Legislator Case Law & Legislation
82/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of finality and vague grounds under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 82/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two companies against a second-instance court decision. The appellants argued that the first-instance court failed to examine specific claims regarding an immoral threat, but the court found their grounds vague and lacking specific references. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the legal arguments did not meet the strict requirements for a valid appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 321, 495(1), 524(3), 559(8) of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to demonstrate a specific omission by the court, especially when the court has applied the law ex officio based on the facts presented.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Finality Requirement Vague Grounds Ex Officio Application Immoral Threat Leaving Court Unexamined

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure
Article 524(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 82 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 82/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΞΥΠΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "GENIUS SYSTEMS ΑΕ", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Φ. του Λ., κατοίκου …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιφιγένεια Βασιλοπούλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρόγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2064/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5967/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-2-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή, απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως (άρθρο 321 Κ.Πολ.Δικ.), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως είναι ο χρόνος της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

ορίζει (ολ.Α.Π.18/2001). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία και απέρριψε την έφεση, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ολ.Α.Π. 40/1996).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Τούτο δε γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους (Α.Π. 1127/2013, Α.Π. 187/2012).

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), στην οποία ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση (Α.Π. 1127/2013, Α.Π. 625/2012).

Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, που, με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της εφετειακής αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (ολ.Α.Π. 16/1990, Α.Π. 361/2011, Α.Π. 1099/2011, Α.Π.1025/2010). Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 του Κ.Πολ.Δικ.

συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατά το άρθρο 503 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματός του προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1216/2010, Α.Π. 1466/2010).

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση αποφάσεως, γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με τη βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκόμιση των εγγράφων αυτών η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 1216/2010, Α.Π. 1466/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διατάξεων των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614-620 του Κ.Πολ.Δικ.), υπ' αριθμ. 5967/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην των τότε εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, απορρίφθηκε δε με αυτήν, ως ανυποστήρικτη, η έφεση των ιδίων κατά της υπ' αριθμ. 2064/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η από 24.4.2017 αγωγή τους (εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών).

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), αφού, κατά τον χρόνο ασκήσεως αυτής, με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, στις 12.2.2019, είχε ήδη παρέλθει άπρακτη η δεκαπενθήμερη προθεσμία ασκήσεως από τις αναιρεσείουσες ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην αυτών ως άνω εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 503 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και έτσι είχε καταστεί τελεσίδικη η απόφαση αυτή, που επιδόθηκε σ' αυτές στις 14.1.2019 (βλ.

τη βεβαίωση της επιδόσασας την προσβαλλομένη απόφαση δικαστικής επιμελήτριας Β. Κ. στο αντίγραφο αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως), σε συνδυασμό με το με αριθμ. πιστ. …/2019 πιστοποιητικό περί καταθέσεως ενδίκων μέσων του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, που οι αναιρεσείουσες προσκομίζουν, μετ' επικλήσεως).

Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ολ.Α.Π. 4/2005 7/2006 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π.1040/2018, Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006).

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150, 151 και 152 του Α.Κ., όποιος εξαναγκάστηκε σε δήλωση βουλήσεως με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον άλλο ή από τρίτο, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ.

Α.Κ.), εφόσον η απειλή περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (Α.Π. 1040/2018, Α.Π. 715/2011). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει επίσης ότι η απειλή αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι:

α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απειληθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δηλώσεώς του και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απειλήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Κατά την έννοια, επίσης, των προεκτεθεισών διατάξεων των άρθρων 150 και 151 του Α.Κ., απειλή είναι η εξαγγελία κάποιου κακού για τον απειλούμενο, με την οποία ο τελευταίος περιάγεται σε κατάσταση ψυχολογικής πιέσεως και συνεπεία της οποίας αυτός φρονεί ότι πρέπει να προβεί στην υπό του απειλούντος επιδιωκόμενη δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να αποφύγει την επέλευση του κακού.

