Supreme Court dismisses appeal against lower court's evaluation of evidence regarding religious community definition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by members of a religious organization against the First Instance Court of Athens. The appellants argued that the appellate court failed to properly evaluate specific documentary evidence submitted to define the concept of 'Greek National Religion.' The court held that the lower court's general reference to considering all submitted documents was sufficient and that the appellants' claim of a different conclusion was inadmissible as it challenged the court's non-reviewable assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's general reference to considering all submitted evidence is sufficient, and an appeal challenging the lower court's evaluation of evidence is inadmissible as it attacks non-reviewable discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 678 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 678/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2) Β. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 5) Κ. Κ. του Λ., κατοίκου ... και 6) Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως μελών της προσωρινής διοίκησης του υπό ίδρυση Θρησκευτικού Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Λιάρτη.
Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 27-3-2015 αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2156/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1519/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2018 αίτησή τους.
Η υπόθεση, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 1519/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ασκείται νόμιμα και παραδεκτά, αφού ακριβές αντίγραφό της με την πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα δικάσιμο και κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 § 1 εδ. δ' Ν. 4301/2014 και 558 ΚΠολΔ (βλ. τις υπ' αριθμ. …98Β/5-3-2018 και …12Β/12-3-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Π.) και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά τους ορισμούς του Ν. 4301/2014 για την οργάνωση των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους: 1. Θρησκευτική κοινότητα είναι ικανός αριθμός φυσικών προσώπων με συγκεκριμένη θρησκευτική Ομολογία γνωστής θρησκείας, μόνιμα εγκατεστημένων σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή, με σκοπό την κοινή άσκηση της λατρείας της και την τέλεση των καθηκόντων που απαιτούνται από την κοινή Ομολογία των μελών της. 2.
Ένωση προσώπων της αυτής θρησκευτικής κοινότητας, η οποία επιδιώκει τη συστηματική και οργανωμένη άσκηση της λατρείας της και τη συλλογική εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων των μελών της, αποκτά προσωπικότητα, όταν εγγραφεί σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων) που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του... 3.
§1. Για την εγγραφή του θρησκευτικού νομικού προσώπου στο βιβλίο, η διοίκησή του υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, η οποία εκδικάζεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία και στην οποία επισυνάπτονται η συστατική πράξη υπογεγραμμένη από όλους τους ιδρυτές - μέλη του με τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας και κατοικίας τους, η Ομολογία πίστης, τα ονόματα των μελών της διοίκησης, στην οποία περιλαμβάνεται απαραίτητα και ο θρησκευτικός λειτουργός της κοινότητας, πλήρες βιογραφικό σημείωμα του τελευταίου, από το οποίο θα προκύπτουν οι τυχόν θρησκευτικές σπουδές του, ο τρόπος και ο χρόνος ανάδειξης, εκλογής ή επιλογής του στη θέση αυτή, κατάλογος με τους λατρευτικούς χώρους του και ο κανονισμός του, με τις υπογραφές των μελών του και με ημεροχρονολογία... 4.
Ο κανονισμός για να είναι έγκυρος πρέπει να μην έρχεται σε αντίθεση προς τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και πρέπει να καθορίζει: α) την επωνυμία, η οποία περιέχει οπωσδήποτε τη βασική προσδιοριστική της θρησκείας λέξη στην ελληνική γλώσσα ή την πιστή απόδοσή της με ελληνικούς χαρακτήρες και την ένδειξη "Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο"...
Στον κανονισμό ορίζεται με σαφήνεια η θρησκεία, το δόγμα και η Ομολογία πίστεως, την οποία υπηρετεί το νομικό πρόσωπο, περιγράφονται οι διδασκαλίες και οι λατρευτικές εκδηλώσεις τους και αναφέρονται όλα τα ιερά κείμενα και οι κανόνες, οι οποίοι συγκροτούν το θρησκευτικό και οργανωτικό περιεχόμενό της και το δεσμεύουν.
Στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, για την εγκυρότητα του κανονισμού αναφορικά με την επωνυμία του, αναφέρεται ότι αυτή πρέπει να είναι αμέσως ενδεικτική της θρησκείας που ακολουθεί το νομικό πρόσωπο, χωρίς να δημιουργείται καμία σύγχυση για την ταυτότητα της τελευταίας και ότι η επιλογή της δεν αφορά μόνο στον αυτοπροσδιορισμό και στην εσωτερική αυτοοργάνωση της κοινότητας, αλλά και στις εξωτερικές σχέσεις που η κοινότητα αυτή αναπτύσσει με την Πολιτεία και με τους λοιπούς κοινωνούς, όπως τα νυν και τυχόν υποψήφια μέλη της, άλλες ομόδοξες ή ετερόδοξες ή ετερόθρησκες κοινότητες.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Οι αιτούντες είναι μέλη της προσωρινής διοίκησης του υπό ίδρυση θρησκευτικού σωματείου (με την επωνυμία "...") και στην υπό κρίση αίτησή τους επισυνάπτουν και προσκομίζουν τα απαιτούμενα, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 4301/2014, έγγραφα και συγκεκριμένα α) την από 10-1-2015 συστατική πράξη, υπογεγραμμένη από τους τριακόσιους ενενήντα πέντε ιδρυτές - μέλη του, με τα πλήρη στοιχεία ταυτότητάς τους, β) την Ομολογία πίστης, γ) τα ονόματα των μελών της διοίκησής του, στην οποία περιλαμβάνονται και οι θρησκευτικοί λειτουργοί, με πλήρες βιογραφικό σημείωμα για τον καθένα, από τα οποία προκύπτουν οι θρησκευτικές σπουδές τους, με αναφορά του τόπου και του χρόνου ανάδειξης στη θέση αυτή, δ) κατάλογο με τους λατρευτικούς χώρους του και ε) τον από 10-1-2015 Κανονισμό του υπό ίδρυση θρησκευτικού νομικού προσώπου, ο οποίος φέρει τις υπογραφές όλων των ιδρυτικών μελών.
Ο Κανονισμός αυτός περιέχει, μεταξύ άλλων, την απαιτούμενη ομολογία πίστης, τη διδασκαλία και τα δόγματα του υπό ίδρυση θρησκευτικού νομικού προσώπου, που συνοπτικά συνίσταται "στην αποδοχή των Θεών του Ελληνικού Πανθέου, ήτοι των δώδεκα Ολυμπίων Θεών (Διός, Ήρας, Ποσειδώνος, Πλούτωνος, Αθηνάς, Εστίας, Ερμού, Ηφαίστου, Αφροδίτης, Άρεως, Απόλλωνος, Αρτέμιδος), αλλά και των λοιπών πολυαρίθμων Θεών, Θεαινών και Θεοτήτων εν γένει του Ελληνικού Πανθέου (Διονύσου, Έρωτος, Πανός, Ηλίου, Θέμιδος, Δίκης, Μουσών, Χαρίτων κ.α.) και στην κοινή πεποίθηση και αποδοχή ότι οι Θεοί αυτοί εκφράζουν και εκδηλώνουν στον υπαρκτό και αντιληπτό κόσμο τις υπερβατικές θείες δυνάμεις, οι οποίες ταξιθετούν, συνέχουν και διέπουν το σύμπαν και βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση και επικοινωνία με τους ανθρώπους, ιδία δε αλληλεπιδρούν με τους σεβόμενους και δεομένους αυτούς θνητούς, με την κατεύθυνση προς την αγαθότητα, τη γενναιότητα, το μεγαλειώδες, το δίκαιο, την αρμονία και την τελειότητα την οποία λαμβάνουν οι θρησκευτές αυτών".
Ως χαρακτηριστικά της εν λόγω θρησκείας, στην ομολογία της πίστης της, αναφέρονται τα εξής: "Αυτοχθονία: (Διαμορφώθηκε θεολογικά και λατρευτικά μέσα από πολλές χιλιετίες στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, όπου έζησε και μεγαλούργησε το έθνος των Ελλήνων, ως ιδιαίτερη και μοναδική θρησκεία, σύμφυτη με όλα τα στοιχεία της Ελληνικότητας και απολύτως σύμφωνη με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του τόπου και την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία των κατοίκων του), Φυσικότητα: (Διαμορφώθηκε θεολογικά και λατρευτικά με φυσικό και λογικό τρόπο, μέσα από επί χιλιετίες συστηματική παρατήρηση του Κόσμου και συνεχή εξάσκηση στην εγγύτητα προς τους Θεούς από αναρίθμητους πνευματικούς και καλλιεργημένους ανθρώπους που διακρίνονται από υψηλότατο διανοητικό επίπεδο), Οργανικότητα: (Δεν αποτελεί διαχωρισμένη Θρησκεία, ούτε υπηρετείται από επαγγελματικό ιερατείο, αλλά από αρχαιοτάτων χρόνων έως και σήμερα αποτελεί απλό οργανικό τμήμα της όλης πολιτικής και πολιτισμικής υπόστασης των Ελλήνων), Πολυθεϊσμός: (Δέχεται τον φυσικό νόμο της υποχρεωτικής πολλαπλότητας του "Είναι") και Εθνική Φύσης: (Αναγνωρίζει ένα δικό της ιδιαίτερο εθνικό πάνθεον και ένα δικό της ιδιαίτερο σώμα κοσμογονικών αφηγήσεων, αντανακλώντας αποκλειστικά την κοσμοαντίληψη, τον τρόπο και την Παράδοση του έθνους των Ελλήνων).
