Supreme Court dismisses appeal on contradiction ground, ruling no inconsistency exists between appellate decision's operative parts regarding costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a regional court's decision, rejecting the claim of a contradiction in the operative provisions. The State argued that accepting the appeal while ordering costs for both parties created an inconsistency, but the court found no such conflict since the decision logically followed the partial acceptance of the appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 17 of the Code of Civil Procedure; A contradiction in the operative part of a judgment only constitutes a ground for appeal if it causes indeterminacy preventing execution or necessitates a deliberate distortion, and the appeal must specifically identify such contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 678 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 678/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευδοξία Τζοβλά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2007 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκε με την από 18-11-2007 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2010 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 6-12-2012 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1364/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 11/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" (όπως οι παράγραφοι 1 και 2 του ως άνω άρθρου 4 του ν. 3127/2003 ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με την παράγραφο 11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27-5-2016), χωρίς όμως ουσιώδεις τροποποιήσεις και διαφοροποιήσεις καθόσον αφορά τα οριζόμενα και στις δύο ως άνω παραγράφους), ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ.1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή" (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου".
που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22.4/16- 5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.
Έτσι, κατ` εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ` εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-3-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.
Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο, το οποίο βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ., μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-3-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945 (Ολ.ΑΠ 11/2015, ΑΠ 585/2021, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 1224/2020, ΑΠ 807/2019).
Περαιτέρω, κατ' άρθρο 1042 του ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής: α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί.
Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως κατά το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής υπό εκατέρου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλά αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 712/2020, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 283/2019).
Εξάλλου, ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά τας συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 966-968 και 1054 του ΑΚ είναι τα εκτός συναλλαγής, στα οποία συγκαταλέγονται τα κοινής χρήσεως και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών ακίνητα. Τα ακίνητα αυτά δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 (ΑΠ 712/2020, ΑΠ 1813/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 109/2020).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020).
Συνακόλουθα η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 109/2020).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 259/2019).
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 52/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τρίτο από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο δεν εντοπίζεται εντός των εκβολών του ... ποταμού, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 967, 968 του ΑΚ, ενώ με το να μην δεχθεί ότι αυτό εντοπίζεται εντός των εκβολών του ...
ποταμού και συνακόλουθα να θεωρήσει αυτό ότι ανήκει, ως κοινόχρηστο, στην κυριότητά του (Ελληνικού Δημοσίου), αλλά να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003, παραβίασε και τις διατάξεις αυτές, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στα κοινόχρηστα πράγματα. Με το περιεχόμενο αυτό, οι ανωτέρω δεύτερος και τρίτος από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο, πλέον της παράθεσης των ως άνω διατάξεων, δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση των φερόμενων ως παραβιασθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς το ζήτημα τούτο, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το ότι το επίδικο ακίνητο δεν εντοπίζεται εντός των εκβολών του ...
ποταμού και ως εκ τούτου δεν είναι ανεπίδεκτο τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας ως εκτός συναλλαγής, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερου και τρίτου λόγων αναιρέσεως.
Δεν διαλαμβάνει δε ούτε αποσπασματικά το συμπέρασμα της προσβαλλομένης αποφάσεως με το οποίο απορρίφθηκαν ως κατ` ουσία αβάσιμοι οι ως άνω ισχυρισμοί αυτού, το οποίο αιτιάται ως εσφαλμένο. Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ....
Δυνάμει του υπ' αριθμόν .../22-6-1995 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Νικολάου Ευσταθίου Καραστάθη, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ της αιτούσας ήδη εφεσίβλητης, ως αγοράστριας και της μη διαδίκου Κ. συζ. Σ. Σ. το γένος Φ. Τ., ως πωλήτριας και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο ...
και με αριθμό …, η αιτούσα απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ ... του Δήμου ..., εκτάσεως 693,20 τ.μ. και κατά το κτηματογραφικό διάγραμμα του κτηματολογικού γραφείου Χαλκίδας 573,52 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν βόρεια με ιδιοκτησία Νίκης Μπράνη που φέρει ΚΑΕΚ ..., νότια με την κοινοτική οδό ...
