Legislator Case Law & Legislation
668/2024 AI generated

Appeal dismissed for procedural defect; defendant appeared but co-accused absent, triggering automatic presence rule under Art. 512 KPoind.

Case Number 668/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the defendant against a lower court's decision to reject her request for mitigation based on a clean prior record. Although the defendant appeared in court, the co-accused who supported the prosecution did not show up, yet the law deemed all parties present when the defendant was present. The court ruled that since no other grounds for review existed, the appeal was procedurally invalid and the lower court's rejection of the mitigation claim stood.

Legislator headnote

AI generated

Art. 512(1)(c) KPoind; Art. 515(2)(a) KPoind: When the appellant appears in court during the appeal hearing but the supporting party does not, the proceedings are conducted as if all parties were present, rendering the absence of the supporting party legally irrelevant.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural defect automatic presence clean prior record mitigation rejection

Cited Legislation

AI generated
Art. 512(1)(c) KPoind
Art. 515(2)(a) KPoind
Art. 510(1)(D)-(E) KPoind
Art. 511 KPoind
Art. 578(1) KPoind

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 668 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 668/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό-Εισηγητή και Παναγιώτα Πασσίση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παππαδά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Φ. Κ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της 939/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Β. Κ. του Ε., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πανταζή Βρυνιώτη, 2. Ι. Σ. του Π., κάτοικο ..., 3. Ν. Σ. του Π., κάτοικο ..., 4. Χ. Χ. του Π., κάτοικο ..., 5. Ν. Μ. του Ι., κάτοικο ... και 6. Χ.-Ι. Μ. του Ν., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. 8456/15-11-2023 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραστάντων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ.

α' του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίστηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου εμφανιστεί ο αναιρεσείων και δεν εμφανιστεί ο υποστηρίζων την κατηγορία, καίτοι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα, η συζήτηση της υπόθεσης διεξάγεται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στο προεισαγωγικό της απόφασης αυτής δικάσιμο (23-1-2024) και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα, εμφανίστηκε και παραστάθηκε νόμιμα η αναιρεσείουσα και η υποστηρίζουσα την κατηγορία Β. Κ. Αντίθετα, δεν παραστάθηκαν και, συνεπώς, θεωρούνται ως δικονομικώς απόντες, οι Ι.

Σ. και Ν. Σ., οι οποίοι είχαν παραστεί ως υποστηρίζοντες την κατηγορία κατά τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι Χ. Χ., Ν. Μ. και Χ.-Ι. Μ., οι οποίοι είχαν παραστεί ως πολιτικώς ενάγοντες κατά τη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καίτοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επίδοσης με ημεροχρονολογίες, 12-12-2023, 12-12-2023, 13-12-2023 της Α.

Σ., Επιμελήτριας του Αρείου Πάγου, 8-12-2023 του Δ. Λ., Ανθυπαστυνόμου του Αστυνομικού Τμήματος Δυτικής Μάνης, 8-12-2023 του Λ. Χ., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, 11-12-2023, 11-12-2023 του Θ. Κ., Ανθυπαστυνόμου Ανθυπαστυνόμου του Αστυνομικού Τμήματος Δυτικής Μάνης, σύμφωνα με τα οποία επιδόθηκε, αντίστοιχα: α) με θυροκόλληση στον τόπο κατοικίας της Ι.

Σ. και με θυροκόλληση στον τόπο κατοικίας του αντικλήτου αυτής δικηγόρου Ηλία Σιδερά, β) στη σύνοικο ενήλικη Β. Σ., μητέρα του Ν. Σ., επειδή δεν βρέθηκε ο ίδιος προσωπικά στον τόπο κατοικίας του, γ) με θυροκόλληση στον τόπο κατοικίας του Χ. Χ. και με θυροκόλληση στον τόπο κατοικίας του αντικλήτου αυτού δικηγόρου Ηλία Σιδερά, δ) στο σύνοικο ενήλικο Γ.

Μ., αδελφό του Ν. Μ., επειδή δεν βρέθηκε ο ίδιος προσωπικά στον τόπο κατοικίας του, ε) στο σύνοικο ενήλικο Γ. Μ., αδελφό του Χ.-Ι. Μ., επειδή δεν βρέθηκε ο ίδιος προσωπικά στον τόπο κατοικίας του, νόμιμα και εμπρόθεσμα, η κλήση 1077/8-12-2023 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προκειμένου οι υποστηρίζοντες την κατηγορία να παραστούν στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο.

Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκαν, καίτοι έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να συνεχιστεί σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Η υπό κρίση από 15-11-2023, με αριθμό 8456/2023, αίτηση της Φ. Κ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 939/21-2-2023 του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 386 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ) και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών ανασταλείσα για τρία (3) έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 92 του Ν.4855/12-11-2021, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Κώδικα, δεδομένου ότι οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου αφού δεν προβλέπεται πλέον ελάχιστο όριο φυλάκισης που προέβλεπε το αντίστοιχο του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης "όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση ... ".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κλπ) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος και του μεταξύ αυτών αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού (ΑΠ 1203/2022).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό 939/21-2-2023, το Γ' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (καταθέσεις των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση και απολογία της κατηγορουμένης), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στις 20.5.2014 η κατηγορουμένη έκανε έναρξη ατομικής επιχείρησης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

με κύρια δραστηριότητα την παροχή συμβουλών στρατηγικής διαχείρισης (με κωδικό ...) καθώς επίσης και δευτερεύουσες δραστηριότητες τις συμβάσεων χρεογράφων και αγαθών, την ασφαλιστική πρακτόρευση και μεσιτεία, την παροχή υπηρεσιών παροχής συμβουλών σε θέματα οικονομικής διαχείρισης (εκτός θεμάτων φορολογίας νομικών προσώπων), την παροχή υπηρεσιών ναυλομεσιτών και τη διαχείριση ακίνητης περιουσίας έναντι αμοιβής ή βάσει σύμβασης (δευτερεύουσες δραστηριότητες με κωδικούς ..., ..., ..., ...

και ...), όπως προκύπτει από το σχετικό έγγραφο προσωποποιημένης πληροφόρησης της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίας Εσόδων, που αφορά την κατηγορούμενη. Την 18η Μαϊου του έτους 2016 η κατηγορουμένη έκανε έναρξη στην αρμόδια Δ.Ο.Υ στο αντικείμενο της υποστήριξης επιχειρήσεων για την ένταξή τους σε αναπτυξιακά προγράμματα (δευτερεύουσα δραστηριότητα με κωδικό αριθμό ...), όπως προκύπτει από το προαναφερθέν έγγραφο της ΑΑΔΕ.

