Legislator Case Law & Legislation
896/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for lack of legal basis and insufficient reasoning.

Case Number 896/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred in rejecting a claim for damages for defamation, but the Court found the reasoning sufficient. The Court held that the appeal was inadmissible because the lower court properly rejected the defense as an abuse of right and provided adequate grounds for its decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the decision has a legal basis and the reasoning is sufficient, even if the appellate court disagrees with the factual assessment.

Keywords

AI generated
cassation appeal abuse of right defamation damages insufficient reasoning legal basis procedural inadmissibility abuse of process

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2005
OLAP 1/1999
OLAP 44/1990
OLAP 3/1997
AP 622/1983

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 896 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 896/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Μ. του Σ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπασίμο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2.7.2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6871/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3314/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:

α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο.

Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως .μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α' -δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο το ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη.

όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367§2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367§1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367§2, και εν προκειμένω όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ που προαναφέρθηκαν.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει καταφανώς τα όρια, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 16/2006, Ολ.ΑΠ 17/1995). Εκ τούτου παρέπεται ότι, μόνη η ανάκληση της εγκλήσεως εκ μέρους του συκοφαντηθέντος, με βάση την οποία διώχθηκε ποινικά ο δράστης της εις βάρος του συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν καθιστά καταχρηστική την επιδίωξη απ' αυτόν των αστικών του αξιώσεων, μεταξύ των οποίων και της χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του από τη συμπεριφορά του δράστη που συνιστά τη συκοφαντική δυσφήμηση για την οποία διώχθηκε, χωρίς να συντρέχουν και άλλες περιστάσεις, αφού, και χωρίς την έγκληση αυτή και την ποινική δίωξη του δράστη, εκείνος που συκοφαντήθηκε μπορεί να επιδιώξει τις από την πράξη αυτή αστικές του αξιώσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3314/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: " Ο εκκαλών-εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), που είναι Δήμαρχος του Δήμου ..., σε συνέντευξή του, η οποία δημοσιεύθηκε στο φύλλο του μηνός Ιουνίου της τοπικής εφημερίδας του ως άνω Δήμου με τον τίτλο "Η Πόλη μας" ισχυρίσθηκε τα εξής, αναφερόμενος στον εφεσίβλητο-ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο): " Ο Καλούμενος είναι στην ουσία αχυράνθρωπος, δεν είναι επικεφαλής παράταξης, στην ουσία τη διοίκηση της παράταξης την κάνει ο δημοτικός σύμβουλος Κ. (εφεσίβλητος-αντεκκαλών - ήδη αναιρεσίβλητος - ), τον οποίο δημοσίως στο Δημοτικό Συμβούλιο έχω κατηγορήσει, έχω καταγγείλει για υπεξαίρεση σχολικής περιουσίας, του οποίου η συμπεριφορά είναι παραληρηματική πολιτικά και αυτός είναι δυστυχώς ο οποίος κάνει το παιχνίδι στην παράταξη".

Πράγματι δε ο εκκαλών είχε καταγγείλει τον εφεσίβλητο Διευθυντή του 7ου Δημοτικού Σχολείου και δημοτικό σύμβουλο κατά τη συνεδρίαση της 1-4-2003 του Δημοτικού Συμβουλίου του ως άνω Δήμου ότι είχε στείλει ανακοινώσεις του κόμματός του (ΔΗΚΚΙ) σε εφημερίδες και άλλους παραλήπτες με τη χρήση της συσκευής FAX του ως άνω σχολείου.

Κατά την ως άνω συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 1-4-2003 ο εφεσίβλητος διέψευσε τα ως άνω καταγγελόμενα από τον εκκαλούντα εις βάρος του και μάλιστα ανέφερε ονομαστικά το πρόσωπο που είχε αποστείλει τις συνταχθείσες από τον ίδιο ανακοινώσεις από τη συσκευή FAX του σχολείου. Επίσης, μετά τη δημοσίευση της ως άνω συνέντευξης, ο εφεσίβλητος υπέβαλε κατά του εκκαλούντος έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση και εκδόθηκε το υπ' αριθ. 637/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η προσφυγή του τότε κατηγορουμένου και ήδη εκκαλούντος κατά του κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.

