Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding construction contract and land regularization costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a dispute over construction contracts and land regularization costs. The appellants argued that the lower court failed to establish a contract for land regularization and incorrectly rejected claims for architectural plans and traffic studies. The court held that the lower court correctly applied legal principles by finding no causal link between past expenses and the alleged fraud, thus rejecting the appeal on procedural grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court's decision is based on correct legal interpretation and the appeal fails to prove the existence of a contract or causal relationship between past expenses and the alleged wrongful act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 606 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 606/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΤ ΑΝΩΝΥΜΟΣ, ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με διακριτικό τίτλο "ΜΑΚΤ Α.Ε." που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Στυλ. Σταματόπουλο, που ανακάλεσε την από 13/3/2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Παναγιώτη Γιαννόπουλο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "Μ. Α.Ε." (πρώην "ΚΑΡΦΟΥΡ Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ), που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Αγγελάκο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Λ. του Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Μ. χήρας Α. Τ., το γένος Δ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ε. χήρας Ε. Σ., το γένος Δ. Λ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων Ξενοφώντας Νικολάου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 4 αναιρεσεσίβλητη Ε. χήρα Ε. Σ., το γένος Δ. Λ. απεβίωσε στις 1/12/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ’ αριθμό ...2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής 1) Μ. Σ. του Ε., κάτοικος ..., 2) Ε. Σ. του Ε., κάτοικος ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 12/12/2004 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6262/2007 μη οριστική και 7620/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 535/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/11/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 5/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς αυτές (διατάξεις) των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι, η δίκη διακόπτεται, πλην άλλων, και στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, του λόγου της διακοπής, η οποία πρέπει να γίνει είτε με επίδοση δικογράφου είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου, και, επομένως ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου που πέθανε δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του ούτε η τυχόν τέτοια δήλωση του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης.
Η παράλειψη γνωστοποιήσεως του λόγου της διακοπής από τα κατά τα άνω νομιμοποιούμενα πρόσωπα δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, γνώση του λόγου της διακοπής να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και να θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα, να προκαλέσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης προσκαλώντας για το σκοπό αυτό, με κοινοποίηση δικογράφου, το οποίο συνιστά και η κάτωθι του επιδοθέντος αναιρετηρίου διαλαμβανόμενη κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως τους αρχικούς διαδίκους και τους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προθεσμίας του αποποιήσεως.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος) αυτού. (Ολ ΑΠ 22/2000). Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι, μετά την άσκηση της (από 6-11-13 και με αριθμ. καταθ. 803/2013) υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως της 535/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί [μετ’ αναβολή από την δικάσιμο της 17.11.14] για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, αποβίωσε κατά την 14-5-13, ο εκ των αναιρεσιβλήτων Γ.
Λ. καταλοίπων ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Α. και τις θυγατέρες του Α. (Φ.-Λ.) και Δ. (Ε.) [βλ. 3654/24-7-14 πιστοποιητικό Δήμου Ύδρας, 25745/10-9-14 πιστοποιητικό Ειρηνοδικείου Αθηνών, και 977/18-3-15 πιστοποιητικό μη αποποιήσεως Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου). Λαβόντες γνώση οι αναιρεσείοντες του εν λόγω θανάτου και επιθυμούντες την επανάληψη της δίκης (την οποία αυτοί θεωρούν ως βιαίως διακοπείσα, παρά τη μη νομότυπη γνωστοποίηση εκ μέρους των δικαιουμένων γι αυτό προσώπων, του αποτελούντος το διακοπτικό γεγονός θανάτου του δευτέρου αναιρεσιβλήτου) με τους παραπάνω κληρονόμους του εν λόγω αποβιώσαντος διαδίκου προέβησαν στην νομότυπη και εμπρόθεσμη επίδοση προς αυτούς αντιγράφου της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ’ αυτήν πρόσκληση προς συζήτηση (βλ. ... , ...2015 και ...14 εκθέσεις επιδόσεως των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών Α.
Β. και Δ. Τ.), με αποτέλεσμα τη σύννομη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης ως προς αυτούς, ως προς τους οποίους η συζήτηση θα χωρίσει παρά την απουσία τους, ενόψει της κατά τα άνω νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσής τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ’ εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ’ αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 1521/07, ΑΠ 731/05 ΑΠ 125/06).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης [Μ. χήρας Α. Τ.] και των παραδεκτώς κατά τα άνω συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων των ήδη αποβιωσάντων πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων (Γ. Λ. και Ε. Σ.) Α. χήρας Γ.
Λ., Α. (Φ.-Λ.) Λ. Δ. (Ε.) Λ., Μ. Σ., Ε. Σ. και Ε. Σ. καθόσον ουδεμία εκ των προβαλλομένων , με το αναιρετήριο δικόγραφο αιτιάσεων αναφέρεται στην απορριπτική ως προς αυτούς κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος δε στο στάδιο αυτό προξενήσει ζημία υπαίτια στον άλλο, υποχρεούται να τον αποζημιώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
Ως ζημία, η οποία αποκαθίσταται κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, συνδυαζομένων και με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, νοείται μόνο το αρνητικό διαφέρον (διαφέρον διάψευσης εμπιστοσύνης), δηλαδή η θετική ή αποθετική ζημία, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, συμπεριφορά του άλλου μέρους, που εκδηλώθηκε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για κατάρτιση σύμβασης και προκλήθηκε στον παθόντα διότι αυτός καλοπίστως πίστεψε στην επικείμενη κατάρτιση της σύμβασης.
Δεν νοείται ως ζημία στην περίπτωση αυτή και δεν αποκαθίσταται το διαφέρον εκπληρώσεως της συμβάσεως, ότι δηλαδή θα είχε ο παθών αν καταρτίζονταν η ματαιωθείσα τελικά σύμβαση, δεδομένου μάλιστα του ότι το μέρος που κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν ετήρησε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις απαιτούμενη συμπεριφορά, δεν ήταν υποχρεωμένο, στα πλαίσια της από το άρθρο 361 ΑΚ καθιερούμενης ελευθερίας του προσώπου να συνάπτει ή να μη συνάπτει συμβάσεις και να καθορίζει το περιεχόμενο αυτών, να καταρτίσει τη σύμβαση που τελικά δεν καταρτίστηκε (Ολ ΑΠ 37/2005).
Από αυτά, συνάγεται περαιτέρω, ότι δεν είναι νόμιμη η αγωγή με την οποία ο ενάγων, επικαλούμενος αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του εναγομένου ή του προστηθέντος από αυτόν, κατά το στάδιο των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων προς σύναψη συμβάσεως, η οποία τελικά και δεν καταρτίστηκε, ζητά ως αποζημίωση ότι θα είχε αν καταρτίζονταν η μη καταρτισθείσα τελικά σύμβαση (ΑΠ 1734/2009, ΑΠ 307/2009, ΑΠ 1955/2009, ΑΠ 1175/2007, ΑΠ 12/2006).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε-με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στα νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).
Με τους πρώτο και έκτο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από την πρώτη αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα και επί των διατάξεων, πλην άλλων των άρθρων 197, 198 και 298 ΑΚ θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή της ως προς τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτήν και κατωτέρω αναφερόμενα κονδύλια α) των 660.000.000 δρχ.
και β) των 66.750.000 δρχ. δεχθείσα, εσφαλμένως, ότι αποτελούν το μη καλυπτόμενο από τις επικαλούμενες προς θεμελίωση αυτών ως άνω διατάξεις διαφέρον (αποζημίωση) εκπληρώσεως και όχι διαφέρον εμπιστοσύνης, όπως έπρεπε. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και του από 23-12-03 ένδικου αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι στο τελευταίο εκτίθεται ότι η πρώτη ενάγουσα είναι κατασκευαστική εταιρία, έχοντας ως αντικείμενο της δραστηριότητας της ιδίως, την ανάπτυξη ακίνητης περιουσίας και ότι ο δεύτερος ενάγων είναι μηχανικός και κύριος μέτοχος της πρώτης από αυτούς, δραστηριοποιούμενος από σειρά ετών στο ίδιο αντικείμενο, είτε μέσω της εν λόγω εταιρίας, είτε ατομικά, είτε από κοινού με συνεργάτες του φυσικά ή και νομικά πρόσωπα).