Η κατηγορούμενη ήταν απόφοιτος λυκείου, ενώ στερείτο επαγγελματικής κατάρτισης, αφού δεν είχε αποφοιτήσει από Πανεπιστημιακή σχολή, I.E.Κ. και Κέντρο Ελευθέρων Σπουδών και δεν είχε παρακολουθήσει μεταλυκειακά μαθήματα σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή σχολή (δεν προσκόμισε κανένα σχετικό έγγραφο). Ισχυρίστηκε κατά την απολογία της ότι τη χρονική περίοδο 2015 - 2016 παρακολούθησε δύο σεμινάρια, χωρίς όμως να αναφέρει το αντικείμενο των σεμιναρίων αυτών και χωρίς να προσκομίσει σχετικές βεβαιώσεις παρακολούθησης των σεμιναρίων.

Επίσης ισχυρίστηκε ότι είχε οικονομολόγους συνεργάτες τα ονόματα όμως των οποίων δεν ανέφερε και τους οποίους δεν πρότεινε ως μάρτυρες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε στο δικαστήριο τούτο. Η δηλωθείσα από αυτή επαγγελματική έδρα ήταν αρχικά στον ... κατόπιν στο ..., επί της οδού ... και στη συνέχεια επί της οδού ...

και εν τέλει στη ..., στην οδό ... Η κατηγορούμενη προσκόμισε στο δικαστήριο αυτό τρεις συνολικά εκθέσεις επιτροπής αξιολόγησης που αφορούν την ένταξη στον αναπτυξιακό νόμο, από τις οποίες δύο εκθέσεις είναι της ΔΙΑΠ Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και μία της ΔΙΑΠ Περιφέρειας Κρήτης, με ημερομηνίες υποβολής Επιτροπής Αξιολόγησης 14.12.2021, 23.7.2021 και 13.12.2021.

Οι εκθέσεις αυτές, οι οποίες αφορούν φακέλους, για τους οποίους, όπως φαίνεται στο κείμενο τους, αμείφθηκε η κατηγορούμενη από τους επενδυτικούς φορείς που αιτήθηκαν επιχορηγήσεις, απέχουν μεγάλο διάστημα, περισσότερο από τέσσερα χρόνια, από τη χρονική περίοδο κατά την οποία η φέρεται ότι τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, δηλαδή από τα μέσα του έτους 204 έως το φθινόπωρο του 2016.

Τον Ιούλιο του 2016 η Α. Π., πληροφορήθηκε από την Ε. Σ., με την οποία συνδεόταν φιλικά, ότι η τελευταία είχε γνωρίσει μέσω της δικηγόρου της Βάϊας Καλαθά την κατηγορουμένη, που ασχολούνταν με προγράμματα ΕΣΠΑ. Έτσι αποφάσισε να βοηθήσει τη θυγατέρα της Α.-Π. Π., η οποία ήταν άνεργη, και τη νύφη της, Ε. Κ., άνεργη, για την ένταξη τους στο πρόγραμμα για τις "Νεοφυείς επιχειρήσεις" του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Ειδικότερα, η θυγατέρα της Α. Π. ενδιαφέρονταν για τη δημιουργία επιχείρησης- καταστήματος βιολογικών προϊόντων και η νύφη της Ε. Κ. για επιχείρηση κομμωτηρίου σκύλων. Κατόπιν τούτου η κατηγορούμενη συναντήθηκε με την Α. Π., που ενεργούσε για λογαριασμό της κόρης της, και την Ε. Κ. στην οικία της πρώτης από αυτές στο ..., συνοδευόμενη από μία κοπέλα, που σύστησε ως γραμματέα της.

Η κατηγορουμένη στη διάρκεια της μεταξύ τους συζήτησης παρέστησε στις ανωτέρω ότι τυγχάνει πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης και έχει εξειδίκευση στα προγράμματα ΕΣΠΑ. Οι ανωτέρω, πεισθείσες στις διαβεβαιώσεις της, της ανέθεσαν την υποβολή φακέλων για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης που ενδιέφερε καθεμία από αυτές.

Η κατηγορουμένη τις διαβεβαίωσε ότι τα επιχειρηματικά προγράμματα που τις ενδιέφεραν επρόκειτο να βγουν τον Σεπτέμβριο του έτους 2016 και ότι τον Νοέμβριο του έτους αυτού θα μπορούσαν να συστήσουν τις επιχειρήσεις τους. Με τον τρόπο αυτό τις έπεισε να της καταβάλλουν ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα τις προσέφερε, 1.500 ευρώ η καθεμία, ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτήν με κατάθεση σε τραπεζικό της λογαριασμό τον Ιούλιο του 2016 από την Α.

Π. για λογαριασμό της κόρης της Α.-Π. Π. και στις 5 Ιουλίου του 2016 από την Ε. Κ. Επίσης η Α. Π. ανέθεσε στην κατηγορουμένη την υποβολή φακέλου για την ίδια για το πρόγραμμα "εξοικονομώ κατ' οίκον" και κατέβαλε στην κατηγορουμένη στις 13 Ιουλίου του 2016 ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα της προσέφερε 300 ευρώ. Τον Σεπτέμβριο του 2016 η Α.

Π. επισκέφθηκε ένα ξενοδοχείο στο Μεταξουργείο Αττικής, προκειμένου να παρακολουθήσει μια ημερίδα σχετικά με τα θέματα διαχείρισης του ΕΣΠΑ, όπως της είχε αναφέρει η κατηγορουμένη. Παρά ταύτα, κατά την άφιξη της στο ξενοδοχείο πληροφορήθηκε ότι δεν είχε διοργανωθεί καμία ημερίδα. Στη συνέχεια η ανωτέρω εγκαλούσα δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από την Β.

Κ., η οποία της ανέφερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση υλοποίησης των προγραμμάτων ΕΣΠΑ. Κατόπιν τούτου, η Α. Π. μαζί με τη μητέρα της Ε. Χ. μετέβησαν στο Υπουργείο Ανάπτυξης, όπου πληροφορήθηκαν ότι τα προγράμματα που κατά τα ανωτέρω είχε αναλάβει να υλοποιήσει η κατηγορουμένη δεν υπήρχαν, ότι τα προγράμματα του ΕΠΣΑ δεν υλοποιούνταν βάσει των έντυπων αιτήσεων που είχε δώσει η κατηγορουμένη στην Α.- Π.