Ακολούθως, κατά τη συζήτηση της ως άνω ποινικής υποθέσεως στο ακροατήριο του Εφετείου Αθηνών (Γ' Τριμελούς Πλημμελημάτων), κατά τη συνεδρίαση της 3-6-2005 ο τότε κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών προέβη στην εξής δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου: "Όταν έδωσα την επίμαχη συνέντευξη, πίστευα ότι όσα δήλωσα είναι αληθινά.

Μετά τη δήλωση του εγκαλούντος, ότι δεν έστειλε εκείνος τα επίμαχα FAX, δεν έχω πλέον λόγο να επιμένω και δέχομαι ότι δεν διέπραξε υπεξαίρεση (πέραν του ότι η λέξη υπεξαίρεση ενέχει το στοιχείο της υπερβολής), δοθέντος μάλιστα ότι εξ αρχής δεν είχα την πρόθεση να θίξω την τιμή και την υπόληψή του, αφού είναι έντιμος άνθρωπος και εκπαιδευτικός".

Εξάλλου, ο εκκαλών, αφού έλαβε γνώση της πιο πάνω υποβληθείσας σε βάρος του εγκλήσεως για συκοφαντική δυσφήμηση, απέστειλε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την υπ' αριθ. πρωτ. ΔΗΜ. 100/11-10-2004 μηνυτήρια αναφορά του για την ως άνω καταγγελθείσα απ' αυτόν πράξη της χρήσης της συσκευής FAX από τον ήδη εφεσίβλητο.

Η εν λόγω μηνυτήρια αναφορά κατά του τελευταίου απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 61-2005/15/9Δ/30-5-2005 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεδομένου ότι για τις πράξεις που φερόταν ότι είχε τελέσει ο μηνυόμενος (υπεξαίρεση πράγματος ευτελούς αξίας και απάτη ευτελούς αξίας) δεν είχε υποβληθεί η απαιτούμενη έγκληση μέσα σε τρεις μήνες.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του πιο πάνω δημοσιεύματος με τη συνέντευξη του εκκαλούντος προκύπτει ότι με αυτή παρέχεται η πληροφορία για τον εφεσίβλητο ότι έχει υπεξαιρέσει σχολική περιουσία και μάλιστα έχει καταγγελθεί για τούτο από το εκκαλούντα δημοσίως στο δημοτικό συμβούλιο. Στην εν λόγω συνέντευξη ουδεμία μνεία γίνεται για το ότι η αναφερόμενη υπεξαίρεση αφορούσε στη επικαλούμενη αποστολή από τον εφεσίβλητο των επιστολών προς τρίτους με τη χρήση της συσκευής FAX του Σχολείου, στο οποίο αυτός ήταν Διευθυντής και μέλος της οικείας Σχολικής Επιτροπής, ούτε ακόμη αναφέρεται ότι ο ίδιος είχε αρνηθεί κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου την αποστολή αυτών (επιστολών), καθορίζοντας μάλιστα το πρόσωπο που τις απέστειλε.

Έτσι, εμφάνισε τον εφεσίβλητο σε ευρύ κύκλο προσώπων και συγκεκριμένα των αναγνωστών της παραπάνω εφημερίδας ότι υπεξαίρεσε κινητά πράγματα που ανήκαν στην κυριότητα του σχολείου στο οποίο υπηρετούσε. Επομένως, τα παραπάνω περιστατικά, που ισχυρίσθηκε για τον εφεσίβλητο ο εκκαλών ήταν ψευδή και αυτός, παρά τη γνώση του για την αναλήθειά τους, τα ανέφερε με σκοπό να παρουσιάσει τον πρώτο ως εκπαιδευτικό και άτομο χωρίς ηθική, που μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του.