Με βάση τα προαναφερόμενα και σύμφωνα και με την χωρίς όρκο κατάθεση του δεύτερου των αιτούντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των μελών του υπό ίδρυση θρησκευτικού νομικού προσώπου συνοψίζονται κυρίως στην πίστη στο πολυθεϊστικό σύστημα των δώδεκα ολύμπιων θεών και το πάνθεον της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, με λατρευτικό σύστημα και θρησκευτικό τρόπο ζωής αυτό των αρχαίων Ελλήνων, που ακολουθούν και τα μέλη του σε δημόσιες εκδηλώσεις.
Στο άρθρο 1 του ανωτέρω Κανονισμού ως επωνυμία του ορίζεται η εξής: "...". Η επωνυμία όμως αυτή δεν περιέχει βασική προσδιοριστική της εν λόγω θρησκείας λέξη στην ελληνική γλώσσα και συγκεκριμένα λέξη ενδεικτική της θρησκείας που ακολουθεί το υπό ίδρυση θρησκευτικό νομικό πρόσωπο, με τρόπο ώστε να μη δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης των πραγματικών θρησκευτικών πεποιθήσεών της, όπως απαιτείται για την εγκυρότητα του κανονισμού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 4301/2014 και τα αναφερόμενα στην αιτιολογική του έκθεση.
Ειδικότερα, στην ανωτέρω επωνυμία δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε λέξη που να προσδιορίζει το πολυθεϊστικό σύστημα των δώδεκα ολύμπιων θεών και των λοιπών θεοτήτων της αρχαίας Ελλάδας, που είναι η θρησκεία που ακολουθεί το υπό ίδρυση νομικό πρόσωπο, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ομολογία πίστης του κανονισμού του, ώστε να τη διακρίνει από τις άλλες και να μη δημιουργεί σύγχυση στους τρίτους για το περιεχόμενό της.
Οι λέξεις στην επωνυμία της "Ελληνική", "Εθνική", "Ελλήνων Εθνικών", σε καμία περίπτωση δεν είναι προσδιοριστικές της πίστης στο πολυθεϊστικό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι εκκαλούντες. Αντίθετα, όπως αυτές παρατίθενται ("Ελληνική Εθνική Θρησκεία"), χωρίς οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση ή αποσαφήνιση, περισσότερο παραπέμπουν και δίνουν την εντύπωση ότι αφορούν στην επίσημη θρησκεία του Ελληνικού έθνους, δεδομένης της συνήθους εννοίας της λέξεως "εθνικός", ως αυτού που ανήκει ή που αναφέρεται στο έθνος (βλ.
το "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης" του Δ. Δ., Τόμος Ε, σελ. 2250, και το "Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής" του J B. H., που οι ίδιοι οι εκκαλούντες προσκομίζουν). Σε αντίθετη κρίση δεν δύναται να οδηγήσει το Δικαστήριο, το ότι η λέξη "εθνικός" κατά την Καινή Διαθήκη (Κ.Δ Ματθ.) ήταν "ο ειδωλολάτρης", "ο Έλλην", "ο παγανιστής", όπως ονόμαζαν οι πρώτοι χριστιανοί τους πιστούς της αρχαίας θρησκείας, καθόσον η Καινή Διαθήκη δεν είναι αυτή που προσδιορίζει την πραγματική έννοια της εν λόγω λέξεως, αλλά ούτε είναι και η κρατούσα.
Άλλωστε, ακόμη και ο ανωτέρω αποδιδόμενος από τους πρώτους χριστιανούς χαρακτηρισμός "εθνικός" με την ανωτέρω έννοια, δεν αφορούσε τους πιστούς κάποιας συγκεκριμένης πίστης - και δη της ένδικης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - καθόσον η αρχαία θρησκεία τότε αποτελούσε ένα μωσαϊκό θρησκειών που συνδέονταν με την καθεστηκυία τάξη και κυρίως με τις ελληνορωμαϊκές πολιτισμικές παραδόσεις (βλ.
την προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία με τίτλο "Χριστιανοί και Εθνικοί στις εκκλησιαστικές διοικήσεις της Ανατολής κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο. Πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές παράμετροι" του Π. Μ. (Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα "Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία και τον Χριστιανικό Πολιτισμό" του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας).