Π. (η εν λόγω αντισυμβαλλόμενη ουδέποτε συναντήθηκε με την κατηγορουμένη, αλλά όλες οι συζητήσεις γίνονταν με τη μεσολάβηση της μητέρας της, η οποία της εγχείρισε και το σχετικό έντυπο προς υπογραφή) και την Ε. Κ., οι οποίες επιδείχθηκαν σε υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης. Επίσης το όνομα της κατηγορουμένης ήταν άγνωστο στους υπαλλήλους του Υπουργείου, στους οποίους απευθύνθηκαν οι ανωτέρω, ενώ μεταγενέστερα η κατηγορούμενη δήλωσε στην Α.

Π. ότι ήταν η καλύτερη οικονομική σύμβουλος του Υπουργείου. Η εγκαλούσα Α. Π. μετά την ανωτέρω πληροφόρησή της επικοινώνησε με την κατηγορουμένη και αξίωσε να της επιστραφούν τα χρήματα που της είχε καταβάλλει. Η κατηγορούμενη δεν επέστρεψε τα χρήματα στην Α. Π. και της είπε ότι τα προγράμματα επρόκειτο σε σύντομο χρόνο να ξεκινήσουν και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 2016.

Μετά την καταγγελία σε βάρος της κατηγορουμένης στην ΓΑΔΑ, η τελευταία δεν επέστρεψε τα ανωτέρω χρήματα που της είχαν καταβληθεί. Η Ε. Χ. γνώρισε την κατηγορουμένη στις αρχές του καλοκαιριού του 2016 μέσω συγγενικού της προσώπου και δη της Ε. Σ., πρώτης εξαδέλφης της μητέρας της. Η ανωτέρω εγκαλούσα συναντήθηκε με την κατηγορουμένη, η οποία την επισκέφθηκε στην οικία της, οπότε η κατηγορούμενη της συστήθηκε ως οικονομική σύμβουλος.

Αντικείμενο της συζήτησης τους ήταν ένα μικρού ύψους πρόγραμμα χρηματοδότησης, για το οποίο η κατηγορουμένη την διαβεβαίωσε ότι είχε παρέλθει η προθεσμία υποβολής αιτήσεων, επρόκειτο να ξανανοίξει, παράσταση που δεν αποδείχθηκε αληθές. Η ανωτέρω εγκαλούσα είπε στην κατηγορούμενη ότι ενδιαφέρονταν να δημιουργήσει μια ξενοδοχειακή μονάδα στην πόλη της Τήνου μέσω της ένταξης της στα αναπτυξιακά προγράμματα του νόμου 4399/2016.

Η κατηγορουμένη την διαβεβαίωσε ότι είχε γνωριμίες, ότι είχε ασχοληθεί με τα προγράμματα αυτά στο παρελθόν και οι υποβληθέντες από αυτή φάκελοι χρηματοδότησης είχαν εγκριθεί. Έτσι την έπεισε να της καταβάλλει ως αμοιβή της για τη σύνταξη και την υποβολή του φακέλου συνολικά το χρηματικό ποσό των 27.550, από τα οποία στις το ποσό των 1.550 ευρώ, την 23.09.2016 το ποσό των 6.000 ευρώ, την 14.10.2016 το ποσό των 7.000 ευρώ, την 10.11.2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, την 15.11.2016 το ποσό των 10.000 ευρώ και την 30.06.2017 το ποσό των 1.000 ευρώ δια της Ε.

Χ. Η ανωτέρω εγκαλούσα υπέγραψε την από 22.9.2016 σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών με την κατηγορουμένη, έδωσε σε αυτή κάποια έγγραφα προς υπογραφή και τη φορολογική της ενημερότητα. Η ανωτέρω εγκαλούσα διαπίστωσε κατά τη μελέτη του αναπτυξιακού νόμου ότι η αγορά οικοπέδου για την ανέγερση της ξενοδοχειακής μονάδας δεν επιδοτείτο σύμφωνα με το νόμο 4399/2016, παρά το γεγονός ότι η κατηγορουμένη την είχε διαβεβαιώσει για το αντίθετο.

Κατόπιν τούτου η εγκαλούσα μετέβη στην Τήνο για να βρει οικόπεδο προς αγορά, κατάλληλο για την επιχείρηση της, (οι προηγούμενες επισκέψεις στο νησί είχαν γίνει από τη μητέρα της εγκαλούσας, διότι η εγκαλούσα ήταν έγκυος). Η ανεύρεση κατάλληλου οικοπέδου για αγορά δεν κατέστη εφικτή, διότι το χρονικό διάστημα που είχε στη διάθεση της για τον σκοπό αυτό ήταν μικρό και διότι δεν διέθετε το χρηματικό ποσό για την αγορά οικοπέδου, λαμβανομένου υπόψιν ότι το κόστος μίας τέτοιας αγοράς ήταν, όπως διαπίστωσε, πολύ υψηλό, ενώ η ενοικίαση ακινήτου για την στέγαση της ξενοδοχειακής επιχείρησης δεν περιλαμβάνονταν στα επιχειρηματικά της σχέδια.

Για τον λόγο αυτό αξίωσε από την κατηγορουμένη την επιστροφή του χρηματικού ποσού που της είχε καταβάλει ως αμοιβή. Η κατηγορούμενη δεν της επέστρεψε το ποσό αυτό, αφού στο μεταξύ διακόπηκε από τα μέσα Δεκεμβρίου 2016 η μεταξύ τους επικοινωνία, καθότι η κατηγορουμένη σταμάτησε να απαντά στις κλήσεις της εγκαλούσας.

Η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ότι δεν επέστρεψε τα χρήματα, διότι είχε φτιάξει φάκελο και είχε προβεί στις ενέργειες βάσει της σύμβασης που είχε υπογράψει με την ανωτέρω εγκαλούσα, για τις οποίες δικαιούνταν αμοιβή, πλην όμως δεν προσκόμισε στοιχείο αποδεικτικό του ισχυρισμού της αυτού. Το 2015 η εγκαλούσα Ε.

Π. γνώρισε την κατηγορουμένη μέσω του Ν. Σ. Η εγκαλούσα, γεωπόνος το επάγγελμα, ενδιαφέρονταν να ξεκινήσει μια εταιρία έργων πρασίνου (κηποτεχνική). Συναντήθηκε με την κατηγορούμενη στο γραφείο της στο ..., όπου συζήτησαν για τα επιδοτούμενα προγράμματα. Η κατηγορουμένη συστήθηκε στην εγκαλούσα ως οικονομική σύμβουλος και την πληροφόρησε ότι υπήρχαν κατά το χρόνο εκείνο τρία επιδοτούμενα προγράμματα για τον τομέα επιχειρηματικής δράσης που ενδιαφέρονταν, το πρώτο με επιδότηση μέχρι 25.000 ευρώ, το δεύτερο με επιδότηση μέχρι 60.000 ευρώ και το τρίτο μέχρι 100.000 ευρώ.

