Legislator Case Law & Legislation
669/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where Article 6 ECHR violation is unsupported by primary procedural defects.

Case Number 669/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Thessaloniki Plea Court decision regarding the preservation of a monument. The appellant argued that the lower court violated Article 6 of the ECHR by failing to address specific defense claims, despite the primary appeal grounds being inadmissible. The court ruled that an Article 6 violation alone does not constitute a valid appeal reason unless accompanied by other procedural flaws, which were absent here.

Legislator headnote

AI generated

Art. 510(1)(a) C.P.C.; Art. 171(1)(d) C.P.C.; Art. 6 ECHR: A violation of the right to a fair trial does not constitute a separate ground for appeal unless combined with other procedural defects.

Keywords

AI generated
Article 6 ECHR fair trial violation appeal admissibility procedural defects monument preservation criminal appeal Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 464, 466(1), 473(2), 3, 474(2A), 4, 504(1) and 505 C.P.C.
Art. 11(2)(a) of Law 3028/2002
Art. 41(1) of Law 3028/2002
Art. 510(1)(a) C.P.C.
Art. 171(d) C.P.C.
Art. 28(1) of the Constitution
Art. 578(1) C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 669 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 669/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Παναγιώτα Πασσίση, Κωνσταντίνα Νάκου και Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της αποφάσεως 2183/2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18-9- 2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 18-9-2023 αίτηση του Φ. Π. του Π., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-9-2023, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2183/2023 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 εδάφ. α' του ν. 3028/2002, "Ο κύριος ή ο νομέας μνημείου υποχρεούται να μεριμνά για την άμεση εκτέλεση των εργασιών συντήρησης, στερέωσης ή προστασίας ετοιμόρροπου μνημείου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με δική του δαπάνη και υπό την εποπτεία και τις υποδείξεις της Υπηρεσίας σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41", κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ίδιου νόμου " Αν ο φέρων οργανισμός ενός μνημείου μεταγενέστερου του 1453 έχει υποστεί επικίνδυνες βλάβες και είναι έτοιμος να καταρρεύσει, συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού πενταμελής επιτροπή αποτελούμενη από έναν αρχιτέκτονα, έναν συντηρητή και έναν πολιτικό μηχανικό, υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, έναν αρχαιολόγο και έναν ιστορικό ή ιστορικό τέχνης ή δύο αρχαιολόγους, υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, αν το μνημείο χρονολογείται μέχρι το 1830, ή έναν αρχιτέκτονα της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, και έναν ιστορικό ή έναν ιστορικό τέχνης αν το μνημείο είναι νεότερο.

Η επιτροπή ελέγχει την κατάστασή του και προτείνει μέτρα υπό την προϋπόθεση ότι διαφυλάσσεται η αυθεντικότητα του μνημείου, στα οποία περιλαμβάνονται και οι αναγκαίες εργασίες για την υποστύλωση, την προσωρινή στερέωση του κτιρίου, την αποξήλωση ετοιμόρροπων τμημάτων, τη συλλογή αρχιτεκτονικών μελών, την απομάκρυνση διακοσμητικών στοιχείων που κινδυνεύουν, καθώς και την ασφάλεια των ενοίκων ή των διερχομένων", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 67 του νόμου αυτού, "Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος μνημείου, ο οποίος εκτελεί τις υποχρεώσεις του για φύλαξη, διατήρηση ή συντήρησή του πλημμελώς και έτσι εκθέτει το μνημείο σε κίνδυνο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών".

Ήδη οι ανωτέρω διατάξεις περιλήφθηκαν στα αντίστοιχα άρθρα του νόμου 4858/2021, με τον οποίο κυρώθηκε ο κώδικας νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ.

ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ' άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή.

Όταν όμως αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί δε λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 482/2023, ΑΠ 452/2023).

Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 2183/2023 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "....κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε την ...-2017 επί ακινήτου στην συμβολή των οδών ..., το οποίο έχει χαρακτηριστεί από το ΥΠΠΟΑ ως "έργο τέχνης", που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία (ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/ 3575 /4107/28-1-86-ΦΕΚ 81 Β/3-3-1986), προστατευόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (αρ. 10), γνωστοποιήθηκε στην ιδιοκτήτρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΠ ΧΟΤΕΛΣ ΚΟΡΠ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ..., της οποίας ο κατηγορούμενος τυγχάνει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, το από ...-2017 υπ' αριθμ ...

