Legislator Case Law & Legislation
67/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on property ownership and admissibility of appeal grounds.

Case Number 67/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the final first-instance judgment regarding property ownership. The State argued that the lower court erred in finding continuous possession by the private claimant without proof, while the claimant contended they held the land under specific legal titles. The court rejected the appeal because the alleged procedural error did not fall within the scope of admissible grounds for appeal under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging a violation of Article 559(10) is inadmissible if the corresponding appeal argument is not included in the list of admissible grounds under Article 560.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal Code of Civil Procedure property ownership continuous possession admissible appeal grounds final judgment procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1), 3 of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Judicial Organization Law
Circular Decision 134423OIK./08.12.1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 67 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 67/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κατσαντώνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπερχειάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 509/2013 οριστική του Ειρηνοδικείου Λαμίας και 202/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5-12-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 202/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 16-5-2014 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 509/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σπερχειάδος, που έκανε δεκτή την από 30-8-2012 (αριθμ.καταθ. 19/2012) περί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, μετά την απελευθέρωση περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα και αφετέρου τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων (Α.Π. 764/2022, Α.Π. 24/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου (29-11-1836).

Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ.1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχρός, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ.2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, εξαιτίας της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει, ακόμη και όταν στο ανωτέρω έδαφος η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιή. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος, (ΑΕΔ 27/99).

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και, γενικά, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26-5-1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 (Ολ ΑΠ 75/1987).

Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (Α.Π.24/2021), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (Α.Π. 764/2022, ΑΠ 226/2015), ούτε ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (Α.Π. 764/2022, Α.Π. 24/2021, ΑΠ 769/2020).

Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον δε η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο ( Α.Π.24/2021, ΑΠ 1816/2017).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 ν.3208/2003, ως ίσχυε έως της καταργήσεώς του με το άρθρο 53 παρ. 1 περ. γ του Ν. 4280/2014(8-8-2014) "1.Μεταβιβάσεις εν ζωή ή αιτία θανάτου ακινήτων που εμφανίζονται με αγροτική μορφή στις αεροφωτογραφίες των ετών λήψης 1945 ή 1960 θεωρούνται έγκυρες και ισχυρές έναντι του Δημοσίου, ανεξάρτητα από τη μορφή που απέκτησαν τα ακίνητα αυτά αργότερα, εφόσον οι σχετικοί τίτλοι ανάγονται σε ημερομηνία πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και έχουν μεταγραφεί. 2.

Θεωρούνται, ομοίως, έγκυρες και ισχυρές έναντι του Δημοσίου οι μεταβιβάσεις εν ζωή ή αιτία θανάτου αγροκτημάτων, που βρίσκονται σε ευρύτερες αγροτικές περιοχές και μέρος αυτών καλύπτεται από άγρια ποώδη ή ξυλώδη βλάστηση οποιασδήποτε μορφής ή διάπλασης, εφόσον οι σχετικοί τίτλοι ανάγονται σε ημερομηνία πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και η έκταση των αγροκτημάτων αυτών, που καλύπτεται από άγρια ποώδη ή ξυλώδη βλάστηση, δεν εφάπτεται με δημόσιο δάσος ή δασική έκταση. 3.

Η διαχείριση των εκτάσεων της πρώτης παραγράφου που εμφανίζουν τη μορφή δάσους, κατά την έννοια των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 67 παράγραφος 4 περίπτωση α' του Ν.998/1979, όπως ισχύουν, διέπεται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. 4. Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού δεν αποκλείει την εφαρμογή διατάξεων νόμων με τους οποίους αναγνωρίζονται ιδιωτικά δικαιώματα κυριότητας έναντι του Δημοσίου με όρους ευμενέστερους για τους επιζητούντες την αναγνώριση 5.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού προηγείται πράξη χαρακτηρισμού της έκτασης κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/ 1979, η οποία υποχρεωτικά παραπέμπεται στην Πρωτοβάθμια Επιτροπή του άρθρου 10 του ν. 998/1973". Με το άρθρο αυτό, που αφορά στις μεταβιβάσεις αγροκτημάτων, κατά την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου ρυθμίστηκε το χρόνιο θέμα των διασωθέντων αγρών και θεωρούνται ισχυρές έναντι του Δημοσίου οι μεταβιβάσεις για νόμιμη αιτία των αγροκτημάτων που εμφανίζονται ως τέτοια στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 ή του έτους 1960 ανεξάρτητα από τη μορφή που απέκτησαν αργότερα, εφόσον οι τίτλοι των ενδιαφερομένων ανάγονται σε ημερομηνία πριν από την 23-2-1946.