Ότι, τουλάχιστον, από το έτος 1993, ο ενάγων, σε συνεργασία με τον Π. Τ., είχε προβεί σε σειρά ενεργειών για την αξιοποίηση, με τη χορήγηση άδειας για την κατασκευή υπεραγοράς, ενός ακινήτου κειμένου στη θέση "Λ.", του οικισμού "..." Πατρών, το οποίο βρισκόταν κατά το χρόνο εκείνο στην εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα των αναφερομένων στην αγωγή φυσικών προσώπων, σε εκτέλεση σχετικής συμβάσεως έργου, την οποία είχε συνάψει με τους τελευταίους έναντι αμοιβής, συνισταμένης στη διαφορά μεταξύ του τιμήματος που θα κατέβαλαν οι ανωτέρω εργολάβοι στους οικοπεδούχους για την απόκτηση κατά κυριότητα του επίδικου οικοπέδου και της (υπερβάλλουσας) αγοραστικής αξίας που θα προσλάβανε αυτό μετά την αποδέσμευσή του και ότι, κατά την περίοδο 1994-1996, μεταξύ των ανωτέρω προσώπων καταρτίστηκε σειρά συμβολαιογραφικών προσυμφώνων, με αντικείμενο την εξαγορά του ακινήτου αυτού προς κατοχύρωση της αμοιβής του ιδίου (δευτέρου ενάγοντος) και των συνεργατών του.
Ότι, το έτος 1996, με τη μεσολάβηση συνεργάτη της αλλοδαπής εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "Carrefour SA", μητρικής της εναγομένης εταιρίας, η οποία κατά το συγκεκριμένο χρόνο δεν είχε. ιδρυθεί ακόμη, ο δεύτερος ενάγων πληροφορήθηκε ότι η εν λόγω εταιρία ενδιαφερόταν να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα αναπτύσσοντας δίκτυο ανάλογο με αυτό της ανταγωνίστριάς της, άλλης αλλοδαπής, εταιρίας "Promodes SA".
Ότι, έπειτα από διερευνητικές επαφές, στις αρχές του καλοκαιριού του 1996, η παραπάνω αλλοδαπή εταιρία ενημέρωσε το δεύτερο ενάγοντα ότι εκπρόσωπος της θα μετέβαινε στα τέλη Αυγούστου του ιδίου έτους για προκαταρκτικές επαφές. Ότι ο ίδιος ο δεύτερος ενάγων μετά από τρία χρόνια προσπαθειών προσέγγιζε στην ολοκλήρωση έργου ανάπτυξης ακίνητης περιουσίας στην περιοχή της Πάτρας έκτασης άνω των 100 στρεμμάτων και για το λόγο αποφυγής διπλής φορολογίας έθεσε στην ως άνω εταιρία το ενδεχόμενο συνεργασίας στην περίπτωση του ακινήτου αυτού, η οποία το δέχθηκε καταρχήν θετικά και για το λόγο αυτό η τελευταία κατονομάστηκε ως πιθανός τρίτος αγοραστής σε ποσοστό 60% του ακινήτου αυτού σε προσύμφωνο που συντάχθηκε μεταξύ του δεύτερου ενάγοντα και των πωλητών του εν λόγω ακινήτου και νυν προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της εναγομένης.
Ότι ο δεύτερος ενάγων συναντήθηκε με το στέλεχος της αλλοδαπής εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "Carrefour SA" Π. Κ. και τον ενημέρωσε για την ανάπτυξη ακινήτων στην Ελλάδα. Ότι το εν λόγω στέλεχος ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί αν σε περίπτωση που η εταιρία του επέλεγε να ανεγείρει νέα κτίρια για να στεγάσει τα καταστήματα της, ο δεύτερος ενάγων ήταν σε θέση να αναλάβει την παροχή υπηρεσιών συμβούλου ακίνητης περιουσίας.
Ότι και οι δύο συμφώνησαν ότι η αμοιβή του δεύτερου ενάγοντος για τη συνεργασία αυτή θα έπρεπε να ανέλθει στο ποσοστό του 15-20% επί του προϋπολογισμού του έργου. Ότι στις 25.10.1996 το ως άνω στέλεχος ήλθε εκ νέου στην Ελλάδα με το διευθυντή ανάπτυξης δικτύου της εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "Carrefour SA" και συζήτησαν από ποια πόλη θα έπρεπε να ξεκινήσει η εγκατάσταση των καταστημάτων αυτής στην Ελλάδα και ότι ο δεύτερος ενάγων θα έπρεπε να συστήσει εταιρία στην οποία θα ανετίθετο το έργο αυτό, ενώ η ως άνω εταιρία θα δημιουργούσε θυγατρική της στην Ελλάδα.
Ότι ο δεύτερος ενάγων και η ως άνω εταιρία λειτούργησαν στην περαιτέρω εξέλιξη της συναλλαγής αυτής ως υπέρ και σε βάρος τρίτων συμβαλλόμενοι, ήτοι των νομικών προσώπων που θα συστήνονταν στο επόμενο χρονικό διάστημα και ότι, έτσι, συνάφθηκε μεταξύ τους "σύμβαση - πλαίσιο" για την ίδρυση καταστημάτων της εναγομένης με την παροχή των σχετικών του υπηρεσιών (ανάπτυξης ακίνητης περιουσίας) από τον ενάγοντα.
Ότι, περαιτέρω, οι παριστάμενοι συμφώνησαν να ιδρύσουν το πρώτο κατάστημα της αλλοδαπής εταιρίας στην Θεσσαλονίκη και ότι ο δεύτερος ενάγων υπενθύμισε και το ως άνω ακίνητο της Πάτρας. Ότι, στο πλαίσιο περαιτέρω διαβεβαιώσεων, από τον παραπάνω εκπρόσωπο της εναγόμενης εταιρίας, ότι θα προχωρούσε και η διαδικασία (με τη σύναψη σχετικής συμβάσεως) για την ίδρυση καταστήματος της εναγομένης και στην Πάτρα, ο δεύτερος ενάγων δεν παρέτεινε την ισχύ του τελευταίου, από τα προαναφερόμενα! (ο/ προσύμφωνα, με τους συνιδιοκτήτες του ακινήτου της Πάτρας ,το οποίο (τελευταίο προσύμφωνο) έληξε τον Ιανουάριο του 1997.
Ότι, περαιτέρω η πρώτη ενάγουσα, δια του, δευτέρου ενάγοντος και νομίμου εκπροσώπου της, προσήλθε σε διαπραγματεύσεις με την εναγόμενη, ώστε (αυτή - πρώτη ενάγουσα), να αναλάβει για το ανωτέρω ακίνητο, μεταξύ άλλων, να ετοιμάσει λεπτομερή τοπογραφικά σχέδια και φάκελο για την έκδοση της άδειας οικοδομής, να συνεργάζεται με τους μηχανικούς που θα αναλάμβαναν την επίβλεψη των μελετών, να αποδίδει μηνιαίες αναφορές στην εναγόμενη και να επιβλέπει την κατασκευή της υπεραγοράς στο ανωτέρω ακίνητο.
Ότι, επακολούθησε η εκπόνηση δύο σχεδίων συμβάσεων, επιμελεία των νομικών συμβούλων της εναγομένης, τα οποία και απέστειλαν στην ίδια (ενάγουσα) στις 29-7-1998 και 31-7-1998, αντίστοιχα. Ότι, στη συνέχεια, η εναγόμενη, παρά τις προφορικές προσκλήσεις του δεύτερου ενάγοντος και τις διαβεβαιώσεις της ίδιας, δεν προχώρησε στην υπογραφή των εν λόγω σχεδίων συμβάσεων, ματαιώνοντας οριστικά το στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων με την από 1-11-1999 δήλωση του Π.
Κ. και αντιπροέδρου της εναγομένης, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ο οποίος δήλωσε στην ενάγουσα ότι είχε οδηγίες να μην προχωρήσει στην υπογραφή κανενός είδους συμφωνητικού. Ότι, την 10-2-1999, η εναγόμενη κατήρτισε οριστικό συμβόλαιο με τους ιδιοκτήτες, εξαγοράζοντας τελικά το επίδικο ακίνητο έναντι τιμήματος 1.784.240.000 δραχμών, και - περαιτέρω- προέβη αυτοδυνάμως σε ενέργειες για την αξιοποίησή του, παρακάμπτοντας την πρώτη ενάγουσα.