έγγραφο της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων & Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας για άμεσες ενέργειές της: α) για τη λήψη μέτρων προστασίας και την πραγματοποίηση των αναγκαίων εργασιών συντήρησης (καθαρισμός αύλειου χώρου, απομάκρυνση βλάστησης, απόφραξη υδρορροών, τοπικές στερεώσεις κουφωμάτων σε επισφαλή σημεία κλπ), β) για την υποβολή στην ανωτέρω υπηρεσία της σχετικής μελέτης συντήρησης και αποκατάστασης του κτιρίου, υπογεγραμμένη από αρμόδιο ιδιώτη μηχανικό, προκειμένου η ανωτέρω υπηρεσία να προχωρήσει στην κατά νόμο προβλεπόμενη διαδικασία ελέγχου και έγκρισή της μετά από γνωμοδότηση του αρμοδίου Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας μηχανικό.

Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της αυτοψίας της 4-12-2017 από αρμόδιους υπαλλήλους της Επιτροπής του άρθρου 41 Ν. 3028/2002 διαπιστώθηκε ότι: α) η κύρια πόρτα εισόδου στον αύλειο χώρο του οικοπέδου απουσιάζει εντελώς και δεν υπάρχει καμία προστατευτική διάταξη αποκλεισμού σε πρόσωπα που μπορούσαν να εισέλθουν αβίαστα στον περιβάλλοντα χώρο με προφανή τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχημάτων από πιθανές καταπτώσεις σαθρών δομικών υλικών από μεγάλα ύψη περιμετρικά του κτίσματος, β) ο αύλειος χώρος βρισκόταν σε κακή κατάσταση από άποψη υγιεινής λόγω συσσώρευσης απορριμμάτων, ακαθαρσιών ζώων και τρωκτικών, ενώ την ίδια κατάσταση παρουσίαζε και το εσωτερικό τμήμα του υπογείου (υπερυψωμένο τμήμα), ο οποίος επιπροσθέτως έφερε και μεγάλες ποσότητες από μπάζα που πιθανώς μεταφέρθηκαν και απορρίφθηκαν στο εσωτερικό του κτιρίου γ) η κύρια πόρτα εισόδου στο κτίριο δεν ήταν ασφαλισμένη αλλά και η βοηθητική στην πρασιά απουσίαζε εντελώς με αποτέλεσμα η πρόσβαση στο εσωτερικό του κτιρίου να είναι ανεξέλεγκτη και ο κίνδυνος ατυχήματος μεγάλος, λόγω της κακής κατάστασης διατήρησης και της συνεπαγόμενης ετοιμορροπίας δομικών μελών και στοιχείων του κτίσματος, ήτοι μεγάλες οπές και θραύσεις στο δάπεδο του υπερυψωμένου υπογείου και στο δάπεδο ορόφου, αποκολλήσεις τμημάτων των ψευδοροφών, επιχρισμάτων κ.ά., δ) το εσωτερικό ξύλινο κλιμακοστάσιο ανόδου ήταν κατεστραμμένο στο μεγαλύτερο τμήμα αυτού με αποτέλεσμα η πρόσβαση από το υπερυψωμένο ισόγειο μέχρι τον όροφο να είναι αδύνατη, ε) στο εσωτερικό του κτιρίου οι συνθήκες υγιεινής ήταν επικίνδυνες για τα άτομα που θα βρίσκονταν στο χώρο.