Αίρονται οι ιδιοκτησιακές αμφισβητήσεις που προέρχονται από την "άτυπη" επέκταση του μαχητού τεκμηρίου κυριότητας που επεβλήθη το 1836 επί των δασών και όχι επί των αγροτικών εκτάσεων, επί κάθε εκτάσεως που έφερε άγρια βλάστηση και δεν τίθεται θέμα ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης επί του δασικού μέρους μεικτών αγροτεμαχίων που βρίσκονται σε ευρύτερες εκτάσεις και αποτελούνται κατά το ένα μέρος από αγρό και κατά το υπόλοιπο από έκταση που καλύπτεται από άγρια ποώδη ή ξυλώδη βλάστηση, εφόσον οι σχετικοί τίτλοι των ενδιαφερομένων ανάγονται σε ημερομηνία πριν από το έτος 1946.

Χρόνο αναφοράς αποτελεί το έτος 1945, ότε και πραγματοποιήθηκε η πρώτη καθολική αεροφωτογράφηση της χώρας και επειδή οι εν λόγω φωτογραφίες εμφάνιζαν ως χέρσες ή δασικές και τις γεωργικές εκτάσεις που δεν καλλιεργήθηκαν κατά την εμπόλεμη κατάσταση, αλλά επανακαλλιεργήθηκαν μετά τη λήξη αυτής της περιόδου κρίθηκε σκόπιμη η χρησιμοποίηση των φωτοερμηνευτικών στοιχείων και της αεροφωτογραφίας του έτους 1960 σε τρόπο ώστε να μην εκλαμβάνονται οι γεωργικές εκτάσεις που επανακαλλιεργήθηκαν μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου ως υπαγόμενες στην κατηγορία εκτάσεων που θα έπρεπε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας να κηρυχθούν αναδασωτέες.

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 974,976, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο. Παράλληλα, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του Α.Κ., συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος.

Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του (Α.Π. 764/2022, Α.Π. 24/2021, ΑΠ 1023/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο: 1)αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π.764/2022, Α.Π.1351/2021, Α.Π. 24/2021).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ, η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.ΠολΔ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων), καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΑΠ 59/2021, 71/2020).

Το κατά νόμο εξάλλου αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 654/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 269/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "Προσήλια" της κτηματικής περιφέρειας της Δημοτικής Ενότητας Σπερχειάδας του Δήμου Μακρακώμης και αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου έκτασης 25.650 τ.μ., το οποίο συνορεύει ............. όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 25-1-2010 συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.

Γ........... Το επίδικο έχει σχήμα ακανόνιστο και εκτείνεται ως επί το πλείστον στο εσωτερικό του ως άνω μεγαλύτερου ακινήτου, έχει έκταση 10. 883 στρέμματα, αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία .......... και συνορεύει δυτικά και επί πλευράς Β-Γ-Δ-54 με δημόσια δασική έκταση και από τις λοιπές πλευρές του με την μείζονα έκταση του ακινήτου, ιδιοκτησίας του ενάγοντος.

Το όλο ως άνω ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα τμηματικά από διαφορετικούς δικαιοπαρόχους. Ειδικότερα, α) τμήμα αυτού που αποτυπώνεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου μηχανικού με τα στοιχεία "1.2.6.7.Ε.1", εκτάσεως 2.670 τ.μ, περιήλθε από αγορά από τον Δ. Μ. δυνάμει του αριθ. ...-2009 συμβολαίου αγοράς της συμ/φου Σπερχειάδας Β.