Επίσης τα πιο πάνω περιστατικά και χαρακτηρισμοί ήσαν ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εφεσίβλητου ως ατόμου και εκπαιδευτικού, η δε προσβολή της προσωπικότητας αυτού υπήρξε σοβαρή, χωρίς να υπάρξει εκ των υστέρων δημοσίευμα αποκαταστατικό της αλήθειας. Επομένως, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος δημάρχου ότι η πιο πάνω αναφορά του στο πρόσωπο του εφεσίβλητου δημοτικού συμβούλου που μάλιστα ασκούσε δημόσιο λειτούργημα έγινε κατά την άσκηση του επιβεβλημένου και νόμιμου καθήκοντος ενημερώσεως των δημοτών επί ενός ζητήματος με μεγάλο ενδιαφέρον και ασκήσεως κριτικής σε δημόσια πρόσωπα καθώς και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ούτε άλλης συναφούς πράξεως, δεν ευσταθούν.

Η πρόθεση του εκκαλούντος ήταν να θίξει την τιμή και την υπόληψη του εφεσίβλητου, ενεργώντας εν γνώσει του ότι τα ως άνω αναφερόμενα στην συνέντευξή του ήσαν ψευδή και βλαπτικά της τιμής και της υπολήψεως αυτού και ως εκ τούτου αποκλείεται η άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, λόγω ασκήσεως νομίμου δικαιώματος.

Επιπλέον, από τα παραπάνω αναφερόμενα προκύπτει, ότι αυτά κατά νόμο και την κοινή αντίληψη ενέχουν καταφρονητική διάθεση σε βάρος του ενάγοντος και χρησιμοποιήθηκαν για να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, προσέβαλαν δε παράνομα την προσωπικότητά του, με συνέπεια αυτός να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη.

Ενόψει, αυτών η καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως ένσταση, που προέβαλε ο εκκαλών-εναγόμενος, ότι η προαναφερόμενη συνέντευξη δεν αποσκοπούσε στη μείωση του εφεσίβλητου, αλλά έγινε για τη διαφύλαξη δικαιώματος και για την εκτέλεση νόμιμου καθήκοντος και ειδικότερα για την ενημέρωση του κοινού (των δημοτών), είναι αβάσιμος στην ουσία του, κατά παραδοχή της από το άρθρο 367 παρ. 2 Π.Κ.

αντενστάσεως του εφεσίβλητου-ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμης. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του εφεσίβλητου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο δε διότι τα επικαλούμενα περιστατικά της ικανοποιήσεως του εφεσίβλητου από τη δήλωση του ίδιου (εκκαλούντος) ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου καθώς και της δημιουργίας πίστης σ' αυτόν ότι ο αντίδικός του θα παραιτηθεί στον μέλλον από τις αστικές αξιώσεις του, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της παρούσας αστικού δικαίου (αστικής φύσεως) αξιώσεως του τελευταίου.

Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι τα αναφερόμενα από τον εκκαλούντα στην πιο πάνω συνέντευξή του δεν αποτελούν απλώς νομικό χαρακτηρισμό της προρρηθείσας συμπεριφοράς του αντιδίκου του, αλλά συνοδεύονταν με την επίκληση του ίδιου του γεγονότος της υπεξαίρεσης εκ μέρους του τελευταίου, το οποίο αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδές".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, ακολούθως δε, μετά την απόρριψη και της αντέφεσης του αναιρεσίβλητου (αναφορικά με το ύψος μόνο της επιδικασθείσης σ' αυτόν πρωτοδίκως χρηματικής ικανοποίησης, η οποία δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω), επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία επεδιώκετο η για την ηθική βλάβη αυτού χρηματική ικανοποίηση, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του με συμπεριφορά του αναιρεσείοντος που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμηση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 του ΠΚ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμησή του και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του και την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσειόντος από τη διάταξη του άρθρου 367 §1 του ΠΚ αλλά και εκείνης από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αντίστοιχα δε την παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσίβλητου από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους του αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ και 361, 362, 363 και 367 ΠΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, σε ότι αφορά τη γνώση του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο που έδωσε την επίμαχη συνέντευξη, στην οποία περιέχονται τα ψευδή γεγονότα που διέδωσε για τον αναιρεσίβλητο, και συγκεκριμένα, ότι έχει υπεξαιρέσει σχολική περιουσία συνισταμένη στην αποστολή από τον εφεσίβλητο των επιστολών προς τρίτους με τη χρήση της συσκευής FAX του Σχολείου, στο οποίο αυτός ήταν Διευθυντής και μέλος της οικείας Σχολικής Επιτροπής, με σαφήνεια και πληρότητα το Εφετείο καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς αυτό, με την παραδοχή ότι είχε προηγηθεί συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου και είχε καθορισθεί από τον αναιρεσίβλητο το πρόσωπο που είχε αποστείλει τις επιστολές αυτές, μέσω του FAX του Σχολείου, σε τρόπον ώστε να μη δικαιολογείται η άγνοια του αναιρεσείοντος ως προς το γεγονός αυτό.