Για την ακύρωση, με δικαστική απόφαση, της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε υπό το κράτος απειλής, η οποία, μετά την ακύρωση κατά τον τρόπο αυτό, εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη, απαιτείται: α) απειλή επικειμένου κακού για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν, β) το απειλούμενο κακό να απόκειται στην εξουσία του απειλούντος και να εξαρτάται από αυτόν (Α.Π. 597/2009, Α.Π. 1272/2004), γ) ο κίνδυνος επελεύσεως του κακού να είναι άμεσος και σπουδαίος, δηλαδή επικείμενος και πραγματικός και να είναι ικανός και προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο για το ότι εκτίθεται σε κίνδυνο ένα από τα παραπάνω αναφερόμενα αγαθά, δ) η απειλή να έγινε προς το σκοπό να οδηγηθεί ο απειλούμενος, μέσω της ψυχολογικής πιέσεως που του ασκείται, σε δήλωση βουλήσεως ορισμένου περιεχομένου (Α.Π. 1912/2008).

Επιπλέον, η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή το εξαγγελλόμενο κακό πρέπει να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Επομένως, δεν μπορεί να συνίσταται στην άσκηση νομίμου δικαιώματος. Εναλλακτικά, όμως, μπορεί να πρόκειται για ανήθικη απειλή, όταν το εξαγγελλόμενο κακό αντίκειται στα χρηστά ήθη ή δεν τελεί σε συνάφεια η απειλή με την επιδιωκόμενη δήλωση βουλήσεως, παρότι αποτελεί άσκηση νομίμου δικαιώματος ή όταν το απειλούμενο κακό δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσο για το σκοπό που επιδιώκεται και ο επιδιωκόμενος ή ο απειλούμενος σκοπός είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη (Α.Π. 1040/2018, Α.Π. 1272/2004).

Η κρίση για την αντίθεση της απειλούμενης πράξεως στα χρηστά ήθη θα πρέπει να αναζητείται στις κρατούσες για την ηθική αντιλήψεις της δεδομένης εποχής, του δεδομένου τόπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 1040/2018, Α.Π. 214/1972). Η ως άνω, εκ του άρθρου 150 Α.Κ., ακυρωσία της δηλώσεως βουλήσεως, συνεπεία απειλής, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην, κατ' άρθρο 178 του Α.Κ., ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου κατ' αυτήν επηρεασμού της βουλήσεως, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, επηρεάζοντα τον γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (Α.Π. 1517/2014, Α.Π.1272/2004).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ., "δικαιοπραξία αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που εκίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή από το σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν (ολ.

Α.Π. 398/1975, Α.Π. 1517/2014, Α.Π. 834/2011). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 179 του ιδίου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών (178 και 179 του Α.Κ.) και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του Α.Κ., για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από το συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας, όμως, δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά (Α.Π. 492/2004). Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας, ως αισχροκερδούς, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 του Α.Κ., γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου του (ολ.Α.Π. 714/1973, Α.Π. 834/2011, Α.Π. 2095/2009).

Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Τέλος, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διατάξεως του άρθρου 179 του Α.Κ.

εκμετάλλευση του άλλου μέρους, υπό περιστάσεις και συνθήκες, που προδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του άρθρου 179 Α.Κ., των οποίων έγινε επίκληση και που κρίθηκαν αβάσιμα, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 του Α.Κ. (Α.Π. 834/2011, Α.Π. 2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Mε την από 24.4.2017 αγωγής τους, όπως την εκτίμησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2064/2017 απόφασή του και δέχθηκε το Δικαστήριο εκείνο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ιστορούσαν ότι με το από 17.12.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό η πρώτη από αυτές, εκπροσωπούμενη από τη δεύτερη ως Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλό της, μίσθωσε από τον εναγόμενο ένα επαγγελματικό χώρο, εμβαδού 480 τ.μ., δηλαδή ένα τριώροφο κτίριο, που βρίσκεται στο Περιστέρι Αττικής και στη συμβολή των οδών … και ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κέντρο της επαγγελματικής της δραστηριότητας, που είναι η παροχή υπηρεσιών ασφαλείας, τοποθετήσεως συναγερμών, καμερών, πώληση των ειδών αυτών και κέντρο παρακολουθήσεως σημάτων των πελατών της, των οποίων τις κινητές και ακίνητες περιουσίες προστατεύει δια των ως άνω ηλεκτρονικών μέσων και συστημάτων ασφαλείας και παρακολουθήσεως.