Περαιτέρω δε, με την αναφορά, στο αγωγικό δικόγραφο, περιστατικών σχετικά με τα κίνητρα και το σκοπό που επεδίωκε με την συμπεριφορά της η εναγόμενη, εκτίθεται ότι η τελευταία είχε δόλο να προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα των εναγόντων, συνδεόμενη με ωφέλεια την οποία εκείνη επεδίωκε να επιτύχει, δημιουργώντας σ’ αυτούς την πεποίθηση ότι θα συνάψει με την πρώτη ενάγουσα την επικαλούμενη σύμβαση εργολαβίας και ότι ο δεύτερος ενάγων - πεισθείς στις διαβεβαιώσεις του ως ανωτέρω Π.
Κ., ότι οι προκαταβολές, οι δαπάνες και οι υπηρεσίες που αυτός (δεύτερος ενάγων) είχε μέχρι τότε παράσχει στους οικοπεδούχους ως προς την αξιοποίηση του ανωτέρω ακινήτου τους θα κεφαλαιοποιούνταν σε κατ’ ιδίαν σύμβαση που θα υπέγραφε η εναγόμενη με την πρώτη ενάγουσα - παραιτήθηκε, με την παραίνεση της πρώτης (εναγομένης), από τις αντίστοιχες απαιτήσεις του έναντι των ιδιοκτητών του προαναφερόμενου ακινήτου, με συνέπεια την απώλειά τους.
Ότι, από την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης κατά το προσυμβατικό στάδιο, η οποία τελεί σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η πρώτη ενάγουσα ζημιώθηκε τα παρακάτω ποσά: α) 660.000.000, δραχμές, που αφορούσε κεφαλαιοποίηση εξόδων, αμοιβών και αποζημιώσεων του δεύτερου ενάγοντος, για υπηρεσίες που είχε ήδη αυτός παράσχει προς τους οικοπεδούχους κατά τα έτη 1993-1997 και το οποίο (ποσό) αυτή θα ελάμβανε ως αμοιβή σε περίπτωση υπογραφής του από 31-7-1998 σχεδίου συμφωνητικού και β) 66.750.000 δραχμές, που θα αποκόμιζε μετά βεβαιότητας από την εκτέλεση του έργου που θα αναλάμβανε για λογαριασμό της εναγομένης, ήτοι την, με δική της επιμέλεια, έκδοση της οικοδομικής άδειας για το κατάστημα της τελευταίας στην Πάτρα και γ) ότι από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, ο δεύτερος ενάγων ζημιώθηκε τα παρακάτω ποσά:
α’ ) 56.000.000 δραχμές, που αφορά το ποσό που του αναλογεί από τα ποσά που είχε καταβάλει από κοινού με τον Π. Τ. τα έτη 1994-1996 για τις κατά καιρούς ανανεώσεις των προσυμφώνων με τους οικοπεδούχους, β’ ) 30.000.000 δραχμές, που αφορά δαπάνες, στις οποίες αυτός υποβλήθηκε για την αποδέσμευση και αξιοποίηση του ακινήτου της Πάτρας [ειδικότερα δε, αναλυόμενο σε δαπάνες για τη σύνταξη αρχιτεκτονικής προμελέτης (5.000.000), μελέτης κυκλοφοριακών επιπτώσεων (15.000.000), και διάφορα άλλα έξοδα (10.000.000)] και γ’ ) 200.000.000 δραχμές που αφορά την αμοιβή που είχε λαμβάνειν ο εν λόγω ενάγων από τους οικοπεδούχους, για τις υπηρεσίες που τους είχε παράσχει, κατά το διάστημα 1993 - 1997, ως προς την αποδέσμευση του ακινήτου τους, όπως αυτή αποτιμήθηκε, την 2-11-1997, από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7620/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτ. Αθηνών η οποία, μετ’ ανάκλησης της αντιθέτως κρίνασας υπ’ αριθμ. 6262/2007 μη οριστικής απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, προέβη, πλην άλλων, στην απόρριψη αυτής (αγωγής) ως προς τα παραπάνω κονδύλια ως νομικά αβάσιμης. Επί της ασκηθείσας δε από την ως άνω ενάγουσα - αναιρεσείουσα εφέσεως κατ’ αυτή εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό λόγο με την παραδοχή ότι "Οι αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας που αφορούν στα υπό στοιχ.
α και β (τα πληττόμενα με την αναιρετική αιτίαση) κονδύλια ακόμη και υπό την εκδοχή ότι συνδέονται αιτιωδώς με την προαναφερόμενη (εκτιθέμενη ως επιλήψιμη) συμπεριφορά της εναγομένης κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, είναι - μη νόμιμα και, ως εκ τούτου, απορριπτέα, αφού η επιδιωκόμενη με αυτά αποζημίωση, δεν συνιστά αρνητικό διαφέρον, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, μόνο δικαιούται να αξιώσει η πρώτη ενάγουσα, αλλά διαφέρον από την μη εκπλήρωση της συμβάσεως εργολαβίας, που τελικά ματαιώθηκε και την οποία αφορούσαν οι διαπραγματεύσεις, το οποίο και δεν αποκαθίσταται σε πλαίσιο των διατάξεων της προσυμβατικής ευθύνης...".
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ δεχόμενο, ορθώς ότι η αιτουμένη με τα εν λόγω δύο κονδύλια αποζημίωση δεν συνιστά ζημία την οποία υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω διαψεύσεως της εμπιστοσύνης της αναφορικά με την κατάρτιση της συμβάσεως, την οποία θα είχε αποφύγει αν, τηρώντας αρνητική στάση δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις (αρνητικό διαφέρον) αλλά ζημία από τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως η οποία κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν καλύπτεται από τις παραπάνω διατάξεις.
Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο παραπάνω λόγος, κατά το μέρος που μ’ αυτόν και με την ίδια αιτίαση πλήττεται η απόρριψη της αγωγής του δευτέρου ενάγοντος (αναιρεσείοντος) ως προς τα αναφερόμενα σ’ αυτήν κονδύλια "των 56.000.000, 30.000.000 και 200.000.000 δρχ." κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα κονδύλια αυτά απερρίφθησαν ως νομικά αβάσιμα με την προσβαλλομένη απόφαση ενώ από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει ότι η απόρριψη τους έλαβε χώρα κατ’ ουσίαν με την παραδοχή ότι "δεν απεδείχθη ότι τελούν σε αιτιώδη σχέση με την επίμαχη δικαιοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης (για τη βάση της αδικοπραξίας ούτε ότι υπήρξε καταρτισμένη συμφωνία στο πλαίσιο εξωδικασμού συμβιβασμού δυνάμει της οποίας η εναγομένη να ανέλαβε την καταβολή των ποσών αυτών (για τη βάση της συμβατικής ευθύνης) Κατά το άρθρο 338 τταρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για την υποστήριξη της αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεώς του.
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.
Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει, με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση .της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 141 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις.
Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. (ΑΠ.122/14 ΑΠ 1254/10 ΑΠ 692/08).
Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση πλήττεται είτε μία απ’ αυτές είτε όλες μεν αλλά η προσβολή κάποιας απ’ αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 137/2012 ΑΠ 320/2008, ΑΠ 308/1999). Με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το δεύτερο αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση κατένειμε εσφαλμένως το αντικειμενικό βάρος απόδειξης της συνδρομής των επικληθέντων για τη θεμελίωση της εκ δραχμών 200.000.000 αγωγικής του απαίτησης, πραγματικών περιστατικών με αποτέλεσμα να χωρήσει στην απόρριψη ως αναπόδεικτης της τελευταίας με την μη ορθή (κατά την προβαλλόμενη αιτίαση) αιτιολογία της μη ανταποκριθείς αυτού στο σχετικό αποδεικτικό βάρος", το οποίο όμως δεν εβάρυνε το ίδιο.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η απόρριψη της παραπάνω αγωγικής αξίωσης έγινε με την ορθή παραδοχή της μη απόδειξης των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών από τον προς τούτο βαρυνόμενο ως άνω αναιρεσείοντα - ενάγοντα, ο οποίος παρά τα αβασίμως απ’ αυτόν υποστηριζόμενα, έφερε κατ’ επιγαγή της επιβαλλομένης από τη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ.