Κατόπιν τούτων και ενώ ζητήθηκε από την ιδιοκτήτρια εταιρία με το από ...-2017 (υπ' αριθμ ...) έγγραφο της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων & Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας να προβεί άμεσα στη λήψη προσωρινών μέτρων ασφαλείας για την προστασία των διερχόμενων ατόμων και οχημάτων τοποθετώντας κατάλληλη σήμανση και ασφαλή περίφραξη στην επικίνδυνη ζώνη επί της οδού ..., β) να εκτελέσει εργασίες τοποθέτησης αυλόθυρας (πχ μεταλλική εργοταξιακή θύρα) και να την ασφαλίσει, γ) να ασφαλίσει την κεντρική θύρα εισόδου του κτιρίου αλλά και να αποτρέψει την είσοδο από τη δευτερεύουσα θύρα (πρασιά) και τα ανοικτά τμήματα του υπογείου προς το εσωτερικό αυτού τοποθετώντας κατάλληλες προστατευτικές διατάξεις (πχ εργοταξιακά μεταλλικά πετάσματα), δ) να πραγματοποιήσει όλες τις εργασίες που αφορούν στην αντιμετώπιση θεμάτων υγιεινής του κτιρίου (απεντόμωση, μυοκτονία, απολύμανση και καθαρισμό όλων των εστιών ρύπανσης), ε) να προβεί σε εργασίες προσωρινής διευθέτησης και εξασφάλιση της πρόσβασης στο χώρο του ορόφου, έτσι ώστε να καταστεί επισκέψιμος για προφανείς λόγους ασφάλειας του κτιρίου σε περίπτωση έκτακτου συμβάντος (λχ πυρκαγιά), στ) να ελεγχθεί το κτίριο και να απομακρυνθούν τυχόν προσωρινά διαβιούντες σε αυτό, ο κατηγορούμενος, υπό την προδιαλαμβανόμενη ιδιότητά του, αν και έλαβε γνώση για τα παραπάνω, πέραν της τοποθέτησης προστατευτικού σανιδώματος (συλλεκτήριο πέτασμα σκάφη) σε σκαλωσιά, χωρίς ωστόσο προηγούμενη έγκριση εκτέλεσης εργασιών από την αρμόδια αρχή, δεν προέβη στις ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες για τον αποκλεισμό, την επισκευή και αποκατάσταση του κτιρίου, διατηρώντας έτσι πλημμελώς το μνημείο και εκθέτοντας αυτό σε κίνδυνο.

Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της ανωτέρω αξιόποινης πράξης". Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, της παράβασης των άρθρων 11 παρ. 2 εδάφ. α', 41 παρ. 1 και 67 του ν. 3028/2002 και, αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ.

δ' ΠΚ), του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: "Στη Θεσσαλονίκη και κατά το χρονικό διάστημα από την ...-2017 έως τα τέλη Δεκεμβρίου 2017, ενώ ως κύριος ενός μνημείου υποχρεούταν να μεριμνά για την άμεση εκτέλεση των εργασιών συντήρησης, στερέωσης ή προστασίας ετοιμόρροπου μνημείου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με δική του δαπάνη και υπό την εποπτεία και τις υποδείξεις της Υπηρεσίας σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41, εκτέλεσε τις υποχρεώσεις του για φύλαξη, διατήρηση ή συντήρησή του πλημμελώς και έτσι εξέθεσε το μνημείο σε κίνδυνο.

Συγκεκριμένα, παρά τις αυτοψίες της ...-2017 και την 4-12-2017 από αρμοδίους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Νεώτερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας επί ακινήτου στην συμβολή των οδών ..., το οποίο έχει χαρακτηριστεί από το ΥΠΠΟΑ ως "έργο τέχνης", που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία (...-1986), προστατευόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (αρ10), ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΠ ΧΟΤΕΛΣ ΚΟΡΠ ΑΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ..., της οποίας ο ίδιος τυγχάνει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και παρά την υπόμνηση που έλαβε χώρα με τα έγγραφα από ...-2017 υπ' αριθμ ...

έγγραφο και από ...-2017 (υπ' αριθμ ...) έγγραφα της Υπηρεσίας Νεώτερων Μνημείων & Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας, για άμεσες ενέργειές του για την λήψη των αναφερόμενων στα ανωτέρω έγγραφα μέτρων, ο κατηγορούμενος, υπό την προδιαλαμβανόμενη ιδιότητά του, αν και έλαβε γνώση για τα παραπάνω, δεν προέβη στις ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες για τον αποκλεισμό, την επισκευή και αποκατάσταση του κτιρίου, διατηρώντας έτσι πλημμελώς το μνημείο και εκθέτοντας αυτό σε κίνδυνο".

