Legislator Case Law & Legislation
790/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against railway company's refusal of nursing care for wife with artificial limbs.

Case Number 790/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the fourth ground of appeal regarding the railway company's refusal to provide nursing care. The appellate court had accepted the claim but failed to adequately justify why the wife could not cover her personal needs with artificial limbs without another person's presence. Consequently, the appeal was granted, the lower decision was annulled in part, and the case was remitted for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must provide sufficient reasoning when accepting a claim, particularly regarding the necessity of nursing care and the ability of the claimant to manage personal needs independently.

Keywords

AI generated
appeal against refusal nursing care necessity artificial limbs personal needs coverage remittal for retrial civil procedure code judicial reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 62 of Law 4139/2013
Article 98 of Law 4139/2013
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 407/2004
Case 1061/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 790 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 790/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τίγκα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ο.Σ.Ε.) που λειτουργεί με τη νομική μορφή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ο.Σ.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μανωλά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ν. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 4) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/4/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 6/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, ο πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των αρθρ. 108,110§2, 498§1, 568 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004,1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το αρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του αρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το αρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την υπ’ αριθ. 852Β/9-12-2014 έκθεση της δικαστικ. επιμελ. στο Πρωτοδικείο Βόλου, Α. Δ. Α., την υπ’ αριθ. 4997Ε/4-12-2014 έκθεση του δικαστικ. επιμελ. στο Πρωτοδικείο Λάρισας, Δ. Γ. Κ. και την υπ’ αριθ. 9905Β/28-11-2014 έκθεση του δικαστικ. επιμελ. στο Πρωτοδικείο Τρικάλων, Β. Ε. Ν., που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα Μ.

Μ., ότι η συζήτηση της κρινόμενης από 9-4-2014 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 224/2011 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης, επισπεύσθηκε με φροντίδα της αναίρεσείουσας, η οποία προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο τρίτο και τέταρτο αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 30 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 16-2-2015, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι αυτοί, κλήθηκαν να παραστούν (άρθρ.122§1,123,126§1α, 230§2, 498§2, 568 ΚΠολΔ).

Όμως αυτοί δεν παρέστησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικοί με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ειδικότερα το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 613/2007,1286/2011).

Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322. 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαίτιου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημιά που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθέρια του.

Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των αυτών, ως άνω, διατάξεων των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δεδικασμένο το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως πάλι λόγω ηθικής βλάβης.

Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ’ όψη στην προηγούμενο δίκη γιατί δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευση των δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.

Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως, η οποία εξεδόθη επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 51/2011). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση αυτή παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεσμευτικού και για την παρούσα υπόθεση δεδικασμένου από την υπ’ αριθ. 476/2007 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης και έτσι εσφαλμένα απέρριψε το σχετικό αίτημα της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ένεκα της νέας απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας της που εμφανίστηκε τρία χρόνια μετά το ιστορούμενο ατύχημα ως απότοκος αυτού και δεν ήταν γνωστή κατά τον χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής της ΚΑΙ παραδεκτά ζήτησε με την αγωγή της επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη.

Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, με την υπ’ αριθ. 476/2007 απόφοιτου Εφετείου Λάρισας, κατέστη τελεσίδικη η υπ’ αριθ. 199/2005 απόφαση του Πολ.Πρ.Τρικ. η οποία έκρινε επί της χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί η αναιρεσείουσα από το εκεί ιστορούμενο ατύχημα (διπλός ακρωτηριασμός κάτω άκρων ένεκα σιδηροδρομικού δυστυχήματος αποκλειστικής υπαιτιότητος των αναιρεσιβαλομένων), που’ όμως δεν είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης.

Το δεδικασμένο από την ως άνω εφετειακή απόφαση θεωρεί η αναιρεσείουσα, ότι δεν καλύπτει την σημερινή δίκη, αφού αντικείμενο αυτής, είναι η νέα απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας της και για την οποία αυτή νεότερη βλάβη της υγείας της, με βάση την οποία, ζητά χρηματική ικανοποίηση, παρόλο που η ένδικη διαφορά της με τους αναιρεσίβλητους, έχουν ως αφετηρία το ίδιο βιοτικό συμβάν όπως και στην προηγουμένη πρώτη αγωγή της.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω, ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής της κατά των εναγομένων, από τις αρχές του 2003, εμφανίσθηκαν σε αυτήν <μόνιμα ψυχοπαθολογικό συμπτώματα, όπως κρίσεις πανικού, κατακλυσμιαίου άγχους, κατάθλιψη, ταχυκαρδία, υπέρταση, αιφνίδιες και αναίτιες διακοπές ύπνου, ή αϋπνία, τα οποία αποτελούν συμπτώματα "χρόνιας μετατραυματικής στρεσσογόνου διαταραχής".