Δεν συνιστά δε αντίφαση στο καταληκτικό αυτό πόρισμα του Εφετείου, η έκθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση της εξέλιξης της ποινικής υποθέσεως για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία παραπέμφθηκε να δικασθεί ο αναιρεσείων ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου, και ειδικότερα η δήλωση που υπέβαλε αυτός στο εν λόγω δικαστήριο, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, προκειμένου ο αναιρεσίβλητος να ανακαλέσει την έγκλησή του.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (πέμπτος), καθώς και οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος, κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων57, 59, 281, 914, 920, 932 του ΑΚ και 361, 362, 363 και 367 ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστα διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς του, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση της επίμαχης συνέντευξής του που δημοσιεύεται στο φύλλο του μηνός Ιουνίου 2004 της τοπικής εφημερίδας του Δήμου ... " Η Πόλη μας", με το να δεχθεί ότι "με αυτή παρέχεται η πληροφορία για τον εφεσίβλητο ότι έχει υπεξαιρέσει σχολική περιουσία και μάλιστα έχει καταγγελθεί για τούτο από τον εκκαλούντα δημοσίως στο δημοτικό συμβούλιο" και ότι "τα αναφερόμενα από τον εκκαλούντα στην πιο πάνω συνέντευξη ...

συνοδεύονταν με την επίκληση του ίδιου του γεγονότος της υπεξαίρεσης ... το οποίο αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδές ...", ενώ από το περιεχόμενο της συνέντευξης αυτής που δημοσιεύεται στην άνω εφημερίδα προκύπτει πως η μόνη πληροφορία, την οποία παρείχε δι' αυτής ήταν ότι σε προηγούμενο χρόνο είχε δημοσίως κατηγορήσει και καταγγείλει τον αναιρεσίβλητο για υπεξαίρεση σχολικής περιουσίας, το οποίο και μόνον ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Από την παραπάνω όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν και κυρίως, ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τις παραπάνω παραδοχές του, συνεκτίμησε το περιεχόμενο στην άνω εφημερίδα δημοσίευμα (συνέντευξη), μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων, τόσον αυτών που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσον και αυτών των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, αφετέρου δε δεν παραμόρφωσε, το δημοσίευμα της ανωτέρω εφημερίδας, που αναφέρεται στην συνέντευξη του αναιρεσείοντος, αλλά απέδωσε σ' αυτήν (συνέντευξη) νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο (εφημερίδα).

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (πρώτος), είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη. (Ολ.ΑΠ 44/1990, Ολ.ΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, συνισταμένη στο ότι, με το να εξακολουθεί ο τελευταίος, μετά την προρρηθείσα δήλωσή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και την ανάκληση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της εγκλήσεώς του, βάσει της οποίας διώχθηκε ποινικά, να επιδιώκει την ένδικη χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του με συμπεριφορά που συνιστούσε την συκοφαντική δυσφήμηση για την οποία διώχθηκε, καθιστά την άσκηση του εν λόγω δικαιώματός του καταχρηστική, δεχόμενο ότι, τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του ισχυρισμού αυτού περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειθετούν κατάχρηση δικαιώματος.

Συνεπώς, ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η πιο πάνω ένσταση ως μη νόμιμη, στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, άλλως ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-09-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3314/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