Ότι η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε στα εννέα έτη, αρχομένη την 01.03.2015 και λήγουσα την αντίστοιχη ημερομηνία του 2024 και το μηναίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.500 ευρώ με το χαρτόσημο, αναπροσαρμοζόμενο κατά 3% ετησίως. Ότι η χρήση του μισθίου ακινήτου παραδόθηκε από τον εναγόμενο στις 17.12.2014 και σε γνώση του εναγομένου, το κτίριο ήταν ακατάλληλο για την συμφωνηθείσα χρήση, καθώς η εκ κατασκευής χρήση του, με βάση και την οικοδομική άδεια, ήταν αποθηκευτικοί χώροι και όχι κτίριο γραφείων, επιπλέον παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα στατικής επάρκειας, συνεπεία σοβαρών ζημιών που είχε υποστεί λόγω παλαιότητας ή εκ κατασκευής.

Ότι, προκειμένου να μετατρέψουν αυτό σε χώρο κατάλληλο για τη στέγαση της επιχείρησής τους, από τα μέσα Δεκεμβρίου 2014 προχώρησαν σε οικοδομικές εργασίες, συνεννοήθηκαν με τον εναγόμενο, προκειμένου να προβεί αυτός σε έκδοση οικοδομικής άδειας αλλαγής χρήσεως του κτιρίου από χώρο αποθηκών σε χώρο γραφείων, καθώς και σε έκδοση οικοδομικής άδειας για τις οικοδομικές εργασίες σ' αυτό.

Ότι από τα τέλη του έτους 2014 έως τα τέλη Απριλίου 2015, προέβησαν στις περιγραφόμενες στο δικόγραφο εργασίες στο μίσθιο, με τη ρητή συναίνεση και την έγκριση και σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με την ρητά εκφρασμένη, άλλως την εικαζόμενη βούληση του εναγομένου εκμισθωτή, δαπανώντας συνολικά το ποσό των 367.788 ευρώ, όπως αναλυτικά προσδιορίζονται τα επιμέρους ποσά για κάθε μία εργασία, καθώς και η αξία των υλικών και η ποσότητα αυτών που χρησιμοποιήθηκαν, μετά την ολοκλήρωση των οποίων εγκαταστάθηκαν στο μίσθιο ακίνητο αρχές Μαΐου 2015.

Ότι ενημέρωσαν γι' αυτό 6.500 πελάτες τους και ξεκίνησαν να λειτουργούν εντός του μισθίου ακινήτου. Ότι ο εναγόμενος, ενώ είχε εγκρίνει τις μέχρι τότε αναγκαίες επισκευές και ανακαίνιση του κτιρίου, άρχισε να τους απειλεί και να ισχυρίζεται ότι ανακαίνισαν το κτίριο παρά τη θέλησή του, ότι προέβησαν σε οικοδομικές εργασίες και μετασκευές χώρων για τις οποίες δεν είχε ενημερωθεί και, συνεπώς, θα προέβαινε σε αγωγή εξώσεως σε βάρος τους για κακή και αντισυμβατική χρήση του μισθίου, καταγγέλλοντας την σύμβαση μισθώσεως για την ως άνω αιτία, δηλαδή για κακή χρήση του μισθίου ακινήτου, ευρισκόμενος (ο εναγόμενος) σε απόλυτη θέση ισχύος, καθώς του είχαν προκαταβάλει μισθώματα ενός έτους και είχαν προβεί σε υπέρογκες δαπάνες ανακαινίσεως του κτιρίου και συντηρήσεως αυτού.

Ότι εκβιάστηκαν και απειλήθηκαν από τον εναγόμενο και υπό την απειλή εμπλοκής τους σε δικαστική περιπέτεια και δοθέντος ότι είχαν καταβάλει τεράστια ποσά για μισθώματα και την επισκευή του κτιρίου και επιπλέον, είχαν μεταβάλει έδρα και είχαν ενημερώσει προς τούτο τους πελάτες τους, προσέτι δε είχαν μεταφέρει όλο τον τεχνικό εξοπλισμό τους και θέσει αυτόν σε λειτουργία στο μίσθιο, αναγκάστηκαν να υποστούν όλες τις παράνομες και αντισυμβατικές αξιώσεις του εναγομένου.