Προσάγει μάλιστα προς απόδειξη των ισχυρισμών της την από 11-6-2007 γνωμοδότηση του Η. Φ., νευρολόγου ψυχιάτρου, καθώς και-το από 8-3-2007 πιστοποιητικό του νοσοκομείου "Ευαγγελισμός" όπου αναφέρεται οτι η ενάγουσα πάσχει από χρονίσασα μετατραυματική στρεσσογόνο διαταραχή οψίμου ενάρξεως συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, λόγω της οποίας επιβάλλονται δια βίου Ψυχιατρική κάλυψη και νοσηλευτική φροντίδα αυτής.

Πλην όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση η ως άνω ψυχοπαθολογική κατάσταση που παρουσιάζει η ενάγουσα μετά το ατύχημα και λόγω του σοβαρού τραυματισμού της, λήφθηκε υπόψη από το παρόν Δικαστήριο κατά το χρόνο λήψης της ως άνω 476/2007 απόφασης του που επικύρωσε την 199/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, το οποίο προσδιόρισε την επιδικασθείσα στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη στο προαναφερθέν ύψος.

Μάλιστα στην εν λόγω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, αναφέρεται ρητά ότι προς καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης των 293.470 ευρώ που επιδικάσθηκε στην ενάγουσα, λήφθηκε υπόψη μεταξύ των άλλων εκεί αναφερομένων και η "η εφ’ όρου της υπόλοιπης ζωής ανικανότητα της για ατομική της συντήρηση, και σημαντικός περιορισμός των ατομικών της εκδηλώσεων, ίσως και ενδιαφερόντων".

Οι δυσμενείς συνέπειες του τραυματισμού της ενάγουσας στην ψυχική της υγεία και η εμφάνιση σε αυτήν των ως άνω συμπτωμάτων ήταν κάτι που έπρεπε και μπορούσε να προβλεφθεί ως αναμενόμενο από το ως άνω Δικαστήριο, λόγου του ακρωτηριασμού των κάτω άκρων της ενάγουσας και της χρήσης από αυτήν εφ’ όρου ζωής τεχνητών μελών.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, που ήταν γνωστά στις προηγούμενες δίκες (τόσο στο Εφετείο όσο και πρωτοδίκως) και τα οποία θα είχαν ως συνέπεια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων τον κλονισμό και της ψυχικής υγείας της ενάγουσας, ελήφθη σαν υπόψη από το Δικαστήριο, όπως αυτό φαίνεται και από το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκε στην ενάγουσα.

Επομένως η ενάγουσα δεν δικαιούται περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που της επιδίκασε επιπλέον ποσό 60.000 ευρώ για την αιτία αυτή, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης των εναγομένων και απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης της ενάγουσας με τον οποίο αυτή ζητεί μεγαλύτερη χρηματική ικανοποίηση...".

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, αφού αντίθετα με όσα λαμβάνονται στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, κατέληξε στο συμπέρασμα, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ότι η νέα βλάβη της υγείας της αναιρεσείουσας, δηλ.

η οψίμως εμφανισθείσα σε αυτήν ψυχική νόσος, η οποία αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής και για την οποία ζητούσε αυτή επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, είχε ληφθεί υπόψη από την σε προγενέστερο χρόνο τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ’ αρ. 199/2005 απόφαση του Μον.

