Supreme Court dismisses appeal withdrawal and rejects jurisdictional challenge while upholding insurance liability verdict.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' withdrawal of the appeal regarding two defendants and rejected their jurisdictional challenge against the insurance company. The court found the withdrawal valid for the withdrawn parties but determined the jurisdictional objection was unfounded because the insurance liability claim fell within civil court competence. Consequently, the appeal was allowed only in part, terminating the proceedings against the withdrawn defendants while dismissing the appeal against the insurer.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure: An appellant's withdrawal from an appeal terminates the proceedings without the respondent's consent, while a jurisdictional objection is admissible only if the case falls outside civil court competence or involves administrative matters.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 677 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 677/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. Κ., 2) Γ. Μ., συζύγου Ι. Κ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Γεωργίου και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "UNIVERSAL ALLGEMEINE VERSICHERUNG A.G.", η οποία στη Νυρεμβέργη Γερμανίας και αντιπροσωπεύεται νόμιμα στην Ελλάδα από το ασφαλιστικό συγκρότημα "INTERASCO A.E." που εδρεύει στο Χαλάνδρι Ατιικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Κ., κατοίκου ..., 3) Ε. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 20/6/2008 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 9262/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο και τρίτο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4312/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9262/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/6/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 29/10/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295§1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573§1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 744/1982, ΑΠ 793/2010). Επομένως, η παραίτηση των αναιρεσειόντων (Ι. Μ. Κ. και Γ. Μ., συζύγου Ι. Κ., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Γεωργίου) από το δικόγραφο της υπό κρίση αναίρεσης, ως προς τον δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ε. Κ. και Ε. Π., που έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου πριν την προφορική συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, είναι νόμιμη και επιφέρει την κατάργηση της δίκης, ως προς τους ως άνω δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα ή σε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1077/2009). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται με σαφήνεια.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή, ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Τέλος κατά την διάταξη των άρθρων 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης 9262/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την ανωμοτί κατάθεση του πρώτου ενάγοντος η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων και αυτά της σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας για το ένδικο ατύχημα αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα κεφάλαια της εκκαλουμένης που πλήττονται με την έφεση:
Την 7-12-2002 και ώρα 05.10' ο πρώτος ενάγων (το ορθό εναγόμενος) Ε. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του β' εναγομένου το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της Λεωφόρου Συγγρού με κατεύθυνση από παραλία προς Αθήνα στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας.
Φθάνοντας στο ύψος του ξενοδοχείου "INTERCONTINENTAL" και σε μικρή απόσταση 15-20 περίπου μέτρων, αντιλήφθηκε τον πεζό Ε. Κ., να πηδάει τα σιδερένια κιγκλιδώματα (προστατευτικές μπάρες) της διαχωριστικής νησίδος και να επιχειρεί, δίχως προηγούμενο έλεγχο, να διασχίσει το ρεύμα της Λεωφόρου Συγγρού, όπου ο ως άνω οδηγός εκινείτο και με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά σχετικά με την πορεία του.
Λόγω της αυξημένης όμως ταχύτητάς του η οποία υπολογίζεται στα 95 χιλ. περίπου ωριαίως (επιτρεπόμενο όριο στο σημείο αυτό της οδού, ήταν αυτό των 90 χιλ. ωριαίως), την οποία έπρεπε να μειώσει, ενόψει μάλιστα των συνθηκών που επικρατούν (νύκτα, αραιή βροχόπτωση), ο ως άνω οδηγός μπόρεσε να αποφύγει την παράσυρση του ως άνω πεζού πραγματοποιώντας κάποιο αποφευκτικό ελιγμό, παρέσυρε δε τούτον και τον τραυμάτισε θανάσιμα.
Ειδικότερα, ο προαναφερθείς πεζός υπέστη κάκωση κεφαλής με διάχυτο εγκεφαλικό οίδημα, ρήξη δεξιού ημισφαιρίου διαφράγματος αιμοθώρακος και εκτεταμένες αιμορραγικές θλάσεις ήπατος, τραύματα από τα οποία ως μόνης αιτίας την 11-12-2002 επήλθε ο θάνατός του. Ο θανάσιμος τραυματισμός του πεζού Ε. Κ., οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια τόσο του οδηγού του προαναφερόμενου οχήματος, όσο και του ως άνω αναφερόμενου πεζού.
Τούτο δε γιατί ο μεν πεζός, από αμέλεια ήτοι από έλλειψη της προσοχής του μέσου συνετού πεζού, επεχείρησε να διασχίσει το προς Αθήνα ρεύμα πορείας της Λεωφόρου Συγγρού, εκτός διαβάσεων πεζών και σε σημείο που υπήρχαν υπερυψωμένα προστατευτικά κιγκλιδώματα δίχως προηγουμένως να ελέγξει την επί της οδού κίνηση των οχημάτων, ο δε οδηγός γιατί από αμέλειά του ήτοι από έλλειψη της προσοχής του μέσου συνετού οδηγού εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα, αυτή των 95 χιλιομέτρων ωριαίως, ενώ η ανώτατη επιτρεπόμενη βάσει πινακίδας ήταν 90 χιλιόμετρα ωριαίως, εν όψει μάλιστα των επικρατουσών συνθηκών της οδού, ήτοι του νυχτερινού της ώρας και της προηγηθείσης βροχοπτώσεως με αποτέλεσμα, αν και αντιλήφθηκε τον πεζό να επιχειρεί να διασχίσει, υπερπηδώντας τα προστατευτικά κιγκλιδώματα, την άνω οδό από απόσταση 15-20 μέτρων, να μην μπορέσει να τον αποφύγει, πραγματοποιώντας κάποιο αποφευκτικό ελιγμό και να τον παρασύρει ενώ αυτός είχε διασχίσει 0,30 εκατοστά τραυματίζοντάς τον θανάσιμα.