Με τις ανωτέρω παραδοχές και αιτιολογίες, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, καθόσον αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε στην προαναφερθείσα ποινή φυλάκισης, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 2 εδάφ.

α', 41 παρ. 1 και 67 του ν. 3028/2002, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, επισημαίνονται τα ακόλουθα: Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι, μετά από τις από ...-2017 και 4-12-2017 αυτοψίες των αρμόδιων υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού, στο αναφερόμενο ακίνητο, το οποίο είχε χαρακτηρισθεί ως έργο τέχνης, που χρειαζόταν ειδική κρατική προστασία και προστατευόταν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3028/2002, με τα από ...-2017 και ...-2017 έγγραφα της αρμόδιας υπηρεσίας, γνωστοποιήθηκε στην ιδιοκτήτρια ανώνυμη εταιρεία, της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος, ότι έπρεπε να προβεί στις αναφερόμενες άμεσες ενέργειες, που, μεταξύ άλλων, αναφέρονταν στη φύλαξη, τη διευθέτηση της πρόσβασης σ' αυτό, τη στερέωση, τη συντήρηση, την υγιεινή και την προστασία του μνημείου.

Παρά ταύτα, όπως γίνεται δεκτό στην απόφαση, ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια από τις οφειλόμενες, για την προστασία του μνημείου. Συναφώς, αναφέρεται στο σκεπτικό ότι ο κατηγορούμενος "....δεν προέβη στις ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες για τον αποκλεισμό, την επισκευή και αποκατάσταση του κτιρίου, διατηρώντας έτσι πλημμελώς το μνημείο και εκθέτοντας αυτό σε κίνδυνο", ενώ στο διατακτικό, στη μεν περιγραφή της νομοτυπικής μορφής του αδικήματος αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος "....εκτέλεσε τις υποχρεώσεις του για φύλαξη, διατήρηση ή συντήρησή του πλημμελώς και έτσι εξέθεσε το μνημείο σε κίνδυνο", στη δε περιγραφή της πράξης εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος "....αν και έλαβε γνώση για τα παραπάνω, δεν προέβη στις ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες για τον αποκλεισμό, την επισκευή και αποκατάσταση του κτιρίου, διατηρώντας έτσι πλημμελώς το μνημείο και εκθέτοντας αυτό σε κίνδυνο".

Από τα ανωτέρω είναι σαφές ότι ουδεμία αντίφαση υφίσταται στην απόφαση, αφού συνάγεται ευκρινώς ότι ο κατηγορούμενος ουδόλως ανταποκρίθηκε στις προαναφερόμενες υποχρεώσεις του, η δε διατύπωση της περιγραφής της πράξης στο διατακτικό γίνεται σύμφωνα με τη διατύπωση του νόμου (άρθρο 67 του ν. 3028/2002), κατά την οποία υπέχει ποινική ευθύνη ο υπόχρεος που "...εκτελεί τις υποχρεώσεις του για φύλαξη, διατήρηση ή συντήρησή του πλημμελώς....".

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 12789/2021 απόφασης του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι, μεταξύ των κατηγοριών, που είχαν αποδοθεί στον κατηγορούμενο με το κλητήριο θέσπισμα, ήταν και αυτή της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου (άρθρ. 288 ΠΚ). Κατά την κατηγορία αυτή, από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού είχαν διενεργηθεί οι από ...-2017 και 4-12-2017 αυτοψίες στο ανωτέρω κτίριο (που αναφέρονται και στην πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση), με βάση τις οποίες ζητήθηκε, με τα προμνημονευόμενα έγγραφα, από την ιδιοκτήτρια εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΠ ΧΟΤΕΛΣ ΚΟΡΠ ΑΕ", μεταξύ άλλων, η άμεση διενέργεια εργασιών, για την άρση της επικινδυνότητας αυτού, λόγω της ετοιμορροπίας δομικών υλικών και στοιχείων του κτίσματος, αποκολλήσεων τμημάτων των ψευδοροφών, των επιχρισμάτων κλπ, (επιπλέον δε, διενεργήθηκε μία ακόμη αυτοψία στις 5-2-2018, με βάση την οποία ζητήθηκε από την ιδιοκτήτρια εταιρεία η λήψη άμεσων μέτρων για την αποφυγή του κινδύνου πρόκλησης ατυχημάτων στα διερχόμενα πλησίον της οικοδομής πρόσωπα, από την πτώση των διαβρωμένων εξωτερικών επιχρισμάτων και δομικών στοιχείων).