Ζ. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπερχειάδας (τ. 100, αρ. 484). Στον Δ. Μ. είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/2 αδιαίρετα από κληρονομιά του αποβιώσαντος την ...-2004 πατρός του Π. Μ., την οποία αποδέχτηκε με την αριθ. ...-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας συμ/φου, που νόμιμα μεταγράφηκε και κατά ποσοστό 1/2 αδιαίρετα με δωρεά εν ζωή από την αδελφή του Κ.

Μ. δυνάμει του αριθ. ...-2005 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ιδίας συμ/φου, που νόμιμα έχει μεταγραφεί. Στον Π. Μ. είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση, που έγινε το έτος 1920 από τον αληθινό κύριο, καλόπιστο νομέα και κάτοχο πατέρα του Δ. Μ. και στον τελευταίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση που έγινε προ του έτους 1860 από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Π.

Μ., ο οποίος το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Το εν λόγω τμήμα του μείζονος ακινήτου, τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοί του, όπως προαναφέρθηκε, το νέμονταν και το κατείχαν με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή είχαν την πεποίθηση ότι ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού, ασκούντες όλες τις αρμόζουσες στους κυρίους, νομείς και κατόχους διακατοχικές πράξεις ήτοι το καλλιεργούσαν και το είχαν φυτεμένο με αμπέλι, β) Τμήμα αυτού που αποτυπώνεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου μηχανικού με τα στοιχεία "2.3.Ι.Θ.7.6.2", εκτάσεως 3.398 τ.μ, περιήλθε στον ενάγοντα από άτυπη παραχώρηση, που έγινε το έτος 1970 από τον αληθινό κύριο, καλόπιστο νομέα και κάτοχο πατέρα του Χ.

Κ. και στον τελευταίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση που έγινε το έτος 1925 από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Κ. Κ., ο οποίος το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και στον τελευταίο είχε περιέλθει από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Χ. Κ. προ του έτους 1860. Το εν λόγω τμήμα του μείζονος ακινήτου, τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοί του, όπως προαναφέρθηκε, το νέμονταν και το κατείχαν με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή είχαν την πεποίθηση ότι ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού, ασκούντες όλες τις αρμόζουσες στους κυρίους, νομείς και κατόχους διακατοχικές πράξεις ήτοι το καλλιεργούσαν με σιτάρι, ενώ ο ενάγων το καλλιεργούσε τριφύλλι, γ) Τμήμα που αποτυπώνεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου μηχανικού με τα στοιχεία "Κ.Λ.Μ.Ν.5.4.3.Ι.Κ", εκτάσεως 5.067 τ.μ, περιήλθε στον ενάγοντα με μεταβίβαση της νομής το έτος 2009 από τον αληθινό κύριο, καλόπιστο νομέα και κάτοχο Χ.

Λ., από τον οποίο το αγόρασε ατύπως και συντάχθηκε δε προς τούτο και το από 5-6-2009 συμφωνητικό. Στον τελευταίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση που έγινε το έτος 1970 από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Γ. Λ., ο οποίος το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και στον τελευταίο είχε περιέλθει από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Χ.

Λ. περί το έτος 1912, ο οποίος το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και στον τελευταίο είχε περιέλθει από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Γ. Λ. προ του έτους 1860. Το εν λόγω τμήμα του μείζονος ακινήτου, τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοί του, όπως προαναφέρθηκε, το νέμονταν και το κατείχαν με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή είχαν την πεποίθηση ότι ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού, ασκούντες όλες τις αρμόζουσες στους κυρίους, νομείς και κατόχους διακατοχικές πράξεις ήτοι το καλλιεργούσαν με σιτάρι και συνέλλεγαν τους καρπούς του.

