρω, στα άρθρα 571 παρ.1 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν" και ότι στο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπεται η δίκη μετ' αναίρεση, "Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα όρια, εντός των οποίων πρέπει να γίνει η συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής, καθορίζονται από το διατακτικό της αναιρετικής απόφασης σε συνδυασμό με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, επί της οποίας η απόφαση έχει εκδοθεί. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.14 και 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο", καθώς και "αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (...)".

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 22-12-2003 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, που έχει τη νομική μορφή ανώνυμης εταιρίας, αλλά ανήκει στο δημόσιο τομέα, ζήτησε την επιδίκαση του επιδόματος απασχόλησης σε ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2003.

Με την 1471/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή α) απορρίφθηκε ως παραγραμμένη για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2000, κατόπιν παραδοχής σχετικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, διότι κρίθηκε ότι αυτή απολαμβάνει τα προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η διετής παραγραφή των αξιώσεων των εργαζομένων επί των αποδοχών αυτών και β) έγινε δεκτή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2003 και επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα για την εν λόγω αιτία το ποσό των 9.941,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ως προς το κεφάλαιο που αναφερόταν στην παραδοχή της αγωγής και αντεφέσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ως προς το κεφάλαιο που αναφερόταν στην απόρριψη αυτής ως παραγραμμένης, εκδόθηκε η 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση έγιναν τυπικά δεκτές, αλλά κατά την ουσιαστική εκδίκαση η αντέφεση απορρίφθηκε, ενώ η έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου και δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη, διότι κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνυόταν σε συνεχή βάση απασχόληση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή τουλάχιστον επί 4 ώρες ημερησίως, δεν δικαιούται να λάβει το αιτούμενο επίδομα.

Κατόπιν, ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως, παραπονούμενος για την απόρριψη της αγωγής του, χωρίς να συμπεριλάβει ιδιαίτερο λόγο ως προς το ζήτημα της παραγραφής. Το Δικαστήριο αυτό, με την 200/2008 απόφαση, αναίρεσε την 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των κανονιστικών διατάξεων των ΣΣΕ που προβλέπουν τη χορήγηση του αιτουμένου επιδόματος στο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και ορίζουν ως προϋπόθεση για μεν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2002 την απασχόληση σε Η/Υ τουλάχιστον επί 4 ώρες ημερησίως, για δε το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 την αποκλειστική απασχόληση σε Η/Υ και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο της ουσίας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Κατά τη νέα συζήτηση της εφέσεως, ο αναιρεσείων άσκησε και πάλι αντέφεση, με τις νέες προτάσεις που κατέθεσε, προβάλλοντας ως λόγους αφ' ενός το ότι δεν έπρεπε να τύχει εφαρμογής η προνομιακή διάταξη περί διετούς παραγραφής και αφ' ετέρου το ότι η τοκογονία των αξιώσεων, που είχαν επιδικασθεί, θα έπρεπε να μην αρχίσει από την επίδοση της αγωγής του, αλλά από την προηγηθείσα όχληση της εναγομένης κατά την 31-10-2002.

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5694/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αντέφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της ως απαράδεκτη, διότι κρίθηκε ότι ως προς το κεφάλαιο περί απορρίψεως της αντεφέσεως δεν είχε αναιρεθεί η 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με συνέπεια να παραχθεί δεδικασμένο ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Επίσης, η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία, οπότε κατέστη τελεσίδικη η απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς το κεφάλαιο με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή. Σύμφωνα με τα ως άνω διαδικαστικά δεδομένα, η αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε κατ' ουσία με οριστική διάταξη της 7742/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η διάταξη αυτή δεν προσβλήθηκε με την αίτηση αναιρέσεως, που είχε ασκηθεί κατά της εν λόγω αποφάσεως. Ως εκ τούτου, με τη διάταξη για την απόρριψη της αντέφεσης δεν ασχολήθηκε αυτό το Δικαστήριο με την αναιρετική 200/2008 απόφαση, η οποία, όπως από τις αιτιολογίες της προκύπτει, ακύρωσε την 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς το κεφάλαιο με το οποίο είχε γίνει, τότε, δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης και είχε απορριφθεί η αγωγή.

Κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση, αντικείμενο της δίκης ήταν η εκδίκαση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, η οποία έπληττε το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης με το οποίο είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή. Με τις προτάσεις που κατέθεσε στη συζήτηση αυτή, ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα να ασκήσει νέα αντέφεση, με τον περιορισμό ότι οι λόγοι αυτής θα έπρεπε να αναφέρονται στο κεφάλαιο που προσβαλλόταν με την έφεση ή στα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτό και θα ήσαν διαφορετικοί από εκείνους που περιέχονταν στην προηγούμενη αντέφεση, η οποία είχε απορριφθεί αμετακλήτως.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη τη νέα αντέφεση του αναιρεσείοντος, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο ούτε δέχθηκε δεδικασμένο από απόφαση που εξαφανίσθηκε, ως προς το λόγο της αντέφεσης με τον οποίο πληττόταν και πάλι το κεφάλαιο περί απορρίψεως της αγωγής ως παραγραμμένης και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, ως προς το πρώτο μέρος αυτού και ο δεύτερος λόγος αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.14 και 16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (διάταγμα της 26-6/10-7-1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής (...) άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου απαιτείται και αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία λαμβάνει επίσημο χαρακτήρα η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για χρηματική παροχή έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Η επιδικία αρχίζει με την επίδοση της αγωγής και, εφ' όσον ο νόμος δεν διακρίνει, ως αγωγή νοείται όχι μόνο η καταψηφιστική, αλλά και η αναγνωριστική (ΑΕΔ 7/2011).

Δεν είναι, όμως, δυνατή η έναρξη της τοκογονίας από προγενέστερο χρονικό σημείο, διότι χάριν του δημοσίου συμφέροντος αυτό ρητώς έχει αποκλεισθεί, χωρίς ο αποκλεισμός να εισάγει δυσμενή διάκριση, αφού προστατεύει τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας προς όφελος όλων των πολιτών, ως τοιούτων νοουμένων όχι μόνο αυτών που επιδιώκουν ικανοποίηση από συγκεκριμένη επιδικία, αλλά και όσων προσδοκούν την απόλαυση κοινωνικών αγαθών από την κρατική οικονομική ευρωστία.

Για την ίδια αιτία, η εν λόγω υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε με τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που αποβλέπουν μεν στην προστασία της περιουσίας παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, μόνο, όμως, όταν αυτή δεν είναι αντίθετη προς το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (πρβλ.

ΟλΑΠ 3/2006). Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.1 του π.δ. 158/1997, το εν λόγω προνόμιο του Ελληνικού Δημοσίου ως προς την έναρξη της τοκογονίας των κατ' αυτού απαιτήσεων ισχύει και υπέρ της αναιρεσίβλητης. Στην προκείμενη περίπτωση και σε συνέχεια των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, παρατηρείται ότι με τη νέα αντέφεση, που ασκήθηκε κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση, προβαλλόταν και λόγος που έπληττε το εκκληθέν κεφάλαιο της παραδοχής της αγωγής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2003 και αναφερόταν στην έναρξη της τοκογονίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, ως αντεκκαλών, διατύπωνε τον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο ουχί νομίμως είχε επιδικάσει το ποσό, ως προς το οποίο η αγωγή του είχε κριθεί βάσιμη, "με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής", ενώ αυτός είχε ζητήσει, κυρίως, να αρχίσει η τοκογονία από την 31-10-2002, ημέρα κατά την οποία είχε οχλήσει εγγράφως και εξωδίκως την αναιρεσίβλητη για την καταβολή του επιδόματος, το οποίο στη συνέχεια αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής.

Ο λόγος αυτός δεν υπήρχε στην πρώτη αντέφεση και η προβολή του με τη νέα δεν εμποδιζόταν από την αμετάκλητη απόρριψη της προηγούμενης. Σύμφωνα, όμως, με τα όσα αναφέρθηκαν, η τοκογονία των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος δεν θα μπορούσε να αρχίσει από χρονικό σημείο προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής και η αντέφεσή του, ως προς το μέρος αυτό, ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη τη νέα αντέφεση του αναιρεσείοντος και ως προς το μέρος αυτό, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα (ΚΠολΔ 578) και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, ως προς το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι, επίσης, αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-1-2010 αίτηση για αναίρεση της 5694/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