υποχρέωσης, το σχετικό βάρος απόδειξης το οποίο συνακολούθως ορθώς κατένειμε η προσβαλλομένη απόφαση. Μετά δε την κατά τα άνω απόρριψη απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλομένη κρίνεται η δια του πρώτου σκέλους του ιδίου ως άνω (δευτέρου) λόγου προβαλλομένη, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προβαλλομένη απόφαση απέρριψε (κήρυξε) με επάλληλη αιτιολογία (και) ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την παραπάνω αγωγική αξίωση αυτού, καθ’ όσον η αποδοχή αυτής (αιτίασης) ως και ουσιαστικά βάσιμης δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης το διατακτικό της οποίας, θεμελιούμενο, κατά την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, στην απόρριψη της εν λόγω απαίτησης "αφενός ως αορίστου και αφετέρου ως αναπόδεικτης" επαρκώς στηρίζει η περί του αναποδείκτου απορριπτική κρίση αυτής, η προσβολή της οποίας με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτή απέβη ατελέσφορη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και στην περίπτωση που το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αυτοτελή, περί παροχής έννομης προστασίας, αίτηση, η οποία αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικίας, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παράλειψε να ασχοληθεί καθοιονδήποτε τρόπο με την ενώπιόν του κατατεθείσα προς κρίση αίτηση παροχής έννομης προστασίας (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1892/2009). Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υφίσταται όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.
Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη) δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος (ΑΠ 528/09) πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύεται αυτός αν από την επισκόπηση της απόφασης (αρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το δικαστήριο προέβη σε εξέταση και ακολούθως την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1586/2008, ΑΠ 920/2009).
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την πρώτη αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση άφησε αδίκαστη αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας και ειδικότερα το απ’ αυτούς, με το αγωγικό δικόγραφο, υποβληθέν αίτημα εκδίκασης, του αφορώντος "κεφαλαιοποίηση υπεραξίας κινδύνου (risk premium) και ταχείας προσόδου κεφαλαίου" κονδυλίου, ποσού 374.000.000 δρχ.
παραλείποντας να διαλάβει σχετική περί αυτού αναφορά στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και ιδίως από την παραδοχή αυτής ότι "περαιτέρω και καθόσον αφορά στην αγωγική αξίωση της πρώτης αναιρεσείουσας για επιδίκαση ποσού 660.000.000 δρχ.
που αφορούσε κεφαλαιοποίηση εξόδων ..." είναι, [επι τη βάσει των προαναφερομένων νομικών παραδοχών] μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα..." προκύπτει η από το δικαστήριο της ουσίας έρευνα και απόρριψη (και) του κονδυλίου στο οποίο αφορά η προσβαλλομένη αιτίαση, αφού αυτό, καθ’ ομολογία των αναιρεσειόντων (βλ.
σελ. 104, 105 αναιρετηρίου), περιλαμβανόταν στο με τη ρητή ως άνω παραδοχή ως μη νόμιμο απορριφθέν μείζον κονδύλιο των 660.000.000 δρχ. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ και γ... ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ. λ. π.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π. 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ 559 περ 11γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).
Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρ. 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως απ’ αυτούς επικληθείσα και προσκομισθείσα προς απόδειξη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματος της καταρτίσεως της με το αγωγικό δικόγραφο επικαλουμένης συμβάσεως εξωδικαστικού συμβιβασμού, από 23-3-2004 έγγραφη δήλωση του εκ των οικοπεδούχων Γ. Λ.
Ο λόγος αυτό κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) το παραπάνω έγγραφο με τη γενική μνεία της λήψη υπόψη "και όλων, χωρίς εξαίρεση, των εγγράφων τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", από την οποία (μνεία) σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία περί του ότι και η εν λόγω έγγραφη δήλωση έχει ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η δια του ερευνομένου λόγου προβαλλομένη περαιτέρω αιτίαση ότι από την παραπάνω έγγραφη δήλωση συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13).
Με το άρθρο 25 § 1δ του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύεο μετά την αναθεώρηση του τελευταίου με το από 6/17.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, που η νομολογία των δικαστηρίων, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, παγίως αναγνώριζε ως ισχύουσα και πριν ακόμη από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια, απαιτεί οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων να οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (Ολ ΑΠ 10/2003).
Δηλαδή, για να είναι σύμφωνοι με την ως άνω αρχή της αναλογικότητας οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια και συγκεκριμένα να είναι α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, δηλαδή να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και γ) αναλογικοί υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ ΑΠ 43, 44 και 45/2005).
Επομένως ^ως συνταγματική αρχή, που θέτει όρια στους περιοριστικούς των ατομικών δικαιωμάτων νόμους, απευθύνεται μεν κατ’ αρχήν στο νομοθέτη, όμως η επίκληση της είναι δυνατή και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, στην περίπτωση προπάντων που ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, οφείλει να μην εφαρμόσει αυτόν κατά τη ρητή επιταγή του αρθρ. 93§4 του Συντάγματος, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικά σε εφαρμογή (Ολ ΑΠ 6/2009).
Δηλαδή, άμεσος αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, όταν αυτός θεσπίζει περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων με βάση τη συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος πάντως οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (Ολ ΑΠ 27/2008? ΑΠ 123/2010).
Υπό την έννοια αυτή η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν ιδρύει αυτοτελή λόγο αναίρεσης (ΑΠ 350/2009 αντιθ. ΑΠ 703/2006), αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναίρεσης: για κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προσβάλλεται ως αντισυνταγματικός, οπότε, κατά το σχετικό έλεγχο θα κριθεί και η συμφωνία του με την αρχή αυτή (ΑΠ 180/2014) ή κατά περίπτωση, θα πληρωθεί, με εφαρμογή και της αρχής αυτής, συνταγματικά ανεπίτρεπτο νομοθετικό κενό.
Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού αναιρετικά ανέλεγκτα δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική δε κρίση του, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου και μάλιστα αναφορικά με την αρχή της αναλογικότητας (Ολ ΑΠ 13/2002, 8/2005, 19/2011, ΑΠ 1670/2006, 554/2007, 2037/2007, 804/2008, 787/2009, 1715/2010, 677/2011,1251/2011, 43/2012, 114/2012), καθόσον, ορίζοντας στο αρθρ. 932 ΑΚ ο νομοθέτης, ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, έλαβε υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας και την εξειδίκευσε ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, απαιτώντας αυτή να είναι εύλογη (Ολ ΑΠ 6/2009, ΑΠ 1243/2010 βλ. και ΑΠ 1257/2011).
Με τον έννατο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από το δεύτερο αναιρεσείοντα οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης από την προσβαλλομένη απόφαση της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, και, σε κάθε περίπτωση, της Συνταγματικής περί αναλογικότητας αρχής του άρθρου 25 του Συντ.
κατά τον προσδιορισμό της, λόγω ηθικής βλάβης, επιδικασθείσας σ’ αυτόν χρηματικής ικανοποίησης, η οποία κατά παράβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας προσδιορίστηκε στο υπερβολικά χαμηλό ποσό των 30.000 Ευρώ. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος τόσο κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης αυτοτελώς της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το ύψος της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου, δεν ελέγχεται αναιρετικά, όσο και κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια, ως άνω πλημμέλεια αλλά σε σχέση με τον, δια μέσω της αρχής αναλογικότητας, έλεγχο της αόριστης νομικής έννοιας του "ευλόγου" καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η παραπάνω αρχή (της αναλογικότητας) έχει ληφθεί υπόψη από το νομοθέτη κατά την προς το δικαστήριο της ουσίας επιταγή του προς επιδίκαση της ανάλογης προς τις συγκεκριμένες περιστάσεις της νομοθεσίας χρηματικής ικανοποίησης, απαιτώντας αυτή να είναι εύλογη (Ολ ΑΠ 6/2009).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος, απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού τα κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.( ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του άρθρου 871, 197, 198, 914 ΑΚ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσίβλητης εγερθείσα και επί των παραπάνω διατάξεων θεμελιωθείσα αγωγή τους δεχθείσα με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη μη κατάρτιση των απ’ αυτούς (αναιρεσείοντες) επικαλουμένων συμβάσεων αφενός εξωδικαστικού συμβιβασμού και αφετέρου εργολαβίας με την μεν πρώτη από τις οποίες η αναιρεσίβλητη φέρεται ότι ανέλαβε, πλην άλλων και τη ρύθμιση των έναντι του δευτέρου αναιρεσείοντος υφισταμένων οικονομικών υποχρεώσεων των ιδιοκτητών (οικοπεδούχων) του προς πώληση ακινήτου, με τη δε δεύτερη φέρεται ότι ο β’ αναιρεσείων ανέλαβε έναντι αμοιβής 3.000.000 δρχ./ στρέμμα τη χωροθέτηση του ακινήτου των οικοπεδούχων, παρόλο που τα ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την αρνητική παραδοχή και ως προς τις δύο ως άνω συμβάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπησης της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή μετ’ εκτίμηση των από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω για την έκβαση της δίκης ζήτημα τα παρακάτω "Η πρώτη ενάγουσα είναι ανώνυμη εταιρία που δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό τομέα και ιδίως στο αντικείμενο της ανάπτυξης ακίνητης περιουσίας, συνεστήθη δε με το υπ’ αριθ. ...24.3.1997 συμβόλαιο του Συμ/φου Πατρών Αθαν.