Ότι επιπλέον τους απείλησε ότι δεν θα συναινέσει σε ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβολής χρήσεως του κτιρίου από αποθήκη σε κτίριο γραφείων, η δε σύμπραξή του ήταν απαραίτητη για την ολοκλήρωση των διαδικασιών στην Πολεοδομία, συνεπώς η άρνησή του να συνεργαστεί θα ήταν καταστροφική για την περαιτέρω λειτουργία της επιχειρήσεώς τους και τα πρόστιμα που θα τους επιβάλλονταν θα ήταν εξοντωτικά, τόσο από την Πολεοδομία, όσο και από την εφορία και το Ι.Κ.Α.

Ότι ενόψει αυτών, ο εναγόμενος τους υποχρέωσε με απειλή και εκβίαση και κατά παράβαση των χρηστών ηθών να συνάψουν νέο μισθωτήριο στις 08.06.2015, με το οποίο ειδικότερα συμφώνησαν αύξηση του μηνιαίου μισθώματος από το ποσό των 1.500 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του χαρτοσήμου, στο ποσό των 1.500 ευρώ πλέον χαρτοσήμου και αύξηση της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος από 3% σε 4%, β) ότι η δεύτερη από αυτές (ενάγουσες) τυγχάνει εγγυήτρια της μισθώσεως και με την ατομική της περιουσία, ευθυνόμενη εις ολόκληρο με την πρώτη και γ) ότι κάθε εργασία επισκευής και ανακαινίσεως του κτιρίου, την οποία πραγματοποίησαν, θα παραμείνει επ' ωφελεία του εκμισθωτή, χωρίς δικαίωμα αποζημιώσεώς τους.

Ότι όλες οι ανωτέρω περιγραφόμενες στο δικόγραφο κατασκευές και οικοδομικές εργασίες παραμένουν προς όφελος του μισθίου ακινήτου, προσαυξάνοντας την αξία του με ισόποση ωφέλεια αυτού. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α) "να κηρυχθεί άκυρο ως προϊόν εκβίασης και απειλής το από 08.06.2015 μισθωτήριο" και β) να αναγνωρισθεί, όπως το αίτημα αυτό παραδεκτά περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην πρώτη από αυτές το ποσό των 367.788 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ως αποζημίωση για τις επωφελείς δαπάνες που πραγματοποίησε στο μίσθιο ακίνητο, επικαλούμενη κυρίως τη σύμβαση και τις διατάξεις της διοικήσεως αλλότριων και επικουρικά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος κατά το ανωτέρω ποσό, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας της, ο πλουτισμός δε αυτός σώζεται υπέρ αυτού και συνίσταται στο ότι αυτός ωφελήθηκε από την επαύξηση της αξίας του μισθίου ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η 2064/2017 απόφασή του, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι πρόκειται περί αγωγής ακυρώσεως της αναφερόμενης σ' αυτήν δικαιοπραξίας (από 08.06.2015 τροποποιητικής μισθωτικής συμβάσεως) ως προϊόν απειλής και αποζημιώσεως για επωφελείς δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο μίσθιο ακίνητο, απερρίφθη ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα ακυρώσεως της από 08.06.2015 τροποποιητικής συμβάσεως μισθώσεως, λόγω απειλής, με τις ακόλουθες αιτιολογίες: ".....τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθινά υποτιθέμενα, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν περίπτωση δικαιοπραξίας καταρτισθείσας με απειλή που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, ως εκ τούτου, ακυρώσιμης.

Και τούτο, διότι η καταγγελία της μίσθωσης για κακή ή αντισυμβατική χρήση του μισθίου και η άσκηση αγωγής, είναι δικαίωμα του εναγομένου εκμισθωτή, προβλέπεται από το νόμο και δεν ασκείται αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, ενώ η επίκληση της άσκησης αυτού δεν συνιστά απειλή και δη παράνομη. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή, για το μίσθωμα και την αναπροσαρμογή αυτού είναι νόμιμες μέσα στα πλαίσια της συναλλακτικής ελευθερίας των συμβαλλομένων.