Η εγκαλούσα, η οποία ήθελε να αγοράσει γεωργικά μηχανήματα και λοιπό εξοπλισμό για την επιχείρησή της, εκδήλωσε ενδιαφέρον για το μέγιστο ποσό επιδότησης, ήτοι για το ποσό των 100.000 ευρώ. Η κατηγορουμένη τη διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να υποβάλει φάκελο για το πρόγραμμα αυτό, της είπε ότι η αμοιβή της ήταν ανάλογη της διαβάθμισης των προγραμμάτων και συγκεκριμένα ότι για τα 25.000 χιλιάδες ευρώ η αμοιβή της ήταν 1.500 ευρώ, για τα 60.000 χιλιάδες ευρώ ήταν 3.500 ευρώ και για τα 100.000 ευρώ ήταν 7.000 ευρώ.

Έτσι έπεισε την εγκαλούσα να της καταβάλει ως αμοιβή με τον φ.π.α. 7.000 ευρώ για τη σύνταξη και την υποβολή του φακέλου για το πρόγραμμα των 100.000 ευρώ. Η καταβολή αυτή έλαβε χώρα στις 5.11.2015, οπότε υπέγραψαν σύμβαση συμβουλευτικής υποστήριξης στη δημιουργία και διαχείριση φακέλου επιδότησης ΣΕΣ (πρώην ΕΣΠΑ).

Το ανωτέρω δε ποσό των 7.000 ευρώ καταβλήθηκε από την εγκαλούσα εφάπαξ και όχι τμηματικά παρά το γεγονός ότι βάσει της σύμβασης η εγκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει το ήμισυ της αμοιβής προκαταβολικά και το λοιπό με την κατάθεση όλων των δικαιολογητικών, η κατηγορουμένη απαίτησε να κατατεθεί το σύνολο του ποσού εξαρχής.

Την περίοδο εκείνη η εγκαλούσα ενδιαφέρθηκε να νοικιάσει οικόπεδο για να τοποθετήσει σε αυτό το κοντέινερ που διέθετε, ενέργεια για την οποία απαιτείτο οικοδομική άδεια. Για τον λόγο αυτό έλαβε προσφορά από πολιτικό μηχανικό, ο οποίος της ζήτησε 7.000 ευρώ για την έκδοσή της. Όταν το ανέφερε στην κατηγορουμένη, η τελευταία της είπε ότι δήθεν είχε έναν γνωστό στο Υπουργείο που θα τη βοηθούσε να βγάλει οικοδομική άδεια με λιγότερα χρήματα και της ζήτησε για την έκδοση της άδειας 3.000 ευρώ, ποσό που η εγκαλούσα της κατέβαλε την 28.01.2016 (ωστόσο η ανωτέρω παράσταση ψευδών γεγονότων δεν περιλαμβάνεται στην ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της κατηγορουμένης).

Επίσης η ανωτέρω εγκαλούσα υπέγραψε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο εξουσιοδότησε την κατηγορουμένη να προβεί στις σχετικές ενέργειες στο όνομα και για λογαριασμό της. Το πρόγραμμα που ενδιέφερε την εγκαλούσα άνοιξε την άνοιξη του 2016 και τον Μάιο του έτους αυτού επικοινώνησε με αυτή κάποιος που της συστήθηκε ο συνεργάτης της κατηγορουμένης και τη ρώτησε κάποιες πληροφορίες και προσωπικά στοιχεία για να τα καταχωρίσει στην αίτηση, η οποία υποβλήθηκε ηλεκτρονικά στις 24.5.2016.

Στη διάρκεια του καλοκαιριού η εγκαλούσα επικοινώνησε κατ' επανάληψη με την κατηγορουμένη, η οποία τη διαβεβαίωνε ότι ο φάκελος της είχε υποβληθεί και ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Το Σεπτέμβριο του έτους 2016 η κατηγορουμένη απέστειλε στην εγκαλούσα το φάκελο που είχε κατατεθεί σε ψηφιακή μορφή, οπότε η εγκαλούσα διαπίστωσε ότι το ποσό της αιτούμενης επιδότησης δεν ήταν 100.000 ευρώ, αλλά 60.000 ευρώ.

Η εγκαλούσα επικοινώνησε με την κατηγορουμένη, η οποία τη διαβεβαίωσε ότι είχε διασυνδέσεις στο Υπουργείο και ότι θα ζητούσε επέκταση του ποσού της επιδότησης στην συνέχεια, ενώ όσον αφορά την οικοδομική άδεια τη διαβεβαίωσε ότι το θέμα είχε τακτοποιηθεί και ότι το σχετικό έγγραφο είχε συμπεριληφθεί στο φάκελο της.

Η εγκαλούσα δεν πείστηκε από τα λεγάμενα της κατηγορουμένης και, όταν ζητούσε από την κατηγορούμενη λεπτομέρειες, αυτή απαντούσε αόριστα. Γι' αυτό όταν η εγκαλούσα ζήτησε η ίδια να μάθει την πορεία του φακέλου της από την αρμόδια κρατική υπηρεσία, έμαθε ότι το αίτημα της είχε απορριφθεί, διότι το πρόγραμμα αφορούσε καινοτομία που δεν διέθετε, γεγονός που η κατηγορουμένη της είχε αποσιωπήσει, διότι δεν το γνώριζε.

Το 2015 η Β. Κ., συνταξιούχος δικηγόρος, μέσω της νύφης της Δ. Τ. γνώρισε την κατηγορουμένη. Η κατηγορουμένη διέμενε σε διαμέρισμα πάνω από το φαρμακείο που διατηρεί η Δ. Τ., στην οποία είπε ότι είναι πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης για θέματα Ε.Σ.Π.Α., ότι βγάζει προγράμματα ΕΣΠΑ και ότι μπορούσε να τη βοηθήσει να επιδοτηθεί για το ποσό των 100.000 ευρώ.

Η Δ. Τ. την παρέπεμψε στην πεθερά της, Β. Κ., στην οποία η κατηγορούμενη είπε ότι είναι πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης για θέματα Ε.Σ.Π.Α., ότι βγάζει προγράμματα ΕΣΠΑ, ότι έχει υψηλές γνωριμίες σε διάφορους φορείς (Υπουργείο Ανάπτυξης, ασφαλιστικά ταμεία) και μπορεί να βοηθήσει με τα εν λόγω προγράμματα.