δ) Τμήμα που αποτυπώνεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου μηχανικού με τα στοιχεία "1.2.3.4.5.Ν.Ξ.Δ.1", εκτάσεως 4.660 τ.μ, περιήλθε στον ενάγοντα με μεταβίβαση της νομής του, που έγινε το έτος 2009 από την αληθινή κυρία, καλόπιστο νομέα και κάτοχο Μ. Κ., από την οποία το αγόρασε ατύπως και συντάχθηκε προς τούτο το από 4-6-2009 συμφωνητικό.

Στην τελευταία είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση που έγινε το έτος 1980 από την μητέρα της Ε. Κ., αληθή κυρία αυτού, η οποία το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Στην τελευταία είχε περιέλθει από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα της Δ. Κ. περί το έτος 1950, ο οποίος το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και στον τελευταίο είχε περιέλθει από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Κ.

Κ. προ του έτους 1890, ο οποίος το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και στον τελευταίο είχε περιέλθει από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Γ. Κ. προ του έτους 1860. Το εν λόγω τμήμα του μείζονος ακινήτου, τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοί του, όπως προαναφέρθηκε, το νέμονταν και το κατείχαν με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή είχαν την πεποίθηση ότι ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού, ασκούντες όλες τις αρμόζουσες στους κυρίους, νομείς και κατόχους διακατοχικές πράξεις ήτοι διατηρούσαν σ' αυτό αμπέλι και συνέλλεγαν τους καρπούς του.

Και ε) τμήμα που αποτυπώνεται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου μηχανικού με τα στοιχεία "Α.Β.Γ.Δ.Ξ.Ο.Π.Ρ.Σ Α", εκτάσεως 9.855 τ.μ, περιήλθε στον ενάγοντα με μεταβίβαση της νομής του, που έγινε το έτος 1985 από την αληθινή κυρία, καλόπιστο νομέα και κάτοχο Ο. Λ., από την οποία το αγόρασε ατύπως και συντάχθηκε προς τούτο και το από 31-7-1985 συμφωνητικό.

Στην τελευταία είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση που έγινε το έτος 1950 από τον πατέρα της Δ. Θ., αληθή κύριο αυτού, ο οποίος το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Στον τελευταίο είχε περιέλθει από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Κ. Θ. περί το έτος 1895, ο οποίος το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και στον τελευταίο είχε περιέλθει από τον πρότερο αληθή κύριο αυτού πατέρα του Δ.

Θ. προ του έτους 1860, ο οποίος το νέμονταν και το κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Το εν λόγω τμήμα του μείζονος ακινήτου, τόσο ο ενάγων όσο και οι δικαιοπάροχοί του, όπως προαναφέρθηκε, το νέμονταν και το κατείχαν με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή είχαν την πεποίθηση ότι ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού, ασκούντες όλες τις αρμόζουσες στους κυρίους, νομείς και κατόχους διακατοχικές πράξεις ήτοι καλλιεργούσαν σιτηρά και συνέλλεγαν τους καρπούς του.

Συνεπώς, ο ενάγων έγινε κύριος της μείζονας εκτάσεως, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, αφενός μεν παραγώγως ως προς το πρώτο περιγραφόμενο τμήμα του και αφετέρου κατά πρωτότυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία αφού ο ίδιος και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί του κατείχαν αδιαλείπτως τουλάχιστον από το έτος 1860 και εφεξής τα επιμέρους περιγραφόμενα τμήματά του προσμετρώντας έτσι στο χρόνο νομής του καθενός και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, καθόσον τα νεμήθηκαν καλοπίστως, με θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι και με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στο χαρακτήρα και τη μορφολογία του εδάφους του, ήτοι καλλιεργούσαν αμπέλια, σιτηρά, αμυγδαλιές και βοσκούσαν τα ποίμνιά τους.