δυτικά με την κοινοτική οδό ... και ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Π. που φέρει ΚΑΕΚ .... Η παραπάνω δικαιοπάροχος της αιτούσας είχε προηγουμένως αποκτήσει την πλήρη κυριότητα του ακινήτου με αγορά από τον Ι. Μ. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμόν .../30-12-1981 συμβολαίου του αυτού ανωτέρω Συμβολαιογράφου Χαλκίδας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο 900 με αριθμό 92.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσο η αιτούσα όσο και η δικαιοπάροχός της ασκούσαν συνεχώς όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του επιδίκου πράξεις νομής (επίβλεψη με συχνές επισκέψεις, περίφραξη, καθαρισμό, δήλωση του ακινήτου ως στοιχείο της ακίνητης περιουσίας τους στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
κλπ), από το έτος 1981 και εφεξής, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τρίτους, ούτε και από τα αρμόδια όργανα του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο μάλιστα εισέπραττε επί όλα αυτά τα χρόνια τους φόρους που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο και δεν προέβη ποτέ στη σύνταξη πρωτοκόλλου κατάληψης του ως άνω ακινήτου, κατά τις διατάξεις περί δημοσίων κτημάτων (άρθρο 43 παρ.2 του α.ν. 1539/1938), ούτε ενήργησε υλικές πράξεις επ' αυτού.
Επίσης, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι δεν υπάρχουν διεκδικήσεις ή βάρη στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία. Εξάλλου, το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε, όπως προεκτέθηκε, την αιτούσα στην, κατά τα ανωτέρω, άσκηση της νομής στο επίδικο ακίνητο, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό.
Άλλωστε, από το σύνολο των αποδείξεων δεν προέκυψε υπηρεσιακά άλλη ενέργεια του Δημοσίου περί διεκδίκησης του εν λόγω ακινήτου, πλην της παρούσας κύριας παρεμβάσεως ενόψει της κρινόμενης αίτησης διόρθωσης της αρχικής κτηματολογικής εγγραφής. Τέτοια όχληση ή άσκηση οποιασδήποτε διακατοχικής πράξεως στο επίδικο δεν επικαλείται ούτε το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, απλώς ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση, ότι κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Α.Ν.1539/1938 επί των δημοσίων κτημάτων νομέας θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής.
Ο ισχυρισμός αυτός του Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για τους ακόλουθους λόγους: 1ον) Ανεξαρτήτως του ότι εν προκειμένω η αιτούσα προς θεμελίωση του εγγραπτέου δικαιώματος της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου επικαλείται κατ' αρχήν τον παράγωγο και επικουρικά τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης αυτής, στην υπό κρίση υπόθεση ερευνητέον τυγχάνει επιπροσθέτως το ζήτημα εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητος έναντι του Δημοσίου ακινήτων, που βρίσκονται μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 2003, σύμφωνα με τις διατάξεις του εφαρμοζομένου ν. 3127/2003 (άρθρο 4 παρ. 1 και 2).
Ειδικότερα, η αιτούσα, παραδεκτά επικαλείται το πρώτον στην προκείμενη δευτεροβάθμια δίκη, κατ' άρθρο 765 του ΚΠολΔικ και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα παραπάνω στην οικεία θέση της νομικής σκέψης, που διαλαμβάνεται στο υπό στοιχείο III τμήμα του σκεπτικού της παρούσας, ότι απέκτησε την κυριότητα επί του ακινήτου, πέραν του ως άνω παράγωγου τρόπου και με τα προσόντα της ειδικής τακτικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, καθόσον αυτό βρίσκεται εντός οικισμού κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί και η ίδια και η δικαιοπάροχός της νέμονται αυτό, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και το σκοπό του πράξεις νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου (19/3/2003).
Μάλιστα, η αιτούσα, προς απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού της, προσκομίζει και επικαλείται την υπ' αριθμ. 17/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, η οποία εκδόθηκε επί συνεκδικάσεως όμοιας αιτήσεως άλλης ιδιοκτήτριας, περί διόρθωσης της κτηματολογικής εγγραφής ακινήτου που βρίσκεται εντός της ίδιας κοινότητας με το επίδικο και κύριας παρεμβάσεως του Ελληνικού Δημοσίου.
Εκ του περιεχομένου της παραπάνω δικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η έκδοση της οποίας - πέραν της κατά τα ανωτέρω προσκόμισης μετ' επικλήσεώς της από την αιτούσα - συνιστά γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), προκύπτει, αναφορικά με τον παραπάνω ισχυρισμό αυτής, ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ..., ο καθορισμός των ορίων και των όρων δόμησης του οποίου έγινε με την υπ' αριθμόν 9770/1764/31-12-1987 απόφαση του Νομάρχη Εύβοιας και την τροποποίηση αυτής με την υπ' αριθμόν 4746/5-6-1992 όμοια, με βάση τις διατάξεις του από 24.4./3.5.1985 ΠΔ (ΦΕΚ 181 Δ/3-5-85) "Τρόπος καθορισμού ορίων οικισμών της χώρας μέχρι 2.000 κατοίκους, κατηγορίες αυτών και καθορισμός όρων και περιορισμών δόμησής τους".