Η κατηγορούμενη έπεισε την εγκαλούσα να της καταβάλει στις 19.06.2015 από δικά της χρήματα, το ποσό των 2.500 ευρώ σε μετρητά για την ένταξη της επιχείρησης της νύφης της σε πρόγραμμα και την επιδότηση της με το ποσό των 100.000 ευρώ. Το ποσό αυτό η κατηγορουμένη το ζήτησε ως προκαταβολή της αμοιβής της καθώς και για να δώσει αμοιβή στους συνεργάτες της που θα βοηθούσαν να βγει το πρόγραμμα.

Μετά την καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού η κατηγορουμένη διαβεβαίωνε την ανωτέρω εγκαλούσα ότι οι διαδικασίες προχωρούν και ότι τα προγράμματα αλλάζουν. Η εγκαλούσα πείσθηκε για αυτό, διότι η κατηγορουμένη κατά διαστήματα ζητούσε από τη νύφη της διάφορα έγγραφα και δικαιολογητικά. Επίσης η εγκαλούσα κατέβαλε στην κατηγορουμένη από δικά της χρήματα στις 1-4-2016 το ποσό των 600 ευρώ και στις 09.05.2016 το ποσό των 600 ευρώ, δηλαδή συνολικά 1.200 ευρώ για λογαριασμό του Ι.

Κ., ανιψιού της, προκειμένου η κατηγορούμενη να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση προγράμματος ΕΣΠΑ για ανέργους και να μεσολαβήσει μέσω των γνωριμιών που κατά δήλωση της είχε για τη διαγραφή του χρέους του στο ΤΕΒΕ. Επίσης η εγκαλούσα κατέβαλε από δικά της χρήματα το καλοκαίρι του έτους 2016 για λογαριασμό του Κ.

Κ. χίλια (1.000) ευρώ στην κατηγορούμενη, προκειμένου η τελευταία να μεσολαβήσει μέσω των γνωριμιών που δήθεν διέθετε για τη διαγραφή του χρέους του Κ. Κ. στο ΤΕΒΕ και στις 21.07.2015 διακόσια (200) ευρώ για λογαριασμό του Γ. Κ., με τον οποίο η εγκαλούσα ήταν γείτονας και τον οποίο ήθελε να διευκολύνει, προκειμένου να βγάλει για λογαριασμό του πρόγραμμα ΕΣΠΑ.

Παρά ταύτα, η κατηγορουμένη δεν προέβη σε καμία ενέργεια για τη σύνταξη και την υποβολή πρότασης: α) για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης της Δ. Τ., νύφης της εγκαλούσας, β) για την ένταξη του ανιψιού της Ι. Κ. σε πρόγραμμα χρηματοδότησης για ανέργους, γ) για την ένταξη του γείτονα της Γ. Κ. στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ, για το οποίο αυτός είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον και δ) για τη διευθέτηση της οικονομικής εκκρεμότητας του Κ.

Κ. με τον ασφαλιστικό του φορέα (ωστόσο η παράσταση της κατηγορουμένης ότι διέθετε γνωριμίες για τη διαγραφή του χρέους του Κ. Κ. στο ΤΕΒΕ, η οποία δεν ήταν αληθής, δεν περιλαμβάνεται στην ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της κατηγορουμένης). Η κατηγορουμένη, απολογούμενη δεν αμφισβήτησε τη γνωριμία της με την Β.

Κ., το γεγονός ότι η Β. Κ. την συνέστησε στους ανωτέρω και τις προαναφερθείσες χρηματικές καταβολές σε αυτήν. Περαιτέρω ισχυρίστηκε: α) όσον αφορά τον Ι. Κ. ότι δεν υπήρχε πρόγραμμα για ανέργους και ότι η μεσολάβηση της αφορούσε στην ένταξη του στο πρόγραμμα νεοφυούς επιχειρηματικότητας, χωρίς όμως να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο για σχετικές της ενέργειες για λογαριασμό του ανωτέρω, β) όσον αφορά τη Δ.

Τ. ότι ήθελε να φτιάξει φαρμακευτικές κρέμες, ότι πληροφόρησε την τελευταία πως για τη δράση αυτή απαιτείτο άδεια και ότι επειδή δεν καλυπτόταν από την άδεια φαρμακείου η ανωτέρω της ζήτησε να σταματήσει τη διαδικασία της επιδότησης της. Η κατηγορουμένη συνήψε με τη Β. Κ. το από 10.2.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό, από το οποίο προκύπτει ότι μέχρι τότε η κατηγορούμενη είχε καταβάλει στη Β.

Κ. 5.200 ευρώ, και στη συνέχεια της κατέβαλε 1.700 ευρώ στις 18.2.2017 και 1.055 ευρώ στις 11.3.2017. Η οφειλή που η κατηγορούμενη αναγνώρισε το ανωτέρω συμφωνητικό προς τη Β. Κ. ανερχόταν σε 12.200 ευρώ για διάφορες αιτίες, που ως τέτοιες αναφέρονται ενδεικτικά και όχι περιοριστικά άτοκο δάνειο και αμοιβές της κατηγορουμένης για υπηρεσίες που παρέσχε.

Ο Σ. Κ., σκηνογράφος και πτυχιούχος του Πανεπιστημίου με εξειδίκευση στις νέες τεχνολογίες, πληροφορήθηκε για την επαγγελματική δραστηριότητα της κατηγορουμένης μέσω της θείας του Ι. Σ. Τον Νοέμβριο του 2015 συναντήθηκε με την κατηγορούμενη στο γραφείο της στο Παγκράτι Αττικής, όπου ο εγκαλών την ενημέρωσε πως ενδιαφέρονταν να δημιουργήσει ένα τεχνολογικό πάρκο.

Η κατηγορουμένη συστήθηκε στον εγκαλούντα ως σύμβουλος επιχειρήσεων και τον διαβεβαίωσε ότι έχει τη δυνατότητα να προωθήσει σχετικά προγράμματα για χρηματοδότηση, ο δε εγκαλών, ο οποίος δεν είχε εμπειρία σχετική με τις επιχειρήσεις, πεισθείς στις διαβεβαιώσεις της, συμφώνησε να της αναθέσει τη σύνταξη και την υποβολή φακέλου στο όνομα του για αναπτυξιακό πρόγραμμα με χρηματοδότηση 800.000 ευρώ, καθότι, όπως του ανέφερε η τελευταία, η επιχειρηματική δράση που επιθυμούσε να επιδοτηθεί είχε πολλές απαιτήσεις.