Όλα τα ανωτέρω ενισχύονται από τις μαρτυρικές καταθέσεις και επιπροσθέτως και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά και ιδιαίτερα από τα προαναφερόμενα συμφωνητικά μεταβίβασης στον ενάγοντα της νομής των επιμέρους τμημάτων του ακινήτου από τους άμεσους δικαιοπαρόχους τους καθώς και το αριθ. ...-2009 συμβόλαιο αγοράς της συμ/φου Σπερχειάδας Β.

Ζ. Κ., αλλά και από την από 1-6- 2010 εισήγηση του δασολόγου του Δασαρχείου Στερχειάδας Β. Τ., που κατόπιν αυτοψίας που διενήργησε, λαμβάνοντας υπόψιν του και την εξέταση των ζευγών ... (...) έτους λήψης 1945, ... έτους λήψεως 1960, ... έτους λήψης 1987 και το αριθ. ... φύλλο ορθοφωτοχάρτη, προέκυψε ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε μέχρι το έτος 1960 μη δασική έκταση, άρχισε δε έκτοτε να δασώνεται και καλύπτεται σήμερα από πουρνάρια, σπάρτα και κουτσουπιές και διάσπαρτα άτομα δρυός σχίνου, παλιουριού, κλπ, σε ποσοστό κάλυψης 80-90%.

Το Δημόσιο μετά την έκδοση της αριθ. .../2010 πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Σπερχειάδας θεωρεί την επίδικη έκταση δημόσια από μόνη την παρούσα μορφή της ως δασική, η οποία προέκυψε μετά το 1960, παραβλέποντας την μορφή της διαχρονικά κατά τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960. Τα ανωτέρω δασοπονικά, όμως, είδη αναπτύχθηκαν εξαιτίας της αδυναμίας καλλιέργειας του επιδίκου λόγω των επικρατουσών δυσμενών οικονομικών συνθηκών μετά το έτος 1960 και του κύματος μετανάστευσης στα αστικά κέντρα.

Μάλιστα, το έδαφος του επιδίκου είναι γεώδες και όχι πετρώδες, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι επρόκειτο για καλλιεργήσιμη έκταση και σε σχέση με την μείζονα έκταση, που ανήκει στον ενάγοντα και παραμένει μη δασική, βρίσκεται ακριβώς στο εσωτερικό της και έχει την ίδια μορφή, όπως και με τα όμορα γεωργικά ακίνητα, ενώ δεν έχει την ίδια μορφή με την δυτικά αυτής δασική έκταση, με την οποία δεν αποτελεί οργανική ενότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, αμφισβητώντας την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο.

Συνεπώς, η επίδικη έκταση δεν ήταν δάσος με την έννοια των άρθρων 1 και 3 του β.δ. της 16.11.1836,........ και επομένως δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ούτε ήταν δάσος το 1836, το δε μαχητό τεκμήριο κυριότητας επεβλήθη το 1836 επί των δασών και όχι επί των αγροτικών εκτάσεων.

Εξάλλου, ούτε αποδείχθηκε ότι την επίδικη έκταση κατέλαβε το εναγόμενο κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας του ως ανήκουσα στο Τουρκικό δημόσιο ή σε Τούρκους ιδιώτες που την εγκατέλειψαν ούτε αποδείχθηκε ότι την νεμήθηκε το εναγόμενο με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η προταθείσα από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ένσταση ιδίας κυριότητας, που θεωρεί το επίδικο δημόσια δασική έκταση. Αντίθετα, η επίδικη έκταση ανήκει στον ενάγοντα, ο οποίος κατέστη κύριος αυτής κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται με την έφεσή του ότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν σωρευτικώς οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 του Ν. 3208/2003 καθόσον η επίδικη έκταση κατέστη δασική, εφάπτεται με δημόσια δασική έκταση και ο ενάγων δεν προσκομίζει τίτλους αναγόμενους σε χρόνο προγενέστερους του έτους 1946.

