Legislator Case Law & Legislation
793/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurer and remands appealable portion of judgment for retrial.

Case Number 793/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal against the first defendant (an individual) inadmissible due to the appellant's withdrawal before oral proceedings began. While the appeal against the insurance company was rejected for being inadmissible due to lack of specificity regarding document distortion, the court found a procedural error concerning the evaluation of medical reports. Consequently, the judgment was annulled only regarding the reasoning on the insurer's appeal, and the case was remanded for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559(12) and 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appellant's withdrawal before oral proceedings terminates the case without consent; an appeal alleging distortion of a document is inadmissible if it fails to specify the alleged distortion for comparison; an appeal alleging violation of evidence rules regarding medical reports is admissible if the lower court failed to properly evaluate them.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal inadmissible appeal distortion of document evaluation of evidence remittal for retrial medical reports procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 744/1982
AP 1254/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 793 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 793/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Στρούμπο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του, ως άνω, αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 30/6/2008 κρινόμενης αίτησης, για αναίρεση της 219/2005 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, ως προς τον πρώτο των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 280/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/6/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 5/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει κατά ένα μέρος δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει, ότι παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης, (ΟλΑΠ 744/1982). Επομένως, η παραίτηση του αναιρεσείοντος, από το δικόγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ, εφόσον έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, (ο οποίος διορίστηκε με την υπ' αριθ. 10678/2010 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Θήβας Χαρίκλειας Κούρτη), πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, είναι νόμιμη και επέφερε την κατάργηση της δίκης, ως προς τον, ως άνω, αναιρεσίβλητο.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965, ορίζεται, ότι "επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α. ν. 1846/1951, εφόσον ο ασφαλισμένος ή τα μέλη της οικογενείας του δύνανται ν' αξιώσουν κατ' άλλους νόμους αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υποχρέου, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι' ο ποσόν τούτο οφείλει ασφα- λιστικάς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ' α ειδικότερον θέλει ρυθμισθεί δια β.

δ., εκδιδομένου προτά- σει του Υπουργού, μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του κατά την παραπάνω νομοθετική εξουσιοδότηση εκδοθέντος β. δ. 226 της 22-2/21.3.1973, "περί τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ οφειλομένων προς ασφαλισμένον ή τα μέλη της οικογενείας των εκ προσγενομένης αυτοίς ζημίας παρά του προς αποζημίωσιν υποχρέου", ορίσθηκε, ότι "το ποσόν μέχρι του οποίου τυχόν αξίωσις του ασφαλισμένου ή των μελών της οικογενείας του προς αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς λόγω ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υπόχρεου μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, συμφώνως προς την παράγραφο 5 του άρθρου 10 του ν.

δ. 4104/1960, ως αντικατεστάθη τούτο υπό του άρθρου 18 του ν. 4476/1965, καθορίζεται δι' αποφάσεως του Διοικητού του ΙΚΑ". Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 18 του ν. 1654/1986 προστέθηκε στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν. δ. 4104/1960, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση δια της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965, διάταξη, η οποία ισχύει από 24.11.1986, σύμφωνα με την οποία, η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση.

Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιονδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι, μετά την έναρξη ισχύος (23.11.1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του ν. 1654/1986, το ΙΚΑ, για τις παροχές σε ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα, έχει απ' ευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσό των οφειλομένων στο ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωσή του κατά του υπόχρεου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σε αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ από τη σχέση κοινωνικής ασφαλίσεως που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος.

Τέλος, για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως στο ΙΚΑ της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντα ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογενείας του και των αξιώσεων αποζημιώσεως του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του υπόχρεου τρίτου.

Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει, όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους από χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια, (ΑΠ 70/2005). Περαιτέρω, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ελέγχεται η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παρα- βίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περι- στατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά? "Στη συνέχεια, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, προ του τραυματισμού του, εργαζόταν ως βοηθός τεχνίτη οικοδομών στα τεχνικά έργα, που εκτελούσε η κοινοπραξία των εταίρων ...

ΑΕ και ... ΑΕ, για την κατασκευή τμήματος έργου της Εγνατίας Οδού. Για το διάστημα κατά το οποίο απείχε από την εργασία του, για την αιτία αυτή, δηλαδή από 5.6.2004 έως και 18.10.2004, ήτοι για 136 ημέρες, έλαβε ως επιδότηση από το ΙΚΑ, λόγω ασθενείας, (ακρωτηριασμός μικρού δακτύλου), το ποσό των 3,382,32 ευρώ (βλ. 2142/26.4.2006 και 3227/8.6.2006 βεβαιώσεις του ΙΚΑ, Τοπικό Υποκατάστημα ..., Τμήμα Παροχών).