Η σύμπραξη του εναγομένου ή μη στην μεταβολή χρήσης του κτιρίου και υπαγωγής αυτού στο Ν. 4178/2013, επίσης είναι δικαίωμά του, ενώ η μη συνεργασία του με τις ενάγουσες για την διενέργεια των παραπάνω διαδικασιών δεν είναι παράνομη ούτε αντίκειται στα χρηστά ήθη...." Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η απόφαση του οποίου ενσωματώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, στην προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5967/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά αντίθετα ορθώς ερμήνευσε αυτές.

Τούτο δε, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν περίπτωση δικαιοπραξίας, καταρτισθείσας με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς στα χρηστά ήθη και, συνεπώς, ακυρώσιμης. Ειδικότερα, το απειλούμενο κακό, δηλαδή η αποβολή της πρώτης ενάγουσας - πρώτης αναιρεσείουσας - μισθώτριας από το μίσθιο ακίνητο, ως αποτέλεσμα της εκ μέρους του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου - εκμισθωτή καταγγελίας της μισθωτικής συμβάσεως και της ασκήσεως αγωγής για κακή χρήση του μισθίου, δεν βρισκόταν (αποβολή από το μίσθιο) στη σφαίρα επιρροής του τελευταίου, ούτε εξαρτάτο αμέσως ή εμμέσως από τη βούλησή του, αλλά από την κρίση άλλων και δη των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων της πολιτείας.

Συγκεκριμένα, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες μπορούσαν να αποτρέψουν τα εκ της ως άνω απειλής αποτελέσματα και δη την αποβολή της πρώτης τούτων από το μίσθιο ακίνητο - που αποτελούσε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το επαπειλούμενο κατ' αυτών κακό - αμυνόμενες, στην κατ' αυτών έγερση της αγωγής εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, δια των νομίμων μέσων, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, από την κρίση των οποίων και μόνον εξαρτάτο η ευδοκίμηση ή μη της ασκηθείσας από τον τελευταίο (εναγόμενο - εκμισθωτή) αγωγής αποδόσεως του μισθίου.

Εξ άλλου, εφ' όσον ο μόνος τρόπος πραγματοποιήσεως της επικαλούμενης απειλής (αποβολής από το μίσθιο) ήταν η προσφυγή του εναγομένου στο δικαστήριο με την άσκηση της σχετικής αγωγής και με αίτημα αυτής (αγωγής) την αποβολή της μισθώτριας - πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω κακής χρήσεως αυτού, καθίσταται προφανές ότι ο κίνδυνος επελεύσεως του κακού δεν ήταν άμεσος, δηλαδή επικείμενος, δοθέντος ότι το επαπειλούμενο κακό (αποβολή από το μίσθιο) θα εξαρτάτο από την απόφαση του δικάζοντος δικαστηρίου, η έκδοση της οποίας (αποφάσεως) οπωσδήποτε δεν θα ήταν άμεση, αντίθετα θα ελάμβανε χώρα μετά την παρέλευση ικανού χρόνου.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή δεν δύναται να θεμελιωθεί ούτε στη διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ., γιατί, πέραν των περιστατικών που εκτίθενται σ' αυτήν για την ακύρωση της δηλώσεως βουλήσεως, συνεπεία απειλής, δεν διαλαμβάνονται (σ' αυτήν) άλλα περιστατικά, επηρεάζοντα τον γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, η εκ του άρθρου 150 του Α.Κ.

ακυρωσία της δηλώσεως βουλήσεως, συνεπεία απειλής, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην κατ' άρθρο 178 του Α.Κ. ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου κατ' αυτήν επηρεασμού της βουλήσεως, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, επηρεάζοντα τον γενικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας. Τέλος, τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν ούτε και περίπτωση καταπλεονεκτικής, κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 179 του Α.Κ.