Επίσης ο εγκαλών συμφώνησε να της καταβάλει ως αμοιβή 25.000 ευρώ, από τα οποία η κατηγορουμένη αξίωσε άμεσα ως προκαταβολή το ποσό των 13.000 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι τα προγράμματα έκλειναν και επρόκειτο να αποκλειστεί, εάν δεν υποβαλόταν άμεσα φάκελος. Ο εγκαλών κατέβαλε στην κατηγορούμενη τμηματικά και συγκριμένα στις 06.11.2015 οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ, στις 09.11.2015 τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και στις 29.12.2015 δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κατόπιν τούτων υπέγραψαν συμφωνητικό για τα ανωτέρω συμφωνηθέντα και συναντήθηκαν με την παρουσία τρίτου ατόμου, που τού συστήθηκε ως εργολάβος, διότι η κατηγορουμένη είχε διαβεβαιώσει τον εγκαλούντα ότι είχε δικούς της εργολάβους και ότι θα διεκπεραίωνε με τον τρόπο αυτό συντομότερα τις διαδικασίες.

Μετά τις ανωτέρω καταβολές ο εγκαλών ήλθε σε επαφές με άλλους επιχειρηματίες- τεχνολόγους, οι οποίοι είχαν ήδη εταιρίες και πληροφορήθηκε από τον σύμβουλο επιχειρήσεων που του συνέστησαν ότι δεν μπορούσε να λάβει χρήματα από τον αναπτυξιακό νόμο, διότι δεν είχε τα αναγκαία προαπαιτούμενα και δη εταιρία και έσοδα από την εταιρία αυτή, τα οποία θα εγγυόνταν ότι το ποσό που θα λάμβανε θα χρησιμοποιείτο σε επένδυση που θα του απέφερε επιπλέον έσοδα, προϋποθέσεις τις οποίες η κατηγορουμένη δεν του ανέφερε, διότι δεν τις γνώριζε.

Περί τα τέλη του έτους 2016 ο εγκαλών και η κατηγορούμενη υπέγραψαν συμφωνητικό, με το οποίο η τελευταία δέχθηκε να του επιστρέφει το ποσό της προκαταβολής μέχρι το Μάιο του έτους 2017, πλην του ποσού των 1.000 ευρώ που συμφώνησαν να κρατήσει για τον κόπο της, πλην όμως η κατηγορουμένη δεν τήρησε την υπόσχεση της αυτή.

Η Ι. Σ. και ο Ν. Σ., αδέλφια, εργάζονται η πρώτη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και ο δεύτερος ως τεχνικός αεροσκαφών στην Πολεμική Αεροπορία. Οι ανωτέρω εγκαλούντες γνώρισαν την κατηγορουμένη μέσω φιλικού τους προσώπου τον Ιούνιο του 2015 σε καφετέρια στην περιοχή του Χίλτον, όπου η κατηγορουμένη, αναφερόμενη στην επαγγελματική της δραστηριότητα, τους συστήθηκε ως σύμβουλος;

προγραμμάτων ΕΣΠΑ και προγραμμάτων αναπτυξιακού νόμου και ότι διατηρούσε ατομική επιχείρηση-γραφείο και ότι είχε υψηλές γνωριμίες στο Υπουργείο Ανάπτυξης για την προώθηση των φακέλων των ανωτέρω προγραμμάτων. Οι εγκαλούντες στη διάρκεια της συζήτησης ανέφεραν ότι η μητέρα τους κατάγεται από τη Δυτική Μάνη και ότι ήταν ιδιοκτήτρια εκτάσεων στην περιοχή αυτή.

Η κατηγορουμένη πρότεινε την καλλιέργεια βιολογικής ρίγανης με επιδότηση από πρόγραμμα ΕΣΠΑ. Οι εγκαλούντες συζήτησαν με τη μητέρα τους και μερικές μέρες αργότερα επισκέφθηκαν την κατηγορουμένη στην επαγγελματική της έδρα στον ..., όπου η κατηγορουμένη, με την ανωτέρω ιδιότητα που είχε συστηθεί στους εγκαλούντες, τους διαβεβαίωσε ότι η μητέρα τους μπορούσε να επιδοτηθεί μέσω των προγραμμάτων ΕΣΠΑ με το ποσό των 150.000-180.000 ευρώ για την αξιοποίηση των εκτάσεων της με την καλλιέργεια βιολογικής ρίγανης.

Στις 15.07.2015 η κατηγορούμενη υπέγραψε σύμβαση συμβουλευτικής υποστήριξης με τη Β. Σ. Στην ανωτέρω συνάντηση η κατηγορουμένη διαβεβαίωσε τους εγκαλούντες ότι τα προγράμματα την περίοδο εκείνη ήταν κλειστά και ότι έπρεπε να γίνουν οι απαιτούμενες διαδικασίες για την συμπλήρωση που φακέλου που επρόκειτο να υποβληθεί, ώστε να ήταν έτοιμη μόλις θα άνοιγαν τα προγράμματα ΕΣΠΑ.

Αξίωσε προκαταβολικά την αμοιβή αυτής και του συνεργάτη της στο Υπουργείο Ανάπτυξης, ονόματι Π. Κ. Η αμοιβή που ζήτησε η κατηγορουμένη για το φάκελο ήταν 2.500 ευρώ, τα οποία οι εγκαλούντες, ενεργώντας για λογαριασμό της μητέρας τους, της κατέβαλαν και συγκεκριμένα στις 17.07.2015 κατέβαλαν 1.500 ευρώ και στις 21.07.2015 κατέβαλαν 1.000 ευρώ.

Η κατηγορουμένη ζήτησε από τους εγκαλούντες για το φάκελο του προγράμματος φορολογική ενημερότητα της Β. Σ., την οποία η τελευταία δεν μπορούσε να εκδώσει, λόγω οφειλής στο Δημόσιο από φόρο κληρονομιάς. Η κατηγορουμένη παρέστησε ψευδώς στους εγκαλούντες ότι ο αδελφός του συνεργάτη της εργαζόταν στο Υπουργείο Οικονομικών και ότι μπορούσε να διευθετήσει τη έκδοση φορολογικής ενημερότητας στη μητέρα τους, λόγο για τον οποίο η κατηγορούμενη ζήτησε και έλαβε από τους ανωτέρω εγκαλούντες 3.500 ευρώ στις 29.07.2015 (ωστόσο η ανωτέρω παράσταση ψευδών γεγονότων δεν περιλαμβάνεται στην ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε .βάρος της κατηγορουμένης).