Επομένως, αποδεικνύεται ότι τόσο η αιτούσα, όσο και η δικαιοπάροχός της, νέμονται το επίδικο, το οποίο βρίσκεται εντός οικισμού κάτω των 2.000 κατοίκων, με νόμιμο τίτλο, διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση χωρίς βαριά αμέλεια ότι είχαν αγοράσει από αληθινούς κυρίους και ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητος κανενός, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα (10) ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003 (19/3/2003), χωρίς μάλιστα να τους έχει γνωστοποιηθεί τυχόν δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, η αιτούσα έχει αποκτήσει το ανωτέρω εμπράγματο δικαίωμα επί του επιδίκου όχι μόνο με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1 περιπτ. α' του ν. 3127/2003, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκόμισε ούτε και επικαλέστηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο εκ του οποίου να προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού που πρότεινε περί κακής πίστεως της αιτούσας και της δικαιοπαρόχου της κατά την κτήση της νομής της.
Το τελευταίο ισχυρίζεται ότι το ακίνητο είναι κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής πράγμα, καθόσον εντοπίζεται εντός των εκβολών του ποταμού .... Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο παρενέβη στην προκείμενη δίκη μετά την κοινοποίηση σε αυτό του υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου Φ111/2178 με ημερομηνία 6/11/2007 εγγράφου της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.
Εύβοιας, σύμφωνα με το οποίο "... αναφορικά με το οικόπεδο με ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται εντός ορίων οικισμού του Δ.Δ ... του Δήμου ..., στη θέση "..." έκτασης 574 τμ, σύμφωνα με το κτηματογραφικό διάγραμμα του κτηματολογικού γραφείου Χαλκίδας, με ποσοστό συγκυριότητας 100%, το οποίο φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτου, διαπιστώσαμε από αεροφωτογραφίες του 1945 ότι εντοπίζεται εντός των εκβολών του ...
ποταμού και προκειμένου να θεμελιωθεί δικαίωμα κυριότητας σε βάρος του Δημοσίου, θα πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 25 του ΑΝ 1539/1938...". Ωστόσο, πέραν του ανωτέρω εγγράφου, το κυρίως παρεμβαίνον δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει τις αναφερόμενες αεροφωτογραφίες, ή άλλα αξιόπιστα δημόσια έγγραφα εκ των οποίων να προκύπτει η ως άνω διαπίστωση.
Αντιθέτως, η αιτούσα προσκομίζει μετ' επικλήσεως φωτογραφίες του ακινήτου, τη γνησιότητα των οποίων το κυρίως παρεμβαίνον δεν αμφισβητεί, εκ των οποίων προκύπτει ότι αυτό βρίσκεται σε οικισμό με διαμορφωμένους δρόμους, ενώ επί των γειτονικών όμορων οικοπέδων έχουν ανεγερθεί οικίες και συνεπώς, πρόκειται περί οικισμού που έχει οριοθετηθεί και οικοδομηθεί.
Επίσης, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος είναι κάτοικος της περιοχής και γνωρίζει το επίδικο ακίνητο, αυτό βρίσκεται σε περιοχή που έχει οικοδομηθεί και απέχει από τον ... ποταμό 100 μέτρα. Η κατάθεση αυτή δεν αντικρούεται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο.
Επομένως, ναι μεν τα ανήκοντα στο Δημόσιο κοινόχρηστα πράγματα δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 4 του ν. 3127/2003, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα παραπάνω στην οικεία θέση της νομικής σκέψης του υπό στοιχείο III τμήματος του σκεπτικού της παρούσας, πλην όμως εν προκειμένω εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι το επίδικο είναι κοινόχρηστο ή εκτός συναλλαγής πράγμα, ως αβάσιμα ισχυρίζεται το κυρίως παρεμβαίνον. 2ον) Όπως ήδη προεκτέθηκε στο παρόν σκεπτικό, η αιτούσα, όπως και η δικαιοπάροχός της, απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, που, όπως αποδείχθηκε, δεν συνιστά κοινόχρηστο ή εκτός συναλλαγής πράγμα, με παράγωγο τρόπο και δη διά μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως - αγοράς με νόμιμους τίτλους (συμβολαιογραφικές πράξεις) που μεταγράφηκαν στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω περιοχή, που βρίσκεται το ακίνητο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια εργασιών για την δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου σύμφωνα με το νόμο 2308/1995. Κατά την τηρηθείσα διαδικασία κτηματογράφησης, καίτοι κατά το άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφησης περιοχής να υποβάλλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματός τους και αναφορά στην αιτία κτήσεώς του, η αιτούσα παρέλειψε να προβεί σε τέτοια δήλωση.