Στην ανωτέρω, ωστόσο, διάταξη υπάγεται η προστασία των δασωθέντων, κατά τη διάρκεια του πολέμου, της κατοχής και του επακολουθήσαντος εμφυλίου πολέμου, ιδιωτικών αγρών, ήτοι αγρών που απέκτησαν προσωρινά τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης για κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1940-1960 έως την επανακαλλιέργειά τους, που έλαβε χώρα μετά την λήξη των έκτακτων συνθηκών και πάντως προ του 1960, περίπτωση στην οποία δεν εμπίπτει η επίδικη έκταση καθόσον αυτή ουδέποτε είχε δασικό χαρακτήρα προ του έτους 1960".

Ακολούθως απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μείζονος ακινήτου 25.650 τ.μ., που ανέκαθεν και μέχρι το έτος 1960, είχε αγροτικό χαρακτήρα, ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος και περιήλθε σε αυτόν κατά την έκταση των 2.670 τ.μ.

με παράγωγο τρόπο ήτοι δυνάμει του αναφερομένου και νομίμως μεταγραφέντος, αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, το έτος 2009 από τον αληθή κύριο αυτού στον οποίο επίσης είχε περιέλθει με τον ίδιο τρόπο (κληρονομική διαδοχή και αποδοχή κληρονομιάς νομίμως μεταγεγραμμένης κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου το έτος 2004, και δωρεά εν ζωή με το αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα κατά το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου το έτος 2005, οι δικαιοπάροχοι των οποίων είχαν αποκτήσει την κυριότητά τους επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενοι την εδαφική αυτή έκταση, τουλάχιστον, από το έτος 1860, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού, έως τη μεταβίβασή του στον ενάγοντα ασκώντας, άπαντες, εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στην αγροτική μορφή του, μεταξύ των οποίων, καλλιέργεια και κατά την υπόλοιπη έκταση επίσης ως εδαφικά τμήματα του όλου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενος αυτήν τόσο ο ίδιος, από το αναφερόμενο για κάθε επιμέρους εδαφικό τμήμα έτος, όσο και οι δικαιοπάροχοί του, τουλάχιστον, από το έτος 1860 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτού, ασκούντες εμφανείς, προσιδιάζουσες στον χαρακτήρα και τη μορφολογία του εδάφους του, διακατοχικές πράξεις νομής, μεταξύ των οποίων, καλλιέργεια αμπέλων και σιτηρών και βοσκή των ποιμνίων τους.

Ότι η επίδικη έκταση που είναι γεώδης και όχι πετρώδης και άρα καλλιεργήσιμη έκταση, έχουσα την ίδια μορφή με τα όμορα γεωργικά ακίνητα, ενώ δεν έχει την ίδια μορφή με την δυτικά αυτής όμορη δασική έκταση, με την οποία δεν αποτελεί οργανική ενότητα, δεν αποτέλεσε δάσος ή δασική έκταση μέχρι το έτος 1960 και ότι έκτοτε (1960) αναπτύχθηκαν εντός αυτού τα αναφερόμενα δασοπονικά, εξαιτίας της αδυναμίας καλλιέργειας του επιδίκου λόγω των επικρατουσών δυσμενών οικονομικών συνθηκών μετά το έτος 1960 και του κύματος μετανάστευσης στα αστικά κέντρα και συνεπώς ως ανέκαθεν (προ του έτους 1836) ιδιωτική αγροτική έκταση δεν υπαγόταν στις διατάξεις του β.δ.

της 16-11-1836, μη έχοντος εφαρμογή του επιβληθέντος με το νόμο αυτό μαχητού υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου κυριότητας επί δασών και όχι επί αγροτικών εκτάσεων, ότι δεν αποδείχθηκε ότι την επίδικη έκταση κατέλαβε το εναγόμενο ως ανήκουσα στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε τούρκους ιδιώτες που την εγκατέλειψαν κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας, ούτε ότι νεμήθηκε αυτή με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και τέλος ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 3208/2003, στην οποία υπάγεται η προστασία των διασωθέντων κατά τη διάρκεια του πολέμου, της κατοχής και του επακολουθήσαντος εμφυλίου πολέμου, ιδιωτικών αγρών, ήτοι αγρών που απέκτησαν προσωρινά τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης για κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1940-1960 έως την επανακαλλιέργειά τους, που έλαβε χώρα μετά τη λήξη των έκτακτων συνθηκών και πάντως προ του έτους 1960, καθόσον η επίδικη έκταση ουδέποτε είχε δασικό χαρακτήρα προ του έτους αυτού.

Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), των άρθρων 1,2,3 του β.δ.

της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", και των περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων 974, 976, 1045 και 1051 του Α.Κ., αλλά και τη διάταξη του άρθρου 12 του ν.3208/2003, ως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του μείζονος ακινήτου των 25.650 τ.μ.

από τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο κατά ένα μέρος με παράγωγο τρόπο και κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτού με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ και του ΑΚ και της μη απόδειξης ότι το επίδικο περιήλθε ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως δάσος, ή με χρησικτησία, καθόσον ανέκαθεν είχε αγροτικό και όχι δασικό χαρακτήρα, επί του οποίου ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, κατά τις πιο πάνω, κατ' έκταση, διακρίσεις.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος υπό στοιχείο β' λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (και όχι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ως εκ παραδρομής αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως) , με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, οι διαλαμβανόμενες στο πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 3208/2003 την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα καθώς δεν συνέτρεχαν οι τασσόμενες απ' αυτό προϋποθέσεις εφόσον η επίδικη έκταση απέκτησε στην πορεία δασικό χαρακτήρα, εφάπτεται με δημόσια έκταση και ο ενάγων- αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε νομίμως μεταγεγραμμένους τίτλους αναγόμενους σε χρόνο προγενέστερο της 23-2-1946 και ως εκ τούτου υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, είναι αβάσιμες.

Και τούτο διότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενό της έκρινε ανέλεγκτα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι τμήματα μείζονος αγροτικής έκτασης η οποία ουδέποτε είχε προ του έτους 1960 δασικό χαρακτήρα και συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής η εν λόγω διάταξη.

Ομοίως απορριπτέες ως αβάσιμες είναι και οι διαλαμβανόμενες στον υπό στοιχείο β' δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις (του ΒΡΔ και του Α.Κ.), καθόσον δεν διέλαβε σαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την κτήση κυριότητας, με χρησικτησία, διότι δεν εξειδικεύονται οι διακατοχικές πράξεις επί της ένδικης εκτάσεως σε συνάρτηση με τη μορφή των επί μέρους τμημάτων της, ως προς το είδος τους και ως προς τα πρόσωπα που κάθε φορά τις άσκησαν καθώς και ο χρόνος και τρόπος εμπλοκής καθενός εκ των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, στην νομή του επιδίκου ακινήτου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συναχθεί το δικανικό συμπέρασμα περί συνεχούς και αδιατάρακτης νομής Τούτο δε διότι το Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια ότι το επίδικο, νεμήθηκαν, με τις πιο πάνω, κατ' έκταση, διακρίσεις, ως αγροτική έκταση, καλλιεργώντας τούτο και βοσκώντας το ποίμνιό τους οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ και του Α.Κ., χωρίς να απαιτείται και ο προσδιορισμός του είδους της καλλιέργειας, καθώς και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των πράξεων νομής (ΑΠ 764/2022), μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας και ότι στη συνέχεια ο ενάγων νεμήθηκε τούτο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ, καθώς, επίσης και διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης, σαφώς προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στην αποδεικτική κρίση για τη συνδρομή της καλής πίστης και της αδιατάρακτης νομής στο πρόσωπο του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του.

Περαιτέρω, με το υπό στοιχ. α' μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ασκήσεως πράξεων νομής στο επίδικο από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσίβλητου από το 1860 χωρίς απόδειξη. Η επικαλούμενη, όμως, στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια αφορά κατά το περιεχόμενό της αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Όμως ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση και επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 202/2015 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-12-2017 αίτηση για αναίρεση της 202/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