Τον Αύγουστο του 2015 η κατηγορουμένη και μία κυρία, εργαζόμενη στην εταιρία TUV HELLAS, εταιρία πιστοποίησης βιολογικών προϊόντων, επισκέφτηκαν τις εκτάσεις της Β. Σ. στη Δυτική Μάνη και βεβαίωσαν τους εγκαλούντες ότι το χώμα ήταν καλής ποιότητας και κατάλληλο για καλλιέργεια. Κατόπιν τούτου, η κατηγορουμένη έπεισε τους εγκαλούντες ότι μπορούσε να συντάξει και να υποβάλει αίτηση για την έγκριση μεγαλύτερου προγράμματος όχι μέσω ΕΣΠΑ, αλλά μέσω του αναπτυξιακού νόμου και αναφέρθηκε αρχικά σε πρόγραμμα ύψους 2.800.000.000 ευρώ, για το οποίο αξίωσε αμοιβή 23.000 ευρώ και στη συνέχεια 3.200.000 ευρώ, για το οποίο αξίωσε αμοιβή 25.000 ευρώ και για το οποίο τελικά υπέγραψε νέα σύμβαση με τη Β.

Σ. Η κατηγορουμένη με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις περί της δυνατότητας υπαγωγής της Β. Σ. στο πρόγραμμα του αναπτυξιακού νόμου και επιπλέον λέγοντας ότι τα χρήματα έπρεπε να δοθούν προκαταβολικά, ώστε να είναι έτοιμος ο φάκελος προς υποβολή κατά το άνοιγμα των προγραμμάτων του αναπτυξιακού νόμου, έπεισε τους εγκαλούντες να της καταβάλουν την 03.09.2015 το ποσό των 500 ευρώ, την 04.09.2015 το ποσό των 9.500 ευρώ, την 07.10.2015 το ποσό των 4.000 ευρώ, την 17.12.2015 το ποσό των 8.500 ευρώ, την 05.03.2016 το ποσό των 492 ευρώ και την 22.04.2016 το ποσό των 2000 ευρώ.

Μετά τις ανωτέρω καταβολές οι εγκαλούντες, ενεργώντας για λογαριασμό της μητέρας τους έλαβαν προσφορές για τη διάνοιξη αγροτικού δρόμου, προσφορές - προτιμολόγια για την αγορά αγροτικού οχήματος, κατέβαλαν στην εταιρία TUV HELLAS 567,92 ευρώ για τη λήψη πιστοποίησης καλλιέργειας βιολογικών προϊόντων, μίσθωσαν για πέντε (05) χρόνια αντί μηνιαίου μισθώματος 1.500 ευρώ αγροτική έκταση, διότι σύμφωνα με όσα ανέφερε η κατηγορουμένη για την υπαγωγή στον αναπτυξιακό νόμο απαιτείτο μεγαλύτερη εδαφική έκταση για καλλιέργεια, κατέβαλαν 492 ευρώ για τη σύνταξη τοπογραφικών των εκτάσεων στη Δυτική Μάνη, συζήτησαν με εκπροσώπους της εταιρίας ΒΙΩΜΑ σχετικά με τις αναγκαίες εργασίες στα κτήματα (καθάρισμα, φύτεμα), η δε κατηγορουμένη διαβεβαίωνε αυτούς ότι το πρόγραμμα δεν είχε ανοίξει ακόμα και ότι η διαδικασία προχωρούσε κανονικά, ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του προγράμματος προτίθετο να επιστρέφει τα χρήματα που είχε λάβει και ότι η μητέρα τους, η οποία το έτος 2015 ήταν 77° ετών, μπορούσε με τη μεσολάβηση της και με τη βοήθεια των γνωστών που είχε σε τραπεζικούς φορείς να λάβει δάνειο για την επένδυση ως προς το ποσό που χρειάζονταν πλέον της επιδότησης του αναπτυξιακού νόμου.

Το 2017, δηλαδή μετά την πάροδο δύο ετών από τις ανωτέρω χρηματικές καταβολές, οι εγκαλούντες διαπίστωσαν ότι η μητέρα τους δεν πληρούσε το ηλικιακό όριο για την ένταξη της στα προγράμματα επιδότησης του Αναπτυξιακού νόμου, καθότι έπρεπε να ήταν έως εξήντα ετών και ότι δεν μπορούσε να ενταχθεί σε αυτά μια υπό σύσταση εταιρία, αλλά μόνο μία ήδη συσταθείσα εταιρεία, γεγονότα που η κατηγορουμένη δεν τους ανέφερε, διότι δεν είχε τη γνώση αυτών.

Παραταύτα τους παρέστησε ψευδώς ότι είχε τη σχετική επαγγελματική επάρκεια. Έκτοτε η επικοινωνία τους με την κατηγορουμένη κατέστη ιδιαίτερα δυσχερής, διότι αυτή δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές τους κλήσεις. Ύστερα οι εγκαλούντες προκειμένου να πληροφορηθούν για την υπόθεση της μητέρας τους μετέβησαν στο Υπουργείο Ανάπτυξης, όπου έμαθαν ότι ο Π.

Κ. υπήρχε ως εξωτερικός συνεργάτης και ότι η κατηγορούμενη ήταν άγνωστη στο Υπουργείο, ενώ παρά τις αναζητήσεις τους με τους αρμοδίους υπαλλήλους δεν βρήκαν κατατεθειμένο φάκελο στο όνομα της μητέρας τους στο Υπουργείο Ανάπτυξης ούτε για πρόγραμμα ΕΣΠΑ, ούτε για τον αναπτυξιακό νόμο. Η κατηγορουμένη στην απολογία της δεν αρνήθηκε τη συνεργασία της με τους ανωτέρω εγκαλούντες, τις σε αυτήν χρηματικές καταβολές και τις ενέργειες στις οποίες αυτοί προέβησαν για την υλοποίηση του προγράμματος.

Ισχυρίστηκε επίσης ότι ξεκίνησε τη διαδικασία για την υπαγωγή στο επενδυτικό σχέδιο με φορέα -την "Σ. Β. ΙΚΕ", ανοίγοντας φάκελο στο Υπουργείο Ανάπτυξης, οπότε γίνεται μία μικρή επιτροπή, δεσμεύεται το ποσό του επενδυτή, στη συνέχεια υποβάλλονται οι μελέτες (οικονομοτεχνική μελέτη βιωσιμότητας και business plan που συντάσσει η ίδια και τεχνική έκθεση για το κοστολόγιο που συντάσσεται από το μηχανικό κάθε επενδυτή) και ακολουθεί το στάδιο της οριστικής υποβολής, ότι η διαδικασία σταμάτησε με πρωτοβουλία των εγκαλούντων, διότι αυτοί επικαλέστηκαν ότι δεν είχαν χρήματα για να ρυθμίσουν την οφειλή της μητέρας τους στην εφορία και να συνεχίσουν την επένδυση, ισχυρισμός που δεν κρίνεται βάσιμος, διότι οι εγκαλούντες της κατέβαλαν 3.500 ευρώ για να μεσολαβήσει στη ρύθμιση της οφειλής της μητέρας τους στην Εφορία και 24.992 ευρώ ως αμοιβή για τη σύνταξη και την υποβολή του φακέλου.

