Supreme Court allows appeal against appellate court's failure to declare contract void for usury under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the first subsidiary ground of the lawsuit, finding the lower court erred in law. The appellant argued the contract was usurious under Article 179 of the Civil Code, while the appellate court upheld it as valid. The Court ruled that the appellate court failed to apply the strict requirements for declaring a contract void for usury, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 178 and 179 of the Civil Code; A contract is void for usury only if it exploits another's need or ignorance to obtain benefits grossly disproportionate to the consideration, and the lower court must rigorously verify all statutory elements before declaring it void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 677 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 677/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Πουλοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Πρεβέντη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-06-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2583/2013 του ίδιου Δικαστηρίου που κηρύσσει εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 4661/2014 μη οριστική, 1874/2019 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3686/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, δικαιοπραξία (μονομερής, πολυμερής, περιουσιακή ή μη) που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, εκτός αν ο νόμος προβλέπει ιδιαίτερες συνέπειες (όπως στα άρθρα 844 επ., 939 επ. του Α.Κ.). Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η δε αντίθεση στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν (ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 269/2022, ΑΠ 82/2021).
Επίσης, κατά το άρθρο αυτό 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 178 ΑΚ, "άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως... η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεωρηθεί μια δικαιοπραξία, ενοχική ή εμπράγματη, ως αισχροκερδής (ή καταπλεονεκτική) και, ως τέτοια, άκυρη, πρέπει να συντρέχουν, αθροιστικώς, οι εξής προϋποθέσεις: 1) η ύπαρξη φανερής, υπό την έννοια της προφανούς, του αρχικού κειμένου (προ της μεταγλωττίσεως) του άρθρου 179, δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική τους αξία κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, 2) η συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και 3) η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μίας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου, που ήταν γνωστές σ` αυτόν, η οποία συντρέχει όταν επωφελείται κάποιος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Ως ανάγκη νοείται, εκτός άλλων και η οικονομική, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξαρτήτως αν είναι φύσεως παροδικής ή μόνιμης. Φανερή (προφανής) δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία δε των παροχών κρίνεται με βάση τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως, άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 67/2022, ΑΠ 904/2019, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1470/2014).
Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 179 εδ. β` ΑΚ εφαρμόζεται μόνο σε επαχθείς και μάλιστα αμφοτεροβαρείς δικαιοπραξίες περιουσιακής φύσεως. Αποκλείεται δηλαδή η εφαρμογή του άρθρου 179 ΑΚ επί δικαιοπραξιών, επί των οποίων είτε δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών, είτε η επίδοση περιουσίας γίνεται άνευ ανταλλάγματος, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής (ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 1121/2000).
Τέλος, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διατάξεως του άρθρου 179 ΑΚ, εκμετάλλευση του άλλου μέρους, υπό περιστάσεις και συνθήκες, που προδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του άρθρου 179 ΑΚ, των οποίων έγινε επίκληση και που κρίθηκαν αβάσιμα, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 του ΑΚ (ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 82/2021, ΑΠ 834/2011, Α.Π. 2095/2009).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022).
Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της, σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 73/2022, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής, να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση, συνάγεται ότι, με αυτήν εισάγεται εξαίρεση από τον κανόνα της απαγόρευσης άσκησης αγωγής υπό αίρεση και αναγνωρίζεται η επικουρική θεμελίωση της αγωγής σε άλλη ή άλλες βάσεις του ίδιου επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος, ακόμη και όταν η επικουρικώς ασκούμενη αγωγή είναι αντιφατική προς την κυρίως ασκούμενη, η εξέταση όμως της επικουρικής εξαρτάται από την αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης(ΑΠ 191/2017, ΑΠ 953/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 29-6-2012 αγωγή της, στην οποία εκθέτει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ότι η ίδια είναι το μοναδικό τέκνο και η μοναδική κληρονόμος του Π. Π. του Χ., ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος στις 11-4-2009 και με τον οποίο η επικοινωνία της όσο ήταν ανήλικη, από το έτος 1975 και εφεξής, όταν αυτός άρχισε να ζει χωριστά από την σύζυγό του και μητέρα της, με την οποία λύθηκε ο γάμος τους το έτος 1981, ήταν σπανιότατη.