και, συνεπώς, άκυρης, δικαιοπραξίας, εφόσον η οικονομική ανάγκη των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, την οποία, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εκμεταλλεύθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, δεν ήταν άμεση και πολύ περισσότερο ανεπίδεκτη αναβολής, δοθέντος ότι το επαπειλούμενο κακό (αποβολή από το μίσθιο) θα εξαρτάτο από την απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, το οποίο θα δίκαζε την αγωγή αποδόσεως του μισθίου ακινήτου - που θα ασκούσε ο εναγόμενος - εκμισθωτής - η έκδοση της οποίας (αποφάσεως) οπωσδήποτε δεν θα ήταν άμεση, αλλά αντίθετα θα ελάμβανε χώρα μετά την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος.

Κατά συνέπειαν, παρά την εν μέρει ελλιπή νομική αιτιολογία της, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθό και, συνεπώς, το εκδόσαν αυτήν ως άνω Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 150, 151, 152, 178 και 179 του Α.Κ., γι' αυτό και πρέπει οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, να απορριφθούν, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δικ., ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δικ. "το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι διάδικοι οριοθετούν το αντικείμενο της διαφοράς και κινούν τη δίκη, μεταβιβάζουν την υπόθεση στο δεύτερο βαθμό στα όρια που θέλουν, καθώς και στο Ακυρωτικό.

Το δικαστήριο μάλιστα δεσμεύεται από τα αιτήματα των διαδίκων και δεν μπορεί να τα υπερβεί. Η παραβίαση της καθιερούμενης με την προαναφερθείσα διάταξη συζητητικής αρχής στη συνήθη διαδικασία (εκτός, δηλαδή, της περιπτώσεως της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα) ιδρύει, ανάλογα με την περίπτωση, τους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 (λήψη υπόψη μη προταθέντων), αριθμ. 9 (ενήργησε χωρίς αίτημα του διαδίκου ή καθ' υπέρβαση αυτού ή άφησε αίτημα αδίκαστο), αριθμ. 10 (δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς αποδείξεις) και αριθμ. 11(έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, αποδείξεις).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν περαιτέρω δεκτά τα ακόλουθα: "Ως προς την σωρευόμενη αγωγή καταβολής ποσού 367.788 ευρώ ως αποζημίωση για τις εκτιθέμενες στο δικόγραφο κατασκευές στο μίσθιο, οι οποίες συνιστούν επωφελείς δαπάνες για το ακίνητο, με το ανωτέρω περιεχόμενο αυτή παρίσταται αόριστη, διότι, η πρώτη ενάγουσα δεν επικαλείται λύση της μίσθωσης με οποιοδήποτε τρόπο και παράδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου στον εναγόμενο εκμισθωτή, ώστε να παρίσταται ανάγκη καθορισμού της τύχης των κατασκευασμάτων που πρόσθεσε αυτή στο μίσθιο και των δαπανών γενικότερα στις οποίες προέβη αυτή στο μίσθιο, ενώ επιπλέον, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, η ενάγουσα έχει δικαίωμα, κατ' άρθρο 591 παρ. 3 του Α.Κ., να αφαιρέσει και να παραλάβει αυτούσια τα κατασκευάσματα, το δικαίωμά της δε αυτό δεν αλλοιώνεται και δεν τρέπεται σε αξίωση διαφέροντος παρά μόνον στην περίπτωση αδυναμίας ή υπερημερίας του εκμισθωτή για την αυτούσια περιέλευση στο μισθωτή, περιστατικά τα οποία η ενάγουσα ουδόλως επικαλείται με την αγωγή της.

Σε κάθε περίπτωση δε, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, συμφωνήθηκε με το από 08.06.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της μίσθωσης, ότι κάθε εργασία επισκευής και ανακαίνισης του κτιρίου θα παραμείνει επ' ωφελεία του εναγομένου εκμισθωτή χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης της πρώτης ενάγουσας και συνεπώς, η αγωγή δεν δύναται να βρει έρεισμα στο νόμο, αφού κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 591 Α.Κ.

είναι ενδοτικού δικαίου και μια τέτοια συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων είναι ισχυρή, στην προκειμένη δε περίπτωση, η ένδικη αγωγή κατά το κεφάλαιο της με το οποίο ζητείται να ακυρωθεί, λόγω απειλής, το ανωτέρω από 08.06.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο περιέχεται σύμφωνα με την αγωγή και ο εν λόγω όρος, ελέγχεται ως μη νόμιμη και, συνεπώς, και για το λόγο αυτό, εφόσον δηλαδή εκτίθεται ότι συμφωνήθηκε οι δαπάνες στο μίσθιο από την πρώτη ενάγουσα θα παραμείνουν προς όφελος αυτού, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσής της, η αγωγή αποζημίωσης για επωφελείς δαπάνες στο μίσθιο παρίσταται μη νόμιμη.....".