Συνεπώς, για το ανωτέρω ποσό, το ΙΚΑ υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια στην αξίωση του ενάγοντος, κατά των εναγομένων, για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία και αφαιρούνται από τις αντίστοιχες αξιώσεις του ενάγοντος, ως δικαιουμένου αποζημιώσεως προσώπου, κατά τα εις τη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε και άλλη αναρρωτική άδεια για το χρονικό διάστημα από τις 18.10.2004 έως 31.5.2005 και από 1.6.2005 έως 31.3.2006, δεδομένου ότι άλλες βεβαιώσεις του ανωτέρω ασφαλιστικού οργανισμού, για επιδότηση του ενάγοντος, για περαιτέρω χρονικό διάστημα αποχής του από την εργασία του, λόγω ασθενείας, εξ αιτίας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, δεν προσκομίζονται, ούτε και άλλο σχετικό έγγραφο του ΙΚΑ ή του εργοδότη του, παρά το γεγονός ότι οι θεράποντες ιατροί του στο ανωτέρω νοσοκομείο του χορήγησαν ιατρικές γνωματεύσεις ότι δικαιούται περαιτέρω αναρρωτικές άδειες.

Επομένως, το κονδύλιο της αγωγής με το οποίο αυτός ζητεί διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του, για το χρονικό διάστημα από 18.10.2004 έως 31.5.2005 και από 1.6.2005 έως 31.3.2006, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε, ότι ο ενάγων απώλεσε εισοδήματα για έξι μήνες και είκοσι ημέρες, εντός του χρονικού διαστήματος από 5.6.2004 έως 15.7.2004, ανερχόμενα στο ποσό των 5.549,58 ευρώ, έσφαλε, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να εξαφανιστεί, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της έφεσης των εναγομένων και απορριπτόμενου ως αβάσιμου του δεύτερου λόγου της έφεσης του ενάγοντος".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με το να διαλάβει λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και μην εφαρμόσει τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των, αλλά και εκ πλαγίου, με το να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, μόνο αναφορικά για το χρονικό διάστημα από 5-6-2004 έως 18-10-2004, ήτοι για 136 ημέρες, κατά τις οποίες έλαβε επιδότηση από το ΙΚΑ, λόγω ασθενείας, (ακρωτηριασμός μικρού δακτύλου), εφόσον, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, είχε κρίνει, ότι ελάμβανε από την εργασία του μεγαλύτερες αποδοχές, (8.831,9 ευρώ) από τις οποίες δεν αφαίρεσε το ως άνω επίδομα ασθενείας (3.382,32 ευρώ), που έλαβε από το ΙΚΑ, ώστε να του επιδικάσει το υπόλοιπο ποσό (5.549,58 ευρώ), με αποτέλεσμα, να υποπέσει στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο, κατά το μέρος τούτο, πρώτο λόγο αναιρέσεως.

ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ, (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, κατά το σχετικό σκέλος του, προτείνεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τις από 1-2-2005, 1-7-2005, 13-9-2005 ιατρικές γνωματεύσεις του θεράποντος ιατρού του στο Γενικό Νοσοκομείο ..., ..., καθώς και την από 23-12-2004 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ιατρού ....

Επιπλέον, αιτιάται ότι δεν έλαβε υπόψη τις βεβαιώσεις του ΙΚΑ με αριθ. πρωτ. ... Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπετε αμφιβολία, ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα.

Μάλιστα, το Εφετείο, για τη διατύπωση του σαφούς πορίσματός του ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα πέραν της 18-10-2004, κάνει ρητή μνεία ότι δέχεται τούτο, παρά το ότι οι θεράποντες ιατροί του χορήγησαν ιατρικές γνωματεύσεις ότι δικαιούται περαιτέρω αναρρωτικές άδειες.

Επομένως, και οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αιτιάται ότι εάν είχε λάβει υπόψη τα έγγραφα αυτά θα επιδίκαζε μεγαλύτερο ποσό διαφυγόντων κερδών και μεγαλύτερη χρηματική ικανοποίηση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες, γιατί στις διαδικασίες αυτές λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και όλα κρίνονται από το δικαστήριο της ουσίας ελεύθερα, (ΑΠ 207/1999). Εξάλλου, δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ένα από αυτά, (ΑΠ 1145/1999).

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε, ως από αυτή προκύπτει, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από το άρθρο 681Α ΚΠολΔ, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και συγκεκριμένα των, ως άνω, ιατρικών γνωματεύσεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V. Το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ορίζει, ότι λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο στην περίπτωση που από λάθος αναγνώσεως αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο καταφανώς διαφορετικό από το αληθινό και κατ' ακολουθίαν τούτου το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, όχι δε και όταν, ύστερα από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, το δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται πλημμέλεια περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Εντεύθεν, παρέπεται, ότι, για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, τι δέχθηκε το δικαστήριο ως περιεχόμενο του εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με το προβαλλόμενο ως αληθινό περιεχόμενο να μπορεί να ελεγχθεί η παραμόρφωση αυτού, (ΑΠ 1254/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέδωσε στα υπ' αριθμ.

πρωτ. 2142/26-4-2004 και 3227/8-6-2006 έγγραφα του ΙΚΑ, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό του αληθινού. Όμως, δεν αναφέρει το ακριβές περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί τυχόν παραμόρφωσή του και για το λόγο αυτό πρέπει ο σχετικός λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.

VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο ως προς το πιο πάνω κεφάλαιο, υπό στοιχείο

ΙΙ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Αναιρεί την 280/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, μόνο ως προς το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