Σαλαμαλίκη, κατόπιν απαιτήσεως της εναγομένης, προκειμένου να διευκολυνθεί η συνεργασία μεταξύ της τελευταίας (εναγομένης) και του δεύτερου ενάγοντος, ο οποίος είναι ιδρυτικό στέλεχος και κύριος μέτοχος της πρώτης ενάγουσας, κατά ποσοστό 51% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, επίσης δε πρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής και δραστηριοποιείται ατομικώς αλλά και σε συνεργασία με τρίτα πρόσωπα από το έτος 1969 ως κατασκευαστής και ως σύμβουλος αναπτύξεως ακινήτων.
Η εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρία, η οποία είχε αρχικά συσταθεί με την υπ’ αριθ. ...20.11.1996 πράξη της Συμ/φου Αθηνών Χριστίνας Σταματοπούλου - Στεφάνου, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ...3.1.1997 πράξη της ιδίας, ως "Καρφούρ Ελλάς - Ανώνυμη Εταιρία Γενικού εμπορίου και Εκμεταλλεύσεως Εμπορικών Εγκαταστάσεων και Επιχειρήσεων" και τον διακριτικό τίτλο "Carrefour Hellas S.A." και στη συνέχεια, ύστερα από διάφορες συγχωνεύσεις και απορροφήσεις διαφόρων ανωνύμων εταιριών, υποκαταστάθηκε στη θέση της ως άνω εταιρίας, το οποίο δεν αμφισβητείται ειδικότερα από αυτήν (εναγόμενη).
Ειδικότερα δε-σε σχέση με την έναρξη της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων- αποδείχθηκαν (από το ίδιο, ως ανωτέρω αποδεικτικό υλικό) τα ακόλουθα: Περί τα τέλη Μαΐου του έτους 19961οδεύτερος ενάγων πληροφορήθηκε ότι η αλλοδαπή εταιρία με-τον διακριτικό τίτλο "Carrefour S.A", μητρική εταιρία της μη έχουσας ακόμη ιδρυθεί κατά το χρόνο εκείνο εναγομένης, η οποία δραστηριοποιείται στον ίδιο με την τελευταία εμπορικό χώρο, είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για να δραστηριοποιηθεί και στην Ελλάδα, όπως, άλλωστε, κατά το συγκεκριμένο χρόνο, συνέβαινε και με έτερη αλλοδαπή ανταγωνίστρια αυτής (μητρικής της εναγομένης) εταιρία, που ήδη δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα με το διακριτικό τίτλο "Continent".
Μετά από κάποιο χρόνο και ,συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 1996, ο δεύτερος ενάγων ήλθε σε επαφή με τον (μάρτυρα στη δίκη της εναγομένης) Π. Κ., ως εκπρόσωπο τότε της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας και έπειτα από μεταξύ τους συνομιλίες - για την προσφερόμενη δυνατότητα του δεύτερου ενάγοντος να υποδείξει χώρους που ενδεχομένως, κατά περίπτωση, να ενδιέφεραν την μητρική της εναγομένης εταιρία, για την επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας αυτής, μέσω ιδρύσεως καταστημάτων και στην Ελλάδα - προκρίθηκε από την εναγόμενη ως ενδιαφέρουσα, για την έναρξη της επιχειρηματικής της δραστηριότητας στην Ελλάδα, η περιοχή της Θεσσαλονίκης - και (προς ευόδωση του σκοπού αυτού) η κατά τα ανωτέρω, δημιουργία τόσο της πρώτης ενάγουσας εταιρίας όσο και της εναγομένης, κατά τους παραπίνω χρόνους.
Στη συνέχεια οι δύο πλευρές κατέληξαν στην κατάρτιση της από 21.4.1997 σχετικής έγγραφης ιδιωτικής σύμβασης, ....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ....26-7-1996 προσυμφώνου του Συμβολαιογράφου Πατρών Αθανάσιου Σαλαμαλίκη, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν, κατά κυριότητα, στους Α. Κ. και Π. Τ., ή σε τρίτα υποδειχθησόμενα από αυτούς πρόσωπα (μεταξύ των οποίων περιλήφθηκε και η εταιρία Carrefour S.A., με την οποία ο Α.
Κ. επεδίωξε τον ίδιο μήνα να έλθει, κατά τα ανωτέρω, σε επικοινωνία, γιατί είχε πληροφορηθεί την πρόθεσή της να αναπτύξει επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα), το προαναφερόμενο ακίνητο, αντί συμφωνημένου τιμήματος 1.294.446.000 δραχμών (ήτοι 12,75 εκατ. δραχμές/στρέμμα), που περιγράφηκε στο προσύμφωνο ως εκτάσεως 101.956,95 τ.μ.
περίπου. Ως απώτερη ημερομηνία για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου ορίστηκε η 31-1-1997, η άπρακτη πάροδος της οποίας επαγόταν αυτοδίκαια και αζημίως για τα συμβαλλόμενα μέρη ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση κατάρτισης της οριστικής συμβάσεως... Περαιτέρω, σκοπός των ανωτέρω αγοραστών του ήταν, η για λογαριασμό τους χωροθέτηση του προπεριγραφέντος ακινήτου ως χώρου εκθέσεως υπεραγορών και η έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας.
Όλες δε οι σχετικές δαπάνες, αμοιβές και έξοδα συμφωνήθηκε να βαρύνoυν, με ρητό όρο του ανωτέρω προσυμφώνου, αποκλειστικά και μόνο τους αγοραστές, προς το συμφέρον των οποίων - άλλωστε- εγένοντο, δεδομένου ότι αυτοί προσέβλεπαν στην αύξηση της αξίας του ακινήτου - μετά την με δική τους επιμέλεια διεκπεραίωση των εργασιών αυτών - την οποία (υπεραξία) θα καρπώνονταν οι ίδιοι μεταπωλώντας το ακίνητο ή αξιοποιώντάς το κατ’ άλλον τρόπο.
Με τον τρόπο δε αυτό, λογάριαζαν να καλύψουν τις δαπάνες και τα έξοδα στα οποία είχαν υποβληθεί. Αυτό, όμως, δεν αφορούσε τους οικοπεδούχους, οι οποίοι προσέβλεπαν αποκλειστικά και μόνο στην είσπραξη του συμφωνηθέντος τιμήματος ,αλλά αναγόταν στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του ενάγοντος και του ως άνω συνεργάτη του, όπως κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, όσα προβάλλονται από τον δεύτερο ενάγοντα, περί συνάψεως συμβάσεως εργολαβίας μεταξύ των προαναφερθέντων (οικοπεδούχων και Α. Κ. και Π. Τ.) με αντικείμενο τη χωροθέτηση του ακινήτου ως χώρου εκθέσεως υπεραγορών, έναντι αμοιβής ύψους 3.000.000 δραχμών/στρέμμα, πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα,....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μεταξύ των προαναφερόμενων προσώπων, είχε συναφθεί το υπ’ αριθμ., ...23-5-1994 προσύμφωνο με συναφές περιεχόμενο - το οποίο καταργήθηκε από το μεταγενέστερο που προαναφέρθηκε - καθώς και οι υπ’ αριθμ....16-1-1995, ...31-3-1995, ...29-9-1995, ...4-12-1995 και ...30-5-1996 πράξεις παράτασης προθεσμίας του ανωτέρω προσυμφώνου του ίδιου ως άνω- Συμβολαιογράφου.
