Supreme Court reverses lower court on lawyer fees calculation error and orders cost offset due to partial victory.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a regional court decision regarding compensation for expropriation. The government argued for a 2% fee rate for lawyers who filed objections, while the lower court incorrectly applied this rate to all claimants. The court found this a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure and corrected the fee calculation to 1% for those filing objections. Consequently, the court ordered a full offset of litigation costs between the parties due to their respective partial victories and losses.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 22 para. 2 of Law 3693/1957: The lower court violated substantive law by misapplying the percentage rate for legal fees, necessitating a remand for recalculation; costs must be offset between parties when each achieves a partial victory and defeat.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 674 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 674/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Βορείου Αιγαίου, που κατοικοεδρεύει στον Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. … και 21. …, εκ των οποίων ο 21ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Πετσετίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 9ος των αναιρεσιβλήτων Α. Ν. του Α., απεβίωσε στις 23-7-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α. Α. Ν. του Α. (21ος), β. Ε. χα Α. Ν., το γένος Π. Κ. και γ. Κ. Ν. του Α., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την δικαστική συμπαραστάτριά της Ε. χα Α. Ν., το γένος Π. Κ., εκπροσωπούμενοι από την ίδια, οι 7ος, 8ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος και 15ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Πέτσικο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 16η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρέα Κυρατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 277/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Βορείου Αιγαίου και συνεκδικάστηκε με την από 5-6-2012 αίτηση της ήδη 16ης των αναιρεσιβλήτων, με τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις των ήδη 3ου, 7ου, 8ου, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου και 16ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση των ήδη 17ης, 18ης, 19ης, 20ης και 21ου των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 40/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σωκράτης Πλαστήρας διάβασε την από 28-3-2019 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ελένης Φραγκάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, παραδοχή του δεύτερου λόγου της από 28-5-2014 και με αριθμό καταθέσεως 10/2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 40/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Η πληρεξούσια του 21ου και των υπεισελθέντων στη δίκη κληρονόμων του αποβιώσαντος 9ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ.1 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
ΑΠ 15/2001, ΑΠ 45/2020), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β` περ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 49/2020), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 597/2021, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 180/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 28-5-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10/30-5-2014) αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά της 40/2013 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), ερήμην των 1ου, 2ου, 4ου, 5ου, 6ου, 9ου και 10ου των καθ' ων η από 15-12-2011 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 3/23-12-2011) αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (περί προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως) και ήδη αναιρεσιβλήτων, πλην όμως, δεν τίθεται θέμα έρευνας της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και έρευνας του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως από την άποψη αυτή, κατ` άρθρο 553 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ, εφόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α` του ν. 2882/2001 "κατά της απόφασης του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" και, συνεπώς, η ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 682/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθ. 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012, σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20) η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρ. 19, κατά την οποία, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ.1 του ν. 4714/2020 (ΦΕΚ Α 148/31.7.2020) "η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.
Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι` αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β` και γ`του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1259/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο από 18-1-2019, 25-11-2021, 30-11-2021 και 22-11-2021, εκθέσεις τοιχοκόλλησης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, των αρμοδίων υπαλλήλων του Δήμου Δυτικής Λέσβου και του Γραμματέα του Δικηγορικού Συλλόγου Λέσβου, επικυρωμένα αντίγραφα της ένδικης, από 28-5-2014 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 10/30-5-2014), αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 40/2013 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, μαζί με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την αρχική δικάσιμο της 5-4-2019, με αριθμό πινακίου 20, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 20-3-2020 κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού Covid-19 (άρθρ. 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020) και επαναπροσδιορίστηκε με την από 15-7-2020 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος Αρείου Πάγου, για την δικάσιμο της 2-10-2020 κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (4-2-2022), τοιχοκολλήθηκε στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου, του Δήμου Δυτικής Λέσβου και του Δικηγορικού Συλλόγου Λέσβου, αντίστοιχα, ενώ παράλληλα, αναρτήθηκε στις 2-12-2021 στον ισότοπο του Υπουργείου Οικονομικών και στις 3-12-2021 στον ισότοπο της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (βλ.