Επομένως, στο άρθρο 1 του από 10-1-2015 Κανονισμού του υπό ίδρυση θρησκευτικού νομικού προσώπου, καθορίζεται η επωνυμία του κατά τρόπο αντίθετο από τον προβλεπόμενο, για την εγκυρότητα του κανονισμού, στην αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 4301/2014. Για το λόγο αυτό δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη δημοσίευση περίληψης του κανονισμού και της ομολογίας πίστεως του υπό ίδρυση θρησκευτικού νομικού προσώπου και εγγραφής του στο αντίστοιχο βιβλίο του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως ζητείται με την υπό κρίση αίτηση.
Επομένως η αίτηση αυτή είναι ουσιαστικά αβάσιμη".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 560/2013). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 849/2007).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 253/2013).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αφενός για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ότι ερμήνευσε ψευδώς τον κίνδυνο σύγχυσης του άρθρου 4 Ν. 4301/2014, που είναι αόριστη νομική έννοια, κατά παράβαση των άρθρων 13 του Συντάγματος και 9 της ΕΣΔΑ περί θρησκευτικής ελευθερίας, δεδομένου ότι οι όροι "Ελληνική Εθνική Θρησκεία" και "Εθνική Θρησκεία", που δέχθηκε ότι δεν είναι ενδεικτικοί της θρησκείας που ακολουθεί το υπ' αυτούς εκπροσωπούμενο υπό ίδρυση θρησκευτικό νομικό πρόσωπο, είναι καθιερωμένοι, αποδεκτοί και γνωστοί από την ιστορική επισκόπηση και τη θεώρηση των επιστημονικών και δημοσιογραφικών πηγών, ικανοί να χαρακτηρίσουν τη συγκεκριμένη πατρογονική θρησκεία, αφετέρου για εκ πλαγίου παράβαση του ίδιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, γιατί δεν προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίσταται ο κίνδυνος σύγχυσης και σε ποιους θα δημιουργηθεί σύγχυση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά την εξειδίκευση των, αποτελουσών στοιχείο εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 4 Ν. 4301/2014, για την εγκυρότητα του κανονισμού, εννοιών των φράσεων "περιέχει τη βασική προσδιοριστική της θρησκείας λέξη" και "ορίζεται με σαφήνεια η θρησκεία", την οποία υπηρετεί το νομικό πρόσωπο, ήτοι κατά τρόπο που να μην δημιουργείται καμία σύγχυση, οι οποίες είναι αόριστη νομική έννοια και άρα ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα γενόμενα ανέλεγκτα δεκτά από αυτό περιστατικά υπάγονται ή όχι στην έννοια αυτή, δεν παραβίασε την εν λόγω διάταξη, ούτε αμέσως ούτε εκ πλαγίου και δεν στέρησε την απόφασή του της νόμιμης, ως προς το ζήτημα αυτό βάσης της, αφού, με τις ανωτέρω παραδοχές, διέλαβε σαφή, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, της διατάξεως του άρθρου 4 Ν. 4301/2014 περιστατικά που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής αυτών στην εφαρμοσθείσα, ως άνω, διάταξη του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι στο άρθρο 1 του ανωτέρω Κανονισμού ως επωνυμία του ορίζεται η εξής: "...". Η επωνυμία όμως αυτή δεν περιέχει βασική προσδιοριστική της εν λόγω θρησκείας λέξη στην ελληνική γλώσσα και συγκεκριμένα λέξη ενδεικτική της θρησκείας που ακολουθεί το υπό ίδρυση θρησκευτικό νομικό πρόσωπο, με τρόπο ώστε να μη δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης των πραγματικών θρησκευτικών πεποιθήσεών της, όπως απαιτείται για την εγκυρότητα του κανονισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4301/2014.
Ειδικότερα, στην ανωτέρω επωνυμία δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε λέξη που να προσδιορίζει το πολυθεϊστικό σύστημα των δώδεκα ολύμπιων θεών και των λοιπών θεοτήτων της αρχαίας Ελλάδας, που είναι η θρησκεία που ακολουθεί το υπό ίδρυση νομικό πρόσωπο, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ομολογία πίστης του κανονισμού του, ώστε να τη διακρίνει από τις άλλες και να μη δημιουργεί σύγχυση στους τρίτους για το περιεχόμενό της.
Οι λέξεις στην επωνυμία της "Ελληνική", "Εθνική", "Ελλήνων Εθνικών", σε καμία περίπτωση δεν είναι προσδιοριστικές της πίστης στο πολυθεϊστικό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες. Αντίθετα, όπως αυτές παρατίθενται ("Ελληνική Εθνική Θρησκεία"), χωρίς οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση ή αποσαφήνιση, περισσότερο παραπέμπουν και δίνουν την εντύπωση ότι αφορούν στην επίσημη θρησκεία του ελληνικού έθνους, δεδομένης της συνήθους εννοίας της λέξεως "εθνικός", ως αυτού που ανήκει ή που αναφέρεται στο έθνος.