Εν τω μεταξύ, ο δεύτερος ενάγων, σε συνάντηση που είχε, στις 25.10.1996, με τον Π. Κ. και τον επισκεπτόμενο την Ελλάδα διευθυντής ανάπτυξης της μητρικής εταιρίας της εναγομένης κ. B., είχε αναφέρει και την ύπαρξη του προαναφερόμενου ακινήτου της Πάτρας, ως υποψηφίου για την επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης, αλλά του είχε ειπωθεί ότι το ζήτημα αυτό θα εξεταζόταν μόλις ολοκληρωνόταν η χωροθέτησή του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, τον Ιανουάριο του έτους 1997, ο δεύτερος ενάγων, αποφάσισε να μην ανανεώσει το τελευταίο προσύμφωνο που είχε υπογράψει με τους οικοπεδούχους. Τούτο το έπραξε, αφ’ ενός μεν, ύστερα από προτροπή του μετέπειτα προέδρου του Δ.Σ. της εναγομένης Π. Κ., ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι - παρά τις μεσολαβήσασες προηγουμένως διαδικαστικές εμπλοκές σε σχέση με την χωροθέτηση του ακινήτου της Πάτρας- παρέμενε το ενδιαφέρον της εναγομένης για το ακίνητο, εφόσον καθίστατο δυνατή η χωροθέτησή του, οι δε δαπάνες και εργασίες στις οποίες ο ενάγων είχε μέχρι τότε υποβληθεί θα κεφαλαιοποιούνταν σε κατ’ ιδίαν σύμβαση που θα υπέγραφε η εναγόμενη με την ενάγουσα για την ανάπτυξη του καταστήματος της στην Πάτρα - αφ’ ετέρου δε, και λόγω της αποχώρησης του συνεργάτη του Π.
Τ.υ, τον Δεκέμβριο του έτους 1996, από την ομάδα που είχε συσταθεί για το σκοπό αυτό, ο οποίος τροφοδοτούσε με κεφάλαια το όλο εγχείρημα... Στις 24-2-1997 ο Γενικός Γραμματέας Δυτικής Ελλάδος με το ...24-2-1997 έγγραφο του αποδέχθηκε την από 24-10-1995 αίτηση των οικοπεδούχων (που είχε υποβάλει για λογαριασμό τους ο δεύτερος ενάγων δυνάμει παρασχεθείσας εξουσιοδοτήσεως) εγκρίνοντας τη χωροθέτηση εμπορικού κέντρου - υπεραγοράς στο χώρο του ακινήτου της Πάτρας.
Στις δε 29-4-1997, η Διεύθυνση Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος ενέκρινε τους όρους δόμησης για την ανέγερση εμπορικού κέντρου στο ίδιο ακίνητο. Ο δεύτερος ενάγων ενημέρωσε άμεσα την εναγόμενη για τις ανωτέρω θετικές εξελίξεις, που οφείλονταν αποκλειστικά στις δικές του προσπάθειες, και η τελευταία, δια του Π.
Κ., επανέλαβε τις ως άνω διαβεβαιώσεις της. Εν τω μεταξύ, όμως - και ενώ εγένοντο, στα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου 1997, διαπραγματεύσεις μεταξύ δεύτερου ενάγοντος Π. Κ. (για λογαριασμό της εναγομένης) και οικοπεδούχων για την μεταβίβαση του ακινήτου στην εναγόμενη [για την οποία υπήρξε κατ’ αρχήν συμφωνία, με τιμή 18,5 εκατομμύρια δραχμές/στρέμμα και καταβολή, με την υπογραφή του προσυμφώνου, προκαταβολής 15-20% επί της αξίας της αγοραπωλησίας και με την υπογραφή, μετά από έξι μήνες, του οριστικού συμβολαίου του υπολοίπου τιμήματος], στις 3.11.1997, εμφανίστηκε στους οικοπεδούχους, ένας μεσίτης ακινήτων, ο κ.
Λ., ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ενεργεί για λογαριασμό μιας μεγάλης εταιρίας του εξωτερικού και έκανε προσφορά για το ακίνητο στην τιμή των 15 εκατομμυρίων δραχμών/στρέμμα με άμεση καταβολή, χωρίς προσύμφωνα Οι οικοπεδούχοι του ζήτησαν πληροφορίες για τον πελάτη που εκπροσωπούσε, αλλά εκείνος αρνήθηκε να τους αποκαλύψει το όνομα αυτού, μέχρι να του δηλώσουν την κατ’ αρχήν συμφωνία τους, για, την οποία απαίτησε επιβεβαιωτική επιστολή.
Οι τελευταίοι υπέκυψαν στο δέλεαρ της άμεσης κατάρτισης των οριστικών συμβολαίων και της εξόφλησης αυτών, με αποτέλεσμα να συμφωνήσουν πράγματι, χορηγώντας και την επιβεβαιωτική επιστολή προς τον κ. Λ.. Όταν, ακολούθως, ο εν λόγω μεσίτης τους απεκάλυψε ότι ενεργούσε για λογαριασμό της α’ εναγομένης, εκείνοι διαμαρτυρήθηκαν και, ακολούθως, πληροφορήθηκε την εξέλιξη αυτή και ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος επικοινώνησε με τον Π.
Κ., επίσης διαμαρτυρόμενος για τον παραγκωνισμό του από την μεσολάβηση του στη συμφωνία μεταξύ οικοπεδούχων και εναγομένης (από την οποία, κατά τα ανωτέρω, προσδοκούσε να κεφαλαιοποιηθούν οι δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί για την πολεοδομική τακτοποίηση του επίμαχου ακινήτου, ώστε να είναι πρόσφορο προς εμπορική εκμετάλλευση).
Εν όψει δε της διαμορφωθείσας καταστάσεως, πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση μεταξύ των ενδιαφερομένων, στις 6.11.1997. στο ξενοδοχείο Caravel στην Αθήνα, με τη συμμετοχή των Γ. Λ., Ε. Σ. (από τους οικοπεδούχους), του δεύτερου ενάγοντος και του Π. Κ.. Στη συνάντηση αυτή έγιναν συζητήσεις και διαπραγματεύτηκαν οι οικοπεδούχοι με την εναγόμενη την κατάρτιση συμβάσεως, προκειμένου εν τέλει να καταρτισθεί η σύμβαση με τους όρους που είχε συμφωνήσει ο κ.
Λ. (και έναντι του ιδίου τιμήματος) και η αγοράστρια να αναλάβει πλήρως και την αποπληρωμή υποχρεώσεων των οικοπεδούχων έναντι του β’ ενάγοντος για την πολεοδομική τακτοποίηση του ακινήτου τους για εμπορική χρήση, δια της κεφαλαιοποιήσεώς τους στη σύμβαση που θα υπογραφόταν από την εναγόμενη με την πρώτη ενάγουσα για την ανάπτυξη του καταστήματος της πρώτης στην Πάτρα, ενώ η πρώτη ενάγουσα θα κατέβαλε στον κ.
Λ. από τις κεφαλαιοποιούμενες εκεί αμοιβές το ποσόν των 30 εκ. δρχ που αντιστοιχούσε στην αμοιβή του. Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι κατά την παραπάνω ημερομηνία τελικώς τέτοια σύμβαση (εξωδικαστικού συμβιβασμού), ενόψει μάλιστα και του ότι έγινε για το ζήτημα αυτό μεταγενέστερα ανταλλαγή σχεδίων συμβάσεως με fax (βλ.
και κατωτέρω). Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον (κατά τα λοιπά) τέταρτο από τους λόγους εφέσεως (περί συνάψεως εξωδικαστικού συμβιβασμού), των εναγόντων τυγχάνουν αβάσιμα και, ως εκ τούτου, απορριπτέα. Ακολούθως δε, τον Ιανουάριο του έτους 1998, ο δεύτερος ενάγων, πεισθείς στις ως άνω διαβεβαιώσεις (περί του ότι στο πλαίσιο συμβάσεως, που θα συνήπτετο μεταξύ εναγομένης και πρώτης-ενάγουσας, θα κεφαλαιοποιούνταν και αποπληρώνονταν οι υποχρεώσεις των οικοπεδούχων έναντι του β’ ενάγοντος για την πολεοδομική τακτοποίηση του ακινήτου τους για εμπορική χρήση), απέστειλε στην εναγόμενη πλήρη φάκελο με όλα τα στοιχεία των μελετών, αδειών και εγκρίσεων που είχαν χορηγηθεί έως τότε (βεβαιώσεις αρχαιολογικής υπηρεσίας, Δασαρχείου, Υπουργείου Γεωργίας, μελέτης κυκλοφοριακών επιπτώσεων, αριθμό πρωτοκόλλου εγκεκριμένης αρχιτεκτονικής προμελέτης στην Πολεοδομία Πατρών), ενέργεια η οποία κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης ήταν αναγκαία προκειμένου οι νομικοί της παραστάτες να συντάξουν το συμφωνητικό για την ανάθεση στην ενάγουσα της ανάπτυξης του ακινήτου της Πάτρας....