τα με αριθμ. πρωτ. 2385 και 1967 έγγραφα, αντίστοιχα), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. β` και γ` του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 88 του ν. 4714/2020. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 1ος, 2ος, 4ος, 5ος, 6ος 10ος, 17ος, 18ος, 19ος και 20ος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, αν και όλοι οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, πριν από εξήντα ημέρες από την αρχική δικάσιμο, όπως άλλωστε όρισε και η πράξη προσδιορισμού δικασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 4, 22 παρ. 4 του ΚΑΑΑ και αυτές σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ` του ΚΠολΔ, εφόσον όλοι οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο της 5-4-2019, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, από το πινάκιο, για τη δικάσιμο της 20-3-2020 κατά την οποία ματαιώθηκε και επαναπροσδιορίστηκε με πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος Αρείου Πάγου, για την δικάσιμο της 2-10-2020, κατά την οποία δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από τον Γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, αναβλήθηκε δε εκ νέου, από το πινάκιο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και συνεπώς δεν απαιτείται νέα κλήτευσή τους για την παρούσα δικάσιμο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που αναπτύχθηκε παραπάνω, πρέπει να προχωρήσει, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία των απολειπομένων ως άνω αναιρεσιβλήτων κατ` άρθρο 576 παρ. 2 περ.
γ` του ΚΠολΔ. Εξάλλου, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί και εμπρόθεσμα εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001). Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 30-5-2013. Η ενιαύσια προθεσμία άρχισε την επομένη ημέρα, στις 31-5-2013, ενώ η αίτηση ασκήθηκε με την κατάθεσή της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις 30-5-2014, δηλαδή την προηγουμένη πριν από τη συμπλήρωση της ανωτέρω προθεσμίας και συνεπώς εμπρόθεσμα.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι η πληρεξούσια δικηγόρος, Θεοδώρα Πετσετίδου, δήλωσε στο ακροατήριο και τούτο καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι ο 9ος αρχικός αναιρεσίβλητος, Α. Ν. του Α., απεβίωσε στις 23-7-2018 (δηλαδή μετά την άσκηση της αναίρεσης) και ότι η δίκη συνεχίζεται νόμιμα από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, Α.
Ν. του Α., Ε. Χ. Α. Ν. και Κ. Ν. του Α., οι οποίο υπεισήλθαν στη δικονομική θέση αυτού και για την εκπροσώπηση των οποίων προσκομίζεται το υπ` αριθμ. .../26-3-2019 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χάριτος Ζαχαριάς. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση προκύπτουν από τη με αριθμό 20/18/25-7-2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αθηνών και από το με αριθμό πρωτοκόλλου .../30-8-2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, καθώς και από τα με αριθμ. 4511/7-2-2022, 10362/11-7-2019 και 60352/2020 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών και Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης διαθήκης και μη αποποίησης της κληρονομάς του αποβιώσαντος.
Επομένως, η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί νόμιμα με τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικού 9ου αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη αντ` αυτού, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ενώ τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Κατόπιν όλων αυτών, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Η εν λόγω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια, αλλά παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 319/2019, ΑΠ 751/2018, ΑΠ 635/2017).
Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, κατά το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α` 90/18.4.2013), η διάταξη του οποίου εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που είχαν κηρυχθεί κατά την έναρξη ισχύος του, για τις οποίες όμως δεν είχε συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης "το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδως αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και την αξία σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής Προεκτιμήσεως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως, για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου.
Και ναι μεν η αντικειμενική αξία, καθώς και η έκθεση της Επιτροπής Προεκτιμήσεως δεν δεσμεύουν την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, πλην όμως, αν το Δικαστήριο αποκλίνει από αυτήν ή από την τιμή της αρμόδιας επιτροπής, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά την κρίση του με τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 814/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 52/2019). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 465/2020).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στην διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ.
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 259/2019).
Έτι περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ` επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (ΑΠ 645/2020, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 750/2018). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, για όλα τα απαλλοτριωμένα ακίνητα και τα επικείμενά τους, όπως αυτά αναφέρονται στο αναιρετήριο, τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραβίαση του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), διότι το Εφετείο "...
καθόρισε, την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως χωρίς νόμιμη, πλήρη και επαρκή αιτιολογία, σε τιμές αρκετά υψηλότερες της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, όπως αυτή ζητείτο με την αίτηση και τις προτάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, με τρόπο ασαφή και μη πειστικό ...., ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη δεν λαμβάνει υπόψη για τη μόρφωση της κρίσης της, ούτε παραθέτει άλλα συγκριτικά στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να δικαιολογούν την απομάκρυνση του Δικαστηρίου από τις τιμές που αναφέρονται στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου οι οποίες διαμορφώθηκαν με βάση την αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων.
Ενόψει όμως της διάταξης του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, όπως τροποποιήθηκε, η έλλειψη κατάλληλης αξιολόγησης της αντικειμενικής αξίας και η αντιφατικότητα των παραδοχών του Δικαστηρίου σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα είναι μη νόμιμη, περαιτέρω δε η εν λόγω πλημμέλεια επέδρασε ουσιωδώς στη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξία του εδάφους".