Επομένως, αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η παραδοχή της ότι ο όρος "Ελληνική Εθνική Θρησκεία" δεν είναι ενδεικτικός της θρησκείας που ακολουθεί το εκπροσωπούμενο υπό ίδρυση θρησκευτικό νομικό πρόσωπο, αλλά δίνουν την εντύπωση ότι αφορούν την επίσημη θρησκεία του Ελληνικού έθνους και συνεπώς δημιουργεί σύγχυση στους τρίτους για τις πραγματικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των μελών του.
Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου της διατάξεως αυτής. Η διά του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία γιατί δεν προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίσταται ο κίνδυνος σύγχυσης και σε ποιους τρίτους θα δημιουργηθεί σύγχυση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, ότι δηλ.
η αναγραφόμενη στον κανονισμό επωνυμία του υπό ίδρυση θρησκευτικού ν.π. δεν περιέχει βασική προσδιοριστική της θρησκείας λέξη.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Κατά τη σαφή έννοια του αρ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΟλομΑΠ 2/2008, ΟλομΑΠ 8/2005).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο ο όρος "Ελληνική Εθνική Θρησκεία" είναι προσδιοριστικός της πίστης στο πολυθεϊστικό σύστημα των δώδεκα Ολυμπίων Θεών και των λοιπών Θεοτήτων της αρχαίας Ελλάδας, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από την επικαλούμενη ιστορική επισκόπηση και θεώρηση των επιστημονικών και δημοσιογραφικών πηγών και συνεπώς, χρησιμοποιώντας εσφαλμένα το παραπάνω δίδαγμα κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των γενόμενων απ' αυτή δεκτών πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου του άρθρου 4 περ.
α' Ν. 4301/2014 έκρινε ότι ο παραπάνω όρος, που περιέχεται στην επωνυμία του υπό ίδρυση θρησκευτικού νομικού προσώπου δεν περιέχει βασική προσδιοριστική της εν λόγω θρησκείας λέξη στην ελληνική γλώσσα και συγκεκριμένα λέξη ενδεικτική της θρησκείας που ακολουθεί το υπό ίδρυση θρησκευτικό νομικό πρόσωπο, με τρόπο ώστε να μη δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης των πραγματικών θρησκευτικών πεποιθήσεών της και πρέπει να αναιρεθεί.
Με το να αποφανθεί έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε κατά την ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 4 περ. α' Ν. 4301/2014 δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο ο όρος "Ελληνική Εθνική Θρησκεία" είναι προσδιοριστικός της πίστης στο πολυθεϊστικό σύστημα των δώδεκα Ολυμπίων Θεών και των λοιπών Θεοτήτων της αρχαίας Ελλάδας, με την έννοια ότι τέτοιο δίδαγμα που μπορεί να αντληθεί από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας και τις γενικές επιστημονικές γνώσεις δεν υφίσταται.
Στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση των αναιρεσειόντων ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας του επικαλούμενου αποδεικτικού υλικού και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους τους προσέγγιση, που εκτιμά διαφορετικά το αποδεικτικό αυτό μέσο, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/ 2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετήριο λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν εκτίμησε τα υπ' αυτών επικληθέντα στις προτάσεις τους και προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα (επιστολές Καθηγητών Πανεπιστημίου, αποσπάσματα βιβλίων και συγγραμμάτων, εκτυπώσεις διαδικτυακών δημοσιεύσεων, την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ευκτήριου οίκου στη θρησκευτική κοινότητα "Ελληνική Εθνική Θρησκεία"), άλλως καταλείπεται έντονη αμφιβολία περί αυτού, το οποίο συνάγεται από το γεγονός ότι το Εφετείο, προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια της "Ελληνικής Εθνικής θρησκείας" προέβη στην επίκληση μόνο της μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας του Π.
Μ.. Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου και ιδίως από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν οι εκκαλούντες - αιτούντες", σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο αυτής που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια της "Ελληνικής Εθνικής θρησκείας" έλαβε υπόψη του και τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά έγγραφα, των οποίων το περιεχόμενο εκτίμησε ελεύθερα (ανέλεγκτα), χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Η διά του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Επομένως ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος. Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2018 και με αριθμό καταθέσεως 216/26/10-1-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1519/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