Συνεπεία τούτου ήταν το επίδικο ακίνητο να μην καταχωρηθεί στους σχετικούς κτηματολογικούς πίνακες ως ιδιοκτησία της αιτούσας και να εμφαίνεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" με υπό αίρεση δικαιούχο το Ελληνικό Δημόσιο. Η ανωτέρω αρχική εγγραφή είναι, σύμφωνα τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, ανακριβής και προσβάλλει το εμπράγματο δικαίωμα της αιτούσας επί του επιδίκου.
Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει και συγκεκριμένα, αναφορικά με το αίτημά της για διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής του επίδικου ακινήτου διατασσομένης της αιτούμενης διόρθωσης, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό και απορριπτομένου του αιτήματος για αναγνώριση της κυριότητας της αιτούσας επί του επιδίκου, το οποίο δεν μπορεί να τεθεί προς διάγνωση παρά μόνο στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και όχι με την προκείμενη διαδικασία με την οποία ερευνάται μόνο η αιτούμενη διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κύρια παρέμβαση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν .... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 79/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της αναιρεσιβλήτου και της δικαιοπαρόχου της οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ.
α` του ν. 3127/2003, ενώ δεν συνέτρεχαν ως προς το κυρίως παρεμβαίνον οι προϋποθέσεις των άρθρων 967 και 968 του ΑΚ, δεν παραβίασε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους ως άνω δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως κρίνονται απορριπτέα και ως αβάσιμα.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 1596/2014).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 438 του ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο η ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ιδίου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 του ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρη απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 394/2020, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 435/2016, ΑΠ 883/2013).
Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 361/2004). Η ανταπόδειξη δεν συνιστά κύρια απόδειξη και κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον, προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση, κατ` ορθή εκτίμηση, την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, υπό την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα του προσκομισθέντος από αυτό με επίκληση με αριθμ.
πρωτ. Φ. 111/2178/6-11-2007 εγγράφου της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ευβοίας, στο οποίο αναφέρεται συγκεκριμένα ότι "... σας γνωρίζουμε ότι αναφορικά με το οικόπεδο με ΚΑΕΚ ...... διαπιστώσαμε από αεροφωτογραφίες του 1945 ότι εντοπίζεται εντός των εκβολών του ... ποταμού ...". Ειδικότερα, το αναιρεσείον αιτιάται, κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του, ότι ενώ από το ως άνω έγγραφο, που συντάχθηκε από τον κατά τόπο και καθ' ύλην αρμόδιο υπάλληλο, προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο εντοπίζεται εντός των εκβολών του ...
ποταμού, γεγονός που έχει ως συνέπεια την μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε αντιθέτως με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, το οποίο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτό, μη επιτρεπομένης ανταποδείξεως ει μη μόνου με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.
O λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, τα όσα ανωτέρω βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ως μη γενόμενα από τον ίδιο τον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο που υπογράφει αυτό ή ενώπιόν του, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει, είναι δεκτικά ανταπόδειξης, χωρίς να απαιτείται η προσβολή του πιο πάνω εγγράφου ως πλαστού, η οποία ανταπόδειξη, κατά το άρθρο 440 του ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει με κάθε αποδεικτικό μέσο και δεν απαιτείται να αποδειχθεί το αντίθετο του αποδεικνυομένου με το ως άνω δημόσιο έγγραφο, αλλά αρκεί να κλονισθεί η πεποίθηση του δικαστή για την αλήθεια του περιστατικού, εν προκειμένω δε, προς αντίκρουση του πιο πάνω δημοσίου εγγράφου, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της αποδεικτικά στοιχεία, όπως μαρτυρική κατάθεση και έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση στα οποία περιλαμβάνονται και φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της αποφάσεως ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως.
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η ύπαρξη αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 87/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 17 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού της, που αναφέρονται στη δικαστική δαπάνη, υπάρχει αντίφαση, συνισταμένη στο ότι ενώ δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφανίζει την εκκαλουμένη 79/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, κρατεί δε και συνεκδικάζει την από 11-10-2007 αίτηση και την από 18-11-2007 κυρία παρέμβαση και δέχεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει την αίτηση και απορρίπτει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια παρέμβαση, εντούτοις στη συνέχεια καταδικάζει το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον και ήδη αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, προεχόντως, η - κατά το αναιρεσείον - αντίφαση αυτή δεν επιφέρει αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης, ούτε και εξαιτίας της δημιουργείται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, αλλά και διότι δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των ως άνω διατάξεων της αναιρεσιβαλλομένης, αφού αυτή μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης 79/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, κράτησε και συνεκδίκασε την αίτηση της εφεσιβλήτου - αναιρεσίβλητης καθώς και την κύρια παρέμβαση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει την αίτηση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια παρέμβαση και καταδίκασε, για την εν τέλει αποδοχή της αιτήσεως, το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ` αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 117/3/2019) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 11/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