Πρ. Τρικ. παρά το γεγονός ότι δέχεται ότι πρόκειται για οψίμως εμφανισθείσα ψυχική νόσο επί πλέον δε συνέδεσε το γεγονός ότι η ίδια ψυχική νόσος συνεκτιμήθηκε από την υπ’ αριθμ. 476/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας που επικύρωσε την υπ’ αριθμ. 199/2005 απόφαση του Μον. Πρωτ. Τρικάλων καίτοι το γεγονός αυτό ως μελλοντικό τότε δε συνεκτιμήθηκε αφού κριτήριο αποτέλεσε η ψυχική στεναχώρια που "δοκίμασε" η αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω όμως έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με αιτιολογίες ανεπαρκείς εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση του δεν υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δηλαδή οι δυσμενείς συνέπειες του ακρωτηριασμού της αναιρεσείουσας στην ψυχική υγεία της ήταν προβλεπτές από το Δικαστήριο στην προηγούμενη δίκη ως αναγκαία συνέπεια του τραυματισμού της και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, εφόσον το προβλεπτό ή όχι, δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και απόψεις κατά τις γνώσεις και την πείρα των συντακτών των μνημονευομένων στην προσβαλλόμενη ιατρικών πιστοποιητικών που αποφαίνονται για απρόβλεπτη επιπλοκή, αλλά στις παραδοχές για την ύπαρξη του ανύπαρκτου κατά τα προαναφερθέντα δεδικασμένου Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη δέχθηκε και τα εξής: "...λόγω της ως άνω κατάστασης της υγείας της η ενάγουσα έχει ανάγκη νοσηλευτικής φροντίδας κατ’ οίκον. Προς τούτο έχει από 15-4-2000 ως βοηθό νοσηλεύτρια την Δ. Δ. προς υποβοήθησή της, την οποία απασχολεί επί οκτώ ώρες την ημέρα (από τις 07:00 π.μ. έως τις15:00 μ.μ.). Εξάλλου για το πέραν του οκταώρου χρονικό διάστημα που η ενάγουσα υποβοηθείται στις δραστηριότητες της από την ως άνω βοηθό που την φροντίζει επ’ αμοιβή, δεν απαιτείται επί ένα επιπλέον οκτάωρο η παροχή υπηρεσιών από τον σύζυγο της ενάγουσας όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ενόψει και του γεγονότος ότι η ενάγουσα φέρει τεχνητά μέλη με τα οποία μπορεί να καλύπτει κάποιες προσωπικές της ανάγκες...". Με τις παραδοχές όμως αυτές το εφετείο αν και δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έχει ανάγκη νοσηλευτικής περιποιήσεως στην οικία της, δεν αιτιολόγησε επαρκώς στο σκεπτικό της πως με τα τεχνητά μέλη της χωρίς την παρουσία άλλου προσώπου μπορεί η αναιρεσείουσα να καλύπτει τις προσωπικές ανάγκες της, μετά το πέρας του οκταώρου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο εξυπηρετείται από βοηθό - νοσηλεύτρια.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης εκ του αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων, πρώτου, τρίτου και τέταρτου της αίτησης αναίρεσης, να γίνει αυτή δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη-απόφαση κατά τα κεφάλαια της που δέχθηκαν τους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε (προσβαλλομένη) το αγωγικό κεφάλαιο για την επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης, ως και ιδιαίτερης αμοιβής για τις υπηρεσίες του συζύγου της ενάγουσας πέραν του οκταώρου.

Παρέλκει, μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγων, ήτοι δεύτερου και πέμπτου, της αίτησης αναίρεσης κατά της εφετειακής απόφασης, που αφορούν πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά την παρ. 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το αρθρ. 65 του ν. 4139/2013, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του Εφετείου από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την ήδη αναιρούμενη απόφαση, ενώ οι αναιρεσίβλητοι πρέπει, ως διάδικοι που ηττήθηκαν, να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (αρθρ. 176, 178§1,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του αρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το αρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην Αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ’ αυτήν με τα υπ’ αριθ. 1587788,1587789,1587790 παράβολα του Δημοσίου και υπ’ αρ. 2689, 2766 και 2802/10-4-2014 ΤΑΧΔΙΚ, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 18/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματέα του Εφετείου Λάρισας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 224/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά τα εις σκεπτικό κεφάλαια της.

Παραπέμπει την υπόθεσή κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Λάρισας, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ’ αυτήν με τα υπ’ αριθ. 158778, 1587789, 1587790 παράβολα του Δημοσίου και υπ’ αρ. 2689, 2766 και 2802/10-4-2014 ΤΑΧΔΙΚ, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 18/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματέα του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