Σε συμφωνία δε με τα ανωτέρω, στις 6-2-1998, το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης ενάγουσας έλαβε απόφαση με την οποία ενέκρινε "... την επικείμενη υπογραφή σύμβασης μεταξύ της Carrefour & ΜΑΚΤ ΑΕ για το Εμπορικό Κέντρο της ... Πατρών .... ". Στη συνέχεια, στις 21-7-1998, πραγματοποιήθηκε συνάντηση του δεύτερου ενάγοντος (και του υιού του Μ.
Κ.) με τον Π.Κ. και τους νομικούς συμβούλους της εναγομένης, κατά την οποία εξετάστηκε το ζήτημα της οριστικοποίησης του ύψους του ανταλλάγματος της πρώτης ενάγουσας για τις υπηρεσίες της στην ανάπτυξη του ακινήτου της Πάτρας. Ακολούθως δε, συντάχθηκαν από τους νομικούς συμβούλους της εναγομένης δύο σχέδια συμβάσεως, εκ των οποίων το μεν πρώτο απεστάλη στην πρώτη ενάγουσα στις 29-7-1998, το δε δεύτερο στις 31-7- 1998 με την επισημείωση ότι δεν είναι εφικτή η άμεση υπογραφή τους διότι θέλει προηγουμένως να τα μελετήσει ο αντιπρόεδρος του Δ.Σ.
της εναγομένης κατά το χρόνο εκείνο K.U.. Όμως, οι διαπραγματεύσεις (που, σε κάθε περίπτωση, επί τη βάσει των ανωτέρω παραδοχών, αφορούσαν μόνο την πρώτη ενάγουσα, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε ο δεύτερος ενάγων) τερματίστηκαν οριστικά την 1-11-1999, οπότε ο Π. Κ. ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι είχε οδηγίες να μην προχωρήσει στην υπογραφή κανενός είδους συμφωνητικού για λογαριασμό της εναγομένης.
Εν τω μεταξύ, από πλευράς της εναγομένης ,όπως νομίμως εκπροσωπείτο - και άνω ήταν καθησυχαστική απέναντι στους ενάγοντες - είχαν γίνει οι ακόλουθες ενέργειες: Την 7-12-1998 υπέβαλε, δια του αρχιτεκτονικού γραφείου CVZ Ελλάς ΕΠΕ, αίτηση για τη χορήγηση οικοδομικής άδειας για την ανοικοδόμηση του ακινήτου της Πάτρας, η οποία και εκδόθηκε στις 16.3.1999 ενώ με το ...10.2.1999 οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμ/φου Πειραιώς Μ.
Λεβέντη, απέκτησε κατά κυριότητα το παραπάνω ακίνητο έναντι τιμήματος 1.784.240.000 δραχμών. Οι τελευταίες αυτές ενέργειες (μετά τον Ιούλιο του 1998), τις οποίες απέκρυβαν συστηματικά οι εκπρόσωποι της εναγομένης από την πρώτη ενάγουσα, παρόλο ότι οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν, καταδεικνύουν ότι η πρώτη δεν είχε από ένα χρονικό σημείο και μετά πρόθεση να καταρτίσει σύμβαση για την ανάπτυξη του ακινήτου της Πάτρας με την πρώτη ενάγουσα, παρά μόνο σκόπευε να παραμερίσει τους ενάγοντες και να επωφεληθεί από τις μέχρι τον Ιανουάριο του 1997 ενέργειες του δεύτερου ενάγοντος αναφορικά με το οικόπεδο αυτό.
Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας των προαναφερθεισών διαβεβαιώσεων της εναγομένης, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεών της για τη σύναψη συμβάσεως με την πρώτη ενάγουσα για το ακίνητο της Πάτρα περί του ότι οι δαπάνες του δεύτερου ενάγοντος - ποσού, συνολικώς, 30.000.000 δραχμών (= 88.041,09 ευρώ) , που αφορούσαν δαπάνες, στις οποίες ο εν λόγω ενάγων υποβλήθηκε για την αποδέσμευση και αξιοποίηση του ακινήτου της Πάτρας (και, ειδικότερα, για τη σύνταξη αρχιτεκτονικής προμελέτης, 5.000.000 δρχ., μελέτης κυκλοφοριακών επιπτώσεων, 15.000.000 δρχ.
και διάφορα άλλα έξοδα, 10.000.000 δρχ.- ενώ οι λοιπές αξιούμενες δαπάνες ποσού 200.000.000 ευρώ, πέραν του ότι προβάλλονται όλως αορίστως, εν συνόλω ,δεν αποδεικνύονται) - θα κεφαλαιοποιούντο στη μέλλουσα να καταρτιστεί σύμβαση, πείσθηκε αυτός( δεύτερος ενάγων) απ’ αυτήν (εναγόμενη) να της παραδώσει τα πιο πάνω σχέδια και μελέτες - και με την επίκληση ότι τα σχέδια ήταν απαραίτητα για την έκδοση αδείας του ακινήτου κλπ για την ίδρυση του καταστήματος της ,τα οποία αυτή στη συνέχεια χρησιμοποίησε.
Με τον τρόπο δε αυτό, η εναγόμενη, δόλια απέσπασε έργο που είχε παραχθεί από τον δεύτερο ενάγοντα (συμπεριφορά ευθέως αδικοπρακτική κατά την ΑΚ 914). Ο εν λόγω ενάγων, όμως, με την ένδικη αγωγή, δεν ασκεί αποζημιωτικές αξιώσεις συναπτόμενες (τελούσες, δηλαδή, σε αιτιώδη σύνδεσμο) με την αμέσως ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά, αλλά -αντιθέτως - οι ασκούμενες αποζημιωτικές αξιώσεις του, δηλαδή ποσού 56.000.000 δραχμών (ως καταβληθεισών για την ανανέωση των προσυμφώνων με τους οικοπεδούχους), β) 30.000.000 δραχμών (όπως παραπάνω αναλύονται) και γ) 200.000.000 δραχμών, για δαπάνες, δεν απεδείχθη ότι τελούν σε αιτιώδη σχέση με την επίμαχη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης.
Υπό τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα κρίσιμα ως άνω για την έκβαση της δίκης ζητήματα δεχθείσα τη μη απόδειξη από τους έχοντες το σχετικό βάρος ενάγοντες - αναιρεσείοντες της κατάρτισης τόσο της επικαλουμένης απ’ αυτούς συμβάσεως εξώδικου συμβιβασμού με την προς επίρρωση της σχετικής κρίσεως της περαιτέρω παραδοχή ότι για το ζήτημα αυτό (της μεταβίβασης του ακινήτου και της οικονομικής τακτοποίησης του ακινήτου και της οικονομικής τακτοποίησης του δευτέρου αναιρεσείοντος) έγινε μεταγενέστερα ανταλλαγή των από 28-7-98 και 31-7-98 σχεδίων συμβάσεως, τα οποία όμως δεν υπογράφηκαν καθόσον οι σχετικές διαπραγματεύσεις τερματίστηκαν οριστικά την 1.11.99 οπότε ο Π. Κ., που ενεργούσε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης ενημέρωσε του ενάγοντες ότι είχε οδηγίες να μην προχωρήσει στην υπογραφή κανενός είδους συμφωνητικού για λογαριασμό της εναγομένης" όσο και αυτής της εργολαβίας μεταξύ οικοπεδούχων και β’ αναιρεσείοντος με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "όλες οι σχετικές δαπάνες αμοιβές και έξοδα (μεταξύ αυτών και του β’ αναιρεσείοντος) θα εβάρυναν τους αγοραστές αφού οι οικοπεδούχοι προσέβλεπαν μόνο στην είσπραξη του τιμήματος ..." .