Ότι μετά την ενηλικίωσή της επεδίωξε να αναπτυχθούν στενότερες σχέσεις με τον πατέρα της, αλλά αυτό δεν κατέστη εφικτό, λόγω της κατάστασης του πατέρα της, ο οποίος έπασχε από ψυχωσική συνδρομή, εξαιτίας της οποίας παρουσίαζε σύγχυση στη σκέψη, ασυνάρτητο λόγο, φοβίες, παραισθήσεις και κυριευόταν από ιδέες καταδίωξης, ενώ αδυνατούσε να διεκπεραιώσει απλές καθημερινές συναλλαγές.
Ότι το έτος 2004 νοσηλεύθηκε στην ψυχιατρική κλινική "..." και άρχισε να λαμβάνει αντιψυχωσική φαρμακευτική αγωγή, ενώ το έτος 2005, λόγω της άνω πάθησής του, κρίθηκε από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Αθηνών ανίκανος για εργασία, με ποσοστό αναπηρίας 67%. Ότι τον Οκτώβριο του έτους 2007 προσεβλήθη από καρκίνο του πνεύμονος και έκτοτε άρχισε να διαμένει στην οικία του αναιρεσείοντος-εναγομένου, ο οποίος είναι σύζυγος αδελφής του πατέρα της, υποβαλλόμενος μέχρι τον θάνατό του σε ειδική φαρμακευτική αγωγή και για την ασθένεια αυτή.
Ότι ο εναγόμενος, μαζί με την σύζυγό του, εκμεταλλευόμενοι την επιβαρυμένη κατάσταση του πατέρα της και κυρίως την ψυχική και διανοητική του διαταραχή, που επηρέαζαν σημαντικά την βούλησή του, έπεισαν αυτόν, να μεταβιβάσει στον εναγόμενο το μοναδικό του ακίνητο και έτσι ο πατέρας της μεταβίβασε στον εναγόμενο, λόγω πώλησης, δυνάμει του υπ'αριθμ....
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βύρωνα Αττικής Α. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα, το περιγραφόμενο στην αγωγή και κείμενο στην ... Αττικής, ακίνητο -διαμέρισμά του του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 51,20 τ.μ., μετά της κατά χρήση ανήκουσας σε αυτό ισόγειας θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, αντί αναφερόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος 64.302 ευρώ, πραγματικής όμως εμπορικής αξίας 130.000 ευρώ.
Ότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας αυτής ο πατέρας της βρισκόταν, λόγω των ανωτέρω προβλημάτων υγείας του, σε διανοητική ανικανότητα και οργανική κατάπτωση, που απέκλειαν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του, αδυνατούσε να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο της επιχειρούμενης από τον ίδιο δικαιοπραξίας και συνεπώς δεν ήταν ικανός για δικαιοπραξία.
Ότι σε κάθε περίπτωση η εν λόγω δικαιοπραξία είναι άκυρη ως αισχροκερδής, λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, επειδή ο εναγόμενος και η σύζυγός του, εκμεταλλευόμενοι την κουφότητα, την απειρία στις συναλλαγές και την ανάγκη του ασθενούς πατέρα της, καλλιεργώντας του την πεποίθηση ότι είναι οι μοναδικοί, που ενδιαφέρονται γι' αυτόν, πέτυχαν να λάβει για τον εαυτό του ο εναγόμενος ανύπαρκτα ωφελήματα, αφού το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης δεν του καταβλήθηκε, άλλως ωφελήματα προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή, αφού οι επικαλούμενες από τον εναγόμενο δαπάνες στις οποίες προέβη για την νοσηλεία του πατέρα της στα αναφερόμενα στην αγωγή νοσοκομεία, είναι πολύ μικρές σε σχέση με την αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου.
Ότι άλλως η σύμβαση πώλησης είναι εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά μη επιβαλλόμενη από λόγους ευπρέπειας, ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι η ανωτέρω σύμβαση πώλησης είναι άκυρη, λόγω διατάραξης των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του πωλητή-πατέρα της κατά το χρόνο σύναψής αυτής, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του και να της αποδοθεί το ακίνητο, β) άλλως, να αναγνωρισθεί ότι η ως άνω δικαιοπραξία είναι άκυρη, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη και ειδικότερα ως αισχροκερδής και να της αποδοθεί το ακίνητο, γ) άλλως, να αναγνωριστεί η εικονικότητα της άνω δικαιοπραξίας, η οποία υποκρύπτει δωρεά χωρίς νόμιμη αιτία και αφού ανατραπεί η δωρεά αυτή, να της αποδοθεί το ακίνητο, δ) άλλως, να αναγνωριστεί το δικαίωμα νόμιμης μοίρας της στο 1/2 της περιουσίας του πατέρα της και να ανατραπεί η ως άνω δωρεά κατά το μέρος που δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα της ποσού {130.000 ευρώ η αξία της δωρεάς, μείον 2.649,50 τα έξοδα κηδείας επί 1/2 =} 63.675,25 ευρώ και ε) άλλως να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 130.000 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όλα δε τα ποσά νομιμότοκα από τη σύναψη της άνω δικαιοπραξίας, άλλως από την επίδοση της από 1-2-2010 αγωγής, από την οποία παραιτήθηκε με την ένδικη αγωγή, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής.