Όμως ο κατηγορούμενος, που ήταν πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλός της, πέραν της τοποθέτησης προστατευτικού σανιδώματος σε σκαλωσιά (χωρίς ωστόσο προηγούμενη έγκριση εκτέλεσης εργασιών από την αρμόδια αρχή), δεν προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες για τον αποκλεισμό, την επισκευή, την αποκατάσταση του κτιρίου και την οριστική άρση της επικινδυνότητάς του, μη αποτρέποντας έτσι τον κοινό κίνδυνο τραυματισμού, που υπήρχε για κάθε διερχόμενο πρόσωπο πλησίον αυτής.

Από την κατηγορία αυτή απαλλάχθηκε ο κατηγορούμενος, διότι, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, αυτός έλαβε προσωρινά μέτρα άρσης της επικινδυνότητας του κτιρίου. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το αδίκημα, για το οποίο απαλλάχθηκε ο κατηγορούμενος πρωτοδίκως, είναι αυτό της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου, το οποίο είναι έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης και στην προκειμένη περίπτωση αφορούσε την υγεία ανθρώπων.

Αντιθέτως, το κρινόμενο έγκλημα στην υπό κρίση υπόθεση, που προσδιορίζεται από τις προμνημονευόμενες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 2 εδάφ. α', 41 παρ. 1 και 67 του ν. 3028/2002, αναφέρεται σε διαφορετικό έννομο αγαθό, ήτοι στην προστασία των μνημείων. Μολονότι οι δύο εκθέσεις αυτοψίας, της ...-2017 και της 4-12-2017, αναφέρονται στην περιγραφή τόσο του υπό κρίση εγκλήματος, όσο και αυτού της παράβασης του άρθρου 288 ΠΚ, για το οποίο είχε απαλλαγεί πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος, ουδεμία έλλειψη ή αντίφαση υπάρχει εξ αυτού στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι στις ανωτέρω δύο εκθέσεις αυτοψίας ενυπάρχουν διακεκριμένες υποχρεώσεις του κατηγορουμένου, που αφορούν τόσο στην υπό κρίση υπόθεση (δηλαδή την προστασία του μνημείου), όσο και στην παράβαση του άρθρου 288 ΠΚ (δηλαδή την παρεμπόδιση αποτροπής κοινού κινδύνου), στο τελευταίο δε αυτό αδίκημα αναφερόταν και η τρίτη ως άνω από 5-2-2018 αυτοψία.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος ουδόλως ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του, που αναφέρονταν στην προστασία του μνημείου. Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης μπορεί να προταθεί "η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171)" κατά δε τη διάταξη του άρθρου 171 εδ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον χάρτη θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.".

Η παραβίαση των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (όπως μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το πδ 76/2022), αλλά και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων Ε.Ε., που έχουν υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.

δ' ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 2/2014, ΑΠ 970/2023, ΑΠ 616/2022, ΑΠ 537/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, μη απαντώντας στον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του, που πρόβαλε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ότι δηλαδή, ενόψει της αθώωσής του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το αδίκημα της παρεμπόδισης αποτροπής κοινού κινδύνου (άρθρ. 288 ΠΚ), με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, έπρεπε να απαλλαγεί και για το αδίκημα του ν. 3028/2003, πέραν της πρόκλησης ανεπάρκειας και αντιφατικότητας στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, παραβίασε και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη. Όμως, όπως προεκτέθηκε, εφόσον ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, η προβαλλόμενη παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη δεν στοιχειοθετεί από μόνη της ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης και, συνεπώς, ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-9-2023 αίτηση του Φ. Π. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2183/2023 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