Η κρίση δ’ αυτή της προσβαλλομένης αναφορικά με τη σύμβαση του εξωδικαστικού συμβιβασμού δεν αναιρείται ούτε από την παραπάνω περί αποστολής των προαναφερθέντων σχεδίων συμβάσεως παραδοχής ούτε από τις περαιτέρω παραδοχές αυτής α) ότι "τον Ιανουάριο του έτους 1998 ο δεύτερος ενάγων, πεισθείς στις ως άνω διαβεβαιώσεις (περί του ότι στο πλαίσιο συμβάσεως, που θα συνήπτετο μεταξύ εναγομένης και πρώτης ενάγουσας, θα κεφαλαιοποιούνταν και αποπληρώνονταν οι υποχρεώσεις των οικοπεδούχων έναντι του β’ ενάγοντος για την πολεοδομική τακτοποίηση του ακινήτου τους για εμπορική χρήση), απέστειλε στην εναγόμενη πλήρη φάκελο με όλα τα στοιχεία των μελετών, αδειών και εγκρίσεως που είχαν χορηγηθεί έως τότε.
Στις 6-2-1998, το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης ενάγουσας έλαβε απόφαση με την οποία ενέκρινε "... την επικείμενη υπογραφή σύμβασης μεταξύ της Carrefour & MAKT ΑΕ για το Εμπορικό Κέντρο της ... Πατρών ..." και γ) ότι στη συνέχεια, στις 21-7-1998, πραγματοποιήθηκε συνάντηση του δεύτερου ενάγοντος (και του υιού του Μ. Κ.) με τον Π.
Κ. και τους νομικούς συμβούλους της εναγομένης, κατά την οποία εξετάστηκε το ζήτημα της οριστικοποίησης του ύψους του ανταλλάγματος της πρώτης ενάγουσας για τις υπηρεσίες της στην ανάπτυξη του ακινήτου της Πάτρας" αφού αυτές όχι μόνο δεν αντιφάσκουν, όπως αβασίμως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, προς την παραδοχή της μη κατάρτισης κατά την 6-11-97 της επικαλουμένης από τους αναιρεσείοντες συμβάσεως εξωδικαστικού συμβιβασμού αλλά, αντιθέτως, προσεπιβεβαιώνουν την γενομένη δεκτή παραδοχή ότι κατά τη συνάντηση εκείνη (6-11-97) τα μέρη προσήλθαν μεν σε διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση συμβάσεως τακτοποίησης όλων των εκκρεμών μεταξύ των διαδίκων μερών θεμάτων (αμοιβή Λιανού, τίμημα ακινήτου, οικονομική τακτοποίηση υποχρεώσεων οικοπεδούχων έναντι του δεύτερου αναιρεσείοντα) αλλά όμως δεν κατέληξαν στην κατάρτιση αυτής καθόσον οι διαλαμβανόμενες εν λόγω παραδοχές ενέργειες αποτελούσαν το μοναδικό, μετά την αποτυχία της κατάρτισης της συμβάσεως εξωδικαστικού συμβιβασμού, τρόπο ικανοποίησης των απαιτήσεως του β’ αναιρεσείοντος έναντι των οικοπεδούχων του πρώτου αποβλέποντος όπως στην καταρτισθησομένη μεταξύ αναιρεσίβλητης και πρώτης αναιρεσείουσας σύμβαση για το ακίνητο της ...
Πατρών συμπεριληφθεί και η προβλέπουσα την τακτοποίηση των υποχρεώσεων των οικοπεδούχων έναντι αυτού ρύθμιση, και επομένως ο β’ αναιρεσείων δεν είχε λόγο να αρνηθεί ούτε την αποστολή φακέλλου στην αναιρεσίβλητη περιέχοντος τις αφορώσες το εν λόγω ακίνητο άδειες και μελέτες ούτε τη συμμετοχή του στη συνάντηση της 21-7-98.
Περαιτέρω, απορριπτέα ως αβάσιμη ουσιαστικά κρίνεται η με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβαλλόμενη αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων εξαιτίας της υπάρξεως στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό αυτών αντιφάσεως μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι α) "όσα προβάλλονται από το δεύτερο ενάγοντα (αναιρεσείοντα) περί συνάψεως εργολαβίας μεταξύ των οικοπεδούχων και αυτού με αντικείμενο τη χωροθέτηση του επίδικου ακινήτου ως χώρου εκθέσεως υπεραγορών σ’ αυτή αμοιβής ύψους 3.000.000 δρχ./στρέμμα πρέπει ν’ απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα αφού οι οικοπεδούχοι, προσέβλεπαν αποκλειστικά και μόνο στην είσπραξη του συμφωνητικού τιμήματος και όλες οι σχετικές δαπάνες αμοιβές και έξοδα συμφωνήθηκε να βαρύνουν τους αγοραστές (αναιρεσίβλητους) προς το συμφέρον των οποίων άλλωστε θα εγένετο η αγοραπωλησία" και β) αυτής (παραδοχής) κατά την οποία "στη συνάντηση της 6.11.97 στο ξενοδοχείο Caravel των Αθηνών έγιναν συζητήσεις και διαπραγματεύτηκαν οι οικοπεδούχοι με την εναγομένη την κατάρτιση συμβάσεως προκειμένου ...
η αγοράστρια (εναγομένη - αναιρεσίβλητη) να αναλάβει πλήρως και την αποπληρωμή των υποχρεώσεων των οικοπεδούχων έναντι του β’ ενάγοντος για την πολεοδομική τακτοποίηση του ακινήτου τους, καθώς και για δαπάνες ύψους 30.000.000 δρχ. που αφορούσαν 1) 5.000.000 δρχ. για τη σύνταξη αρχιτεκτονικής προμελέτης, 2) 15.000.000 δρχ.
για τη σύνταξη μελέτης κυκλοφοριακών επιπτώσεων και 3) 10.000.000 δρχ. για διάφορα άλλα έξοδα" αφού η μεν υπό στοιχ. α παραδοχή αναφέρεται στη μη αποδειχθείσα κατάρτιση της από το δεύτερο αναιρεσείοντα επικαλουμένης μεταξύ αυτού και των οικοπεδούχων σύμβασης εργολαβίας χωροθέτησης του επιδίκου ακινήτου επιφανείας 100 περίπου στρεμ.
έναντι αμοιβής 300.000.000 δρχ.(100 στρ. Χ 3.000.000 δρχ.), η δε δεύτερη στις διαπραγματεύσεις προς κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ του οικοπεδούχου και της (υποψήφιας) αγοράστριας (αναιρεσίβλητης) με την οποία η τελευταία θα αναλάμβανε και την οικονομική τακτοποίηση των έναντι του δευτέρου ενάγοντος υποχρεώσεων αυτών που αναφέρονται όχι στην επικαλουμένη από το δεύτερο αναιρεσείοντα σύμβαση εργολαβίας η κατάρτιση της οποίας όπως προαναφέρθηκε δεν αποδείχθηκε αλλά στις οφειλόμενες σ’ αυτόν δαπάνες συντάξεως αρχιτεκτονικής προμελέτης και μελέτης κυκλοφοριακών επιπτώσεων και λοιπά έξοδα, στις οποίες αυτός είχε υποβληθεί κατά τα έτη 1995 και 1996, δηλαδή πριν το επίδικο χρονικό διάστημα και τις οποίες κρίθηκε ότι δεν τις δικαιούται αφού αποδείχθηκε αφενός ότι δεν τελούν σε αιτιώδη σχέση με την μεταγενεστέρως εκδηλωθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης - εναγομένης συνισταμένη "στη δολία απόσπαση της από τον εν λόγω ενάγοντα παραχθέντος έργου" καθόσον η συμπεριφορά αυτή ως επακολουθήσασα των δαπανών δεν ήταν ικανή, ούτε μπορούσε από μόνη της και αντικειμενικά λαμβανομένη με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και αφετέρου ότι δεν υπήρξε καταρτισμένη συμφωνία εξωδικαστικού συμβιβασμού από την οποία να απορρέει ευθύνη της εναγομένης για την καταβολής των αιτουμένων ποσών.
Οι παραπάνω παραδοχές αφενός καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου τους οποίους ορθώς ερμήνευσε η προσβαλλομένη απόφαση και αφετέρου καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να ελέγχονται αρνητικά, κρινομένες απορριπτέες ως αβάσιμες οι προσβαλλομένες ως άνω το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ)και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-93 και με αριθμ. 803/13 αίτηση αναίρεσης της 535/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