Το ποσοστό υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού εκτιμάται στο 40%, αυτό δε του πεζού στο 60%. Η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε μεν συνυπαιτίους τους ως άνω, οδηγό και πεζό, αλλά εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και δέχτηκε την υπαιτιότητα του οδηγού κατά 60% και του πεζού κατά 40%, αντί του ορθού κατά 40% του οδηγού και κατά 60% του πεζού.
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της εφέσεως της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας (πρώτος λόγος) ως βάσιμος κατ' ουσίαν." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, από τις οποίες είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα, αναφέρονται όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα τόσο του οδηγού του αυτοκινήτου όσο και του θανατωθέντος πεζού και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς αυτών με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η υπαγωγή δε αυτών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόστηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ οι ελλείψεις που αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες σχετικά με την περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος, την απόσταση από την οποία ο οδηγός του αυτοκινήτου αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τον πεζό και στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι επουσιώδεις ελλείψεις, που δεν εμποδίζουν ούτε αναιρούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα για συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 40% για τον οδηγό και 60% για τον πεζό, ενώ τα περιστατικά που επικαλούνται για να υποστηρίξουν την άποψή τους ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα αποτελούν επιχειρήματα για την υποστήριξη της εν λόγω άποψης, οι δε σχετικές αιτιάσεις που αναφέρονται στα επιχειρήματα αυτά, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμες.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αυτής, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 349 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό της κρίσης του , επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα τα οποία ο διάδικος νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ' λόγος αναίρεσης. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι, όπως σ' αυτή βεβαιώνεται, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα της σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας, δέχθηκε πως το ένδικο ζημιογόνο τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε σοβαρά και απεβίωσε ο υιός των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, προκλήθηκε από κοινή υπαιτιότητα (αμέλεια) του θανόντος και του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την αστική ευθύνη του οποίου κάλυπτε με ενεργό σύμβαση η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία.
Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, στις οποίες λεπτομερώς αναφέρονται ο τόπος, χρόνος και οι λοιπές συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το θεμελιωτικό των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων τροχαίο ατύχημα, αδιστάκτως προκύπτει ότι έλαβε υπόψη το σχεδιάγραμμα της τροχαίας Καλλιθέας, καθώς και τις φωτογραφίες που απεικόνιζαν το σημείο της οδού όπου έλαβε χώρα το τροχαίο και επομένως ο πρώτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα άνω αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερο, από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι μετ' εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 932 και 300 ΑΚ, επιδίκασε στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν οι ενάγοντες από τον θάνατο του υιού τους Ε..
Ο λόγος αυτός, ως πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α' Α.Κ., αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο καθορισμός του ποσοστού μειώσεως ή η μη επιδίκαση αποζημιώσεως στο ζημιωθέντα, μετά παραδοχή ότι στη ζημία του συντέλεσε και δικό του πταίσμα, υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς το ζήτημα τούτο αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ. δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο γ' λόγο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος σε ποσοστά 60% και 40% αντιστοίχως αντί του ορθού 40% και 60%, όπως ορθώς είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Κατά το αρθρ. 559 αρ.4 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο αρθρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α)οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β)οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, γ)οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά.
Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχέ ς... απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το αρθρ. 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του αρθ. 1 Κ.Πο.Δικ. καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το αρθ.3 Κ.Πολ.Δικ. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως εν μέρει ουσία βάσιμη την αγωγή της ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, μητέρας του θανόντος υιού της Ε., συνεπεία του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι (συνυπαίτιος οδηγός, ιδιοκτήτης του οχήματος και την ασφαλιστική εταιρία) υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρο, στην εν λόγω ενάγουσα το ποσό των 60 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα έντεκα ετών από 7.12.2003 και εντεύθεν, δεχόμενο ότι με το ποσό αυτό, θα συνέβαλε το θύμα στη διατροφή της ενάγουσας, και κατά το οποίο ποσό αυτή ζημιώθηκε, λόγω του θανάτου του υιού της Ε..
Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι έχει δικαιοδοσία, ως προς το εν λόγω κονδύλι αποζημίωσης, που συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 928 ΑΚ, δεν υπέπεσε στην από τον αρ.4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως με τον τελευταίο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, αιτιάται η δεύτερη αναιρεσείουσα και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, να καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Καταργεί τη δίκη ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ε. Κ. και Ε. Π..
Απορρίπτει την από 20-6-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1016/29-7-2008 αίτηση για αναίρεση της 9262/30-11-2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