Επί της άνω αγωγής το ανωτέρω δικαστήριο εξέδωσε την 2583/2013 απόφασή του, με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και αυτό εξέδωσε την 4661/2014 μη οριστική απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης προκειμένου να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη από ειδικό πραγματογνώμονα ψυχίατρο-νευροφυσιολόγο για την κατάσταση της υγείας του πατέρα της ενάγουσας κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, μετά την διενέργεια της οποίας, εξέδωσε την 1874/2019 οριστική του απόφαση, με τη οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο α)το αίτημα απόδοσης του ακινήτου στην ανωτέρω υπό στοιχείο γ' επικουρική βάση της αγωγής περί εικονικότητας της σύμβασης πώλησης, η οποία υποκρύπτει δωρεά και β)ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη την υπό στοιχείο ε' επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν συνεχεία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κυρία βάση της αγωγής περί ακυρότητας της σύμβασης πώλησης, λόγω διατάραξης των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του πωλητή-πατέρα της ενάγουσας κατά το χρόνο σύναψής αυτής, έκανε εν μέρει δεκτή την πρώτη επικουρική βάση αυτής, δεχόμενο ότι απεδείχθη πλήρως η προφανής δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής και η εκμετάλλευση γνωστής από τον εναγόμενο ανάγκης και κουφότητας του αντισυμβαλλομένου του, αναγνώρισε την ακυρότητα της επίδικης σύμβασης πώλησης ως αισχροκερδούς και συνεπώς αντίθετης στα χρηστά ήθη και υποχρέωσε τον εναγόμενο, να αποδώσει στην ενάγουσα το επίδικο ακίνητο.
Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης άσκησαν έφεση τόσον ο εναγόμενος όσον και η ενάγουσα, ζητώντας ο μεν πρώτος την εξαφάνισή της απόφασης ώστε να απορριφθεί η αγωγή, η δε δεύτερη την εξαφάνισή της απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά την κυρία βάση της. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας-ήδη αναιρεσίβλητης, αφού κρίθηκε ότι η αγωγή της κατά την κυρία βάση της είναι απορριπτέα, όχι ως ουσιαστικά αβάσιμη, που έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ η έφεση του εναγομένου-ήδη αναιρεσιβλήτου έγινε δεκτή γιατί κρίθηκε ότι "...η αγωγή, καθ' ο μέρος δι' αυτής επιδιώκετο επικουρικώς η αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως πωλήσεως, ένεκα της αισχροκέρδειάς της, εσφαλμένα κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 179, 180, 1813 ΑΚ, ενώ τύγχανε νόμω αβάσιμη, ως προς την εν λόγω επικουρική νομική της θεμελίωση.
Τούτο, δε, διότι η ενάγουσα, κατά τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε κατεβλήθη στον αποβιώσαντα πατέρα της από τον εναγόμενο το αναγραφόμενο στο υπ' αριθμ.... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Βύρωνος Α. Ζ., τίμημα, ποσού 64.302 ευρώ. Με δεδομένο, επομένως, ότι, με την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία, επιχειρήθηκε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, πώληση από τον αποβιώσαντα πατέρα της, χωρίς την καταβολή σε αυτόν ανταλλάγματος, δεν τύγχανε εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, δεδομένου ότι δεν πληρούτο η προϋπόθεση της δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που θα έπρεπε να συντρέχει ,σωρρευτικώς, μετά των λοιπών προβλεπόμενων από την ίδια διάταξη προϋποθέσεων".
Ακολούθως το Εφετείο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως την αγωγή κατά την ίδια πρώτη επικουρική βάση αυτής, δέχθηκε ότι "η ένδικη αγωγή όμως, κατά την επικουρική νομική της θεμελίωση τυγχάνει νόμιμη, ως ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 178, 180,1813 ΑΚ, 68 και 70 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι στο αγωγικό δικόγραφο εκτίθενται περιστατικά, συνιστάμενα στην εκμετάλλευση του αντισυμβαλλομένου πατέρα της από τον εναγόμενο, υπό περιστάσεις και συνθήκες που προσέδιδαν στη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο την ακυρότητα αυτής, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178ΑΚ" και στην συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση έκανε και κατ' ουσίαν δεκτή την βάση αυτή και αφού αναγνώρισε την ακυρότητα της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του επιδίκου διαμερίσματος μετά της αποκλειστικής χρήσης χώρου στάθμευσης της πυλωτής της πολυκατοικίας, από τον αποβιώσαντα Π.