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, οι αναιρεσείουσες, παραπονούνται για την, με την προεκτεθείσα αιτιολογία, απόρριψη του σωρευόμενου αιτήματος καταβολής του ποσού των 367.788 ευρώ, ως αποζημιώσεως, για τις αναφερόμενες στο δικόγραφο κατασκευές, τις οποίες πραγματοποίησε η πρώτη τούτων στο μίσθιο ακίνητο, οι οποίες συνιστούν επωφελείς δαπάνες και προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της ευθείας παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 152 και 591 του Α.Κ., ισχυριζόμενες ότι το Δικαστήριο όφειλε να προβεί αυτεπαγγέλτως στο διαχωρισμό των δαπανών αυτών σε αναγκαίες και επωφελείς και τις μεν αναγκαίες να τις επιδικάσει ως απότοκο της ακυρωσίας της από 8.6.2015 τροποποιητικής μισθωτικής συμβάσεως, τις δε επωφελείς να τις χαρακτηρίσει ως πρόωρα ασκούμενες, ώστε να είναι δυνατή η διεκδίκησή τους στο μέλλον, εφόσον συντρέξουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του νόμου, μεταξύ των οποίων και η λήξη ή η λύση της μισθώσεως και η παράδοση του μισθίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, διαλαμβάνεται σ' αυτό ότι όλες οι αναφερόμενες σ' αυτό δαπάνες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο μίσθιο ακίνητο, είναι επωφελείς, χωρίς τον οποιοδήποτε διαχωρισμό τούτων σε αναγκαίες και επωφελείς και, συνεπώς, εφόσον το καταχθέν σε δίκη αίτημα αφορούσε στο σύνολο των δαπανών, ως επωφελών, το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως σε διαχωρισμό των δαπανών αυτών, ως επωφελών και αναγκαίων, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείουσες, πέραν του ότι και καθ' όσον αφορά στις αναγκαίες δαπάνες η αγωγή ως προς το αίτημά της να ακυρωθεί, λόγω απειλής, η από 8.6.2015 τροποποιητική μισθωτική σύμβαση κρίθηκε μη νόμιμη.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ.Α.Π.13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π. 1225/2004, Α.Π. 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ολ.Α.Π.2/1989, Α.Π. 793/2015) και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου (Α.Π. 701/2008).

Ειδικότερα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθεμένων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος, και προσδίδει στην προσβαλλομένη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εφόσον υπάγει απλά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα (Α.Π. 1040/2018, Α.Π. 1973/2007, Α.Π. 45/2006, Α.Π. 1487/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες επικαλούνται τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η απόφαση του οποίου, κατά τα προεκτεθέντα, ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη, κατά την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, δεν έλαβε υπόψη του και παρέλειψε να εξετάσει τους ισχυρισμούς τους περί ανήθικης απειλής που αναφέρονται σ' αυτό (αγωγικό δικόγραφο).

Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, εφ' όσον οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν το συγκεκριμένο τμήμα του αγωγικού δικογράφου, στο οποίο περιείχοντο τα συγκροτούντα την, κατά τους ισχυρισμούς τους, ιστορική βάση της ακυρότητας της προαναφερόμενης τροποποιητικής μισθωτικής συμβάσεως, λόγω ανήθικης απειλής, με την επίκληση περιστατικών πέραν των ιστορουμένων για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσεως της αγωγής για την ακύρωση αυτής (ως άνω τροποποιητικής μισθωτικής συμβάσεως), λόγω απειλής και τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή, όταν το δικαστήριο, όπως, εν προκειμένω, εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και έχει προβεί στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθεμένων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, έστω και αν κατέληξε σε διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες νομικό συμπέρασμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.2.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 117/2019 αίτηση για αναίρεση της 5967/2018, ερήμην των εκκαλούντων εκδοθείσας αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθμ. 2064/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