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ. είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επ` αυτών επικειμένων, ούτε προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση της προπαρατιθέμενης διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της ή ψευδή ερμηνεία, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Ο ίδιος λόγος, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, σε σχέση με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενά τους, δεν εξειδικεύεται και το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή δεν αποσαφηνίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών, χωρίς να αρκούν οι γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών ή το αναγραφόμενο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν αξιολόγησε την αντικειμενική αξία των εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου...".
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα α) 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο και παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης που ασκήθηκαν με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ' ου.
Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ.
γ` του ν. 2882/2001 και που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ` των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του, η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10-4-2012 (ΦΕΚ A`/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 57/2021, ΑΠ 948/2020, ΑΠ 751/2018).
Ο προβλεπόμενος από τις εν λόγω διατάξεις υποχρεωτικός καθορισμός της επιδικαζόμενης από το δικαστήριο αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, όταν αυτή υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως εν προκειμένω είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδαφ.
α' του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι, αφενός μεν δεν μειώνεται η αποζημίωση, αφού ο δικαιούχος αυτής υποχρεούται να καταβάλλει στο δικηγόρο του μόνο τη μειωμένη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο, η οποία επιδικάζεται σ' αυτόν και την εισπράττει από τον αντίδικό του και υπόχρεο προς αποζημίωση, αφετέρου δε η μείωση της αμοιβής του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης δεν παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης, αφού δεν αναιρεί και δεν περιορίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και ο δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο υπαγορεύτηκε ο περιορισμός αυτός (απλότητα στη διαχείριση των υποθέσεων) που εξυπηρετεί και το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 1175/2015).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των καθ' ών η αίτηςη - ανταιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για τα οποία είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημιώσεως, καταδίκασε το αιτούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως υπόχρεο καταβολής αποζημιώσεως, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η αίτηση, που άσκησαν ανταιτήσεις με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις τους, την οποία ορίζει:
α)Στην αμοιβή για την παράσταση και τα λοιπά έξοδα του πληρεξουσίου δικηγόρου κάθε δικαιούχου ή ομάδας δικαιούχων, στο Μονομελές Πρωτοδικείο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σ' αυτό το Δικαστήριο, ποσού πεντακοσίων (500,00) ευρώ και β) στην αμοιβή των Δικηγόρων τους για την σύνταξη των ανταιτήσεων, που ασκήθηκαν με τις προτάσεις τους σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης, που αναλογεί σε καθένα απ' αυτούς".
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να υπολογίσει την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημίωσης - αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 2%, για όσους άσκησαν ανταιτήσεις ή παρεμβάσεις με τις προτάσεις ή κατέθεσαν απλές προτάσεις, επί του ποσού της οριστικά καθορισθείσας από το Εφετείο για καθένα απ`αυτούς αποζημίωσης, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση.
Στη συνέχεια, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της, ως προς το οποίο δεν χρειάζεται διευκρινίσεις, προς καθορισμό εκ νέου της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντων, οι οποίοι άσκησαν ανταιτήσεις με τις προτάσεις, σε ποσοστό 1%, επί του ποσού της οριστικά καθορισθείσας από το Εφετείο για καθένα απ` αυτούς αποζημίωσης.
Τέλος, η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 ν. 3693/1957 ορίζει ότι "εις τας δίκας μετά του δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα α)..., β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί". Από τη διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι ως μερική νίκη και ήττα διαδίκου, συνεπαγομένη υποχρεωτικώς τον συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, νοείται η αφορώσα στη μερική παραδοχή ή απόρριψη κεφαλαίου της αγωγής.
Είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομική και ως τέτοια δεν καταργήθηκε από τον ΚΠολΔ και τον Εισαγωγικό αυτού Νόμο (ΑΠ 948/2020, ΑΠ 205/2017). Επομένως, εν προκειμένω, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ.
β` ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 40/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης και μόνο (κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της).
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης μεταξύ των διαδίκων.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατά το αναιρεθέν μέρος της, την από 15-12-2011 και με αριθμό καταθέσεως 3/2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου, πέραν του ποσού των πεντακοσίων (500,00) ευρώ που προσδιορίσθηκε με την 40/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, ως αμοιβή για τις παραστάσεις των δικηγόρων τους και τα λοιπά έξοδα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και του Εφετείου για κάθε χωριστή παράσταση, την πληρωμή της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης καθ' ων η αίτηση - ανταιτούντων, την οποία καθορίζει σε ποσοστό 1%, για όσους άσκησαν ανταιτήσεις με τις προτάσεις, επί του ποσού της οριστικά καθορισθείσας από το Εφετείο για καθένα απ` αυτούς αποζημιώσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