Π.-πωλητή προς τον εναγόμενο- αγοραστή, λόγω αντίθεσης της σύμβασης στα χρηστά ήθη, κατά το άρθρο 178 ΑΚ, υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει το ακίνητο στην ενάγουσα.
Η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή δεν είναι απαράδεκτη ως αντιφατική, γιατί οι περισσότερες βάσεις της σωρεύονται κατά δικονομική επικουρικότητα κατά το άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς, η εξέταση κάθε επικουρικής βάσης αυτής εξαρτάται από την αίρεση της απόρριψης της κυρίας και των προηγουμένων αυτής επικουρικών βάσεων και γι' αυτό το Εφετείο, το οποίο με την ίδια αιτιολογία απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και επομένως ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω η αγωγή, κατά την πρώτη επικουρική βάση αυτής, πέραν της ρητής επίκλησης της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης πώλησης από τον αποβιώσαντα πατέρα της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας προς τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο ως αισχροκερδούς κατά τα άρθρα 179-178 ΑΚ, επειδή υπάρχει α) ανυπαρξία αντιπαροχής, άλλως φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) κουφότητα, ανάγκη και απειρία στις συναλλάγες του πατέρα της ενάγουσας και γ) εκμετάλλευση των καταστάσεων αυτών, που ήταν γνωστές στον ίδιο, από τον εναγόμενο, η οποία βάση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη από το Εφετείο, και η απόρριψη αυτή δεν πλήττεται με την αναίρεση, δεν περιέχει και άλλα πρόσθετα στοιχεία πέραν των ανωτέρω, τα οποία να προσδίδουν στην επίδικη σύμβαση πώλησης αυτοτελώς ανήθικο χαρακτήρα κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ και συνεπώς να την καθιστούν άκυρη κατά το άρθρο αυτό, ενόψει και του ότι εκτίθεται στην αγωγή ότι η μεν ενάγουσα δεν είχε αναπτύξει στενή σύνδεση με τον ασθενούντα πατέρα της, ο δε εναγόμενος από τον Οκτώβριο του 2007 και εφεξής, που ο πατέρα της ενάγουσας ασθένησε με καρκίνο του πνεύμονα και μέχρι τον θάνατό του, τον φιλοξενούσε στην οικία του και δαπάνησε και μικρά ποσά χρημάτων για αυτόν, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας σημειωθεί περαιτέρω ότι στην επίδικη πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, δεν γίνεται επίκληση ότι η σύμβαση αποτελεί δωρεά, αλλά ότι είναι πώληση, δηλαδή αμφοτεροβαρής δικαιοπραξία, για την οποία υπάρχει παροχή και αντιπαροχή, στην οποία όμως δικαιοπραξία η συμφωνηθείσα αντιπαροχή του εναγομένου, δηλαδή η καταβολή του τιμήματος δεν έχει συντελεσθεί και επομένως το τίμημα εξακολουθεί να οφείλεται.
Συνεπώς, αφού τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, χωρίς τον συνυπολογισμό των εκτιθέμενων σε αυτήν στοιχείων, που την καθιστούν αισχροκερδή κατά το άρθρο 179 ΑΚ, δεν συγκροτούν αυτοτελώς το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ, καθιστώντας την δικαιοπραξία(πώληση) ανήθικη, δηλαδή αντίθετη στις ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενόψει του περιεχομένου της σύμβασης και του συνόλου των περιστάσεων και συνθηκών, που τη συνοδεύουν, συνάγεται ότι το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη και νόμιμη την πρώτη επικουρική βάση την αγωγής, στηριζόμενη αυτοτελώς στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο αυτό και ακολούθως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, κατά το μέρος που στηρίζεται αυτοτελώς στο άρθρο αυτό. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες από τους αρ. 1 και (κατ' εκτίμηση του λόγου)14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού απομένουν προς έρευνα η υπό στοιχείο γ' επικουρική βάση της αγωγής, κατά το μη απορριφθέν πρωτοδίκως μέρος της και η υπό στοιχείο δ 'επικουρική βάση της αγωγής, να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3686/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
-Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την απόφαση
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