Επίσης από την προσκομιζόμενη αίτηση-ερωτηματολόγιο (αριθμός φακέλου προσωρινός: ... - κωδικός υποβολής αιτήματος: ...) δεν αποδείχθηκε η από την κατηγορούμενη υποβολή φακέλου για τη μητέρα των ανωτέρω εγκαλούντων, καθότι οι εγκαλούντες δεν ενημερώθηκαν από το πρόγραμμα του Υπουργείου Ανάπτυξης "Info-Ependyseis" για την πορεία φακέλου στο όνομα της μητέρας τους για την ένταξη της σε πρόγραμμα του Αναπτυξιακού νόμου.

Ο Χ. Χ. γνωρίστηκε με την κατηγορουμένη στις αρχές του 2016 κατά την επίσκεψη της τελευταίας σε καφενείο στην περιοχή της ..., όπου είχε μεταβεί μαζί με την Ι. Σ. και όπου ο ανωτέρω εγκαλών εργαζόταν ως σερβιτόρος. Ο εγκαλών πληροφορήθηκε για την επικαλούμενη από την κατηγορούμενη επαγγελματική ιδιότητα της συμβούλου προγραμμάτων ΕΣΠΑ και προγραμμάτων αναπτυξιακού νόμου και λόγω του ενδιαφέροντος του να δημιουργήσει επιχείρηση-εργαστήριο παραδοσιακών προϊόντων προσέγγισε αυτή, η οποία του συστήθηκε ως σύμβουλος προγραμμάτων ΕΣΠΑ, του είπε ότι εκπονεί σχετικά προγράμματα και ότι υπάρχει πρόγραμμα ΕΣΠΑ για την επιχείρηση που ενδιαφέρονταν επιδοτούμενο σε ποσοστό 100%, το οποίο επιδοτούσε επιπλέον και τους υπαλλήλους για δύο έτη και ζήτησε ως αμοιβή το ποσό των 2.000 ευρώ προκειμένου να καταθέσει φάκελο για τον εγκαλούντα, λέγοντας ότι έχει καταθέσει αρκετούς φακέλους στο παρελθόν και έχουν εγκριθεί, ότι το ποσό της αμοιβής ήταν αναγκαίο να προκαταβληθεί και ότι μετά την καταβολή η ίδια, με τη συνδρομή του συνεργάτη της στο Υπουργείο θα ετοίμαζε ετοιμάσει τα δικαιολογητικά για την προώθηση του φακέλου.

Ο εγκαλών πείσθηκε στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης και κατέβαλε σε αυτή στις 07.03.2016 με κατάθεση σε τραπεζικό της λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος 2.000 ευρώ. Μετά την πάροδο τριών μηνών περίπου από την κατάθεση των χρημάτων ο εγκαλών επισκέφθηκε την κατηγορουμένη στην επαγγελματική της έδρα, διότι στο χρονικό αυτό διάστημα, πλην κάποιων προσφορών που του είχε ζητήσει για μηχανήματα, δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί της και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά για αρκετό καιρό.

Η κατηγορουμένη στη συνάντηση που είχαν τον διαβεβαίωσε ότι το πρόγραμμα προχωρά καθώς επίσης και ότι μέσω γνωστού της τραπεζικού υπαλλήλου επιμελούνταν να πάρει δάνειο 15.000 ευρώ για την αγορά μηχανημάτων. Τότε ο εγκαλών τη ρώτησε γιατί χρειαζόταν να λάβει δάνειο, αφού το πρόγραμμα ήταν, κατά τους ισχυρισμούς της, επιδοτούμενο 100%.

Η κατηγορουμένη απάντησε ψευδώς ότι το ποσό του δανείου ήταν αναγκαίο για την κάλυψη των πρώτων εξόδων μέχρι την έγκριση του προγράμματος. Με τον τρόπο αυτό η κατηγορουμένη έπεισε τον εγκαλούντα για την αναγκαιότητα της δανειοδότησης του και του ζήτησε το ττοσό των 600 ευρώ προκειμένου να μεσολαβήσει ο δήθεν γνωστός της για τη γρηγορότερη εκταμίευση του δανείου, το οποίο ο εγκαλών κατέβαλε στις 28.04.2016 σε τραπεζικό της λογαριασμό, ενώ δάνειο δεν εγκρίθηκε στο όνομα του εγκαλούντος (ωστόσο η ανωτέρω παράσταση ψευδών γεγονότων δεν περιλαμβάνεται στην ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της κατηγορουμένης).

Παρά ταύτα, μετά από την πάροδο έτους περίπου και αφού η κατηγορουμένη δεν επικοινώνησε έκτοτε μαζί του διαπίστωσε από έρευνα του ότι δεν υπήρχε είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα ΕΣΠΑ η επιχείρησή του. Η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι υπέβαλε φάκελο στο Υπουργείο Ανάπτυξης για τον εγκαλούντα και ότι αυτός εγκρίθηκε, γεγονός για το οποίο τον ενημέρωσε.

Προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού προσκόμισε τη με κωδικό αριθμό ....2016 πράξη υποβολής προτάσεων στο πρόγραμμα "ΕΠ Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία - Άξονας 02 - Νεοφυής Επιχειρηματικότητα", πρόταση όμως που δεν αποτελεί φάκελο, ο δε ισχυρισμός της ότι ενημέρωσε τον εγκαλούντα με ηλεκτρονικό μήνυμα για το ότι η αίτηση - φάκελος του εγκρίθηκε δεν αποδεικνύεται, διότι δεν προσκόμισε την εγκριτική πράξη του αρμόδιου φορέα.

Ο Ν. Μ. υπήρξε ιδιοκτήτης επιχείρησης εμπορίας ποτών και αναψυκτικών στη Δυτική Μάνη και πληροφορήθηκε για την επικαλούμενη από την κατηγορούμενη επαγγελματική της ιδιότητα της συμβούλου προγραμμάτων ΕΣΠΑ και προγραμμάτων αναπτυξιακού νόμου, μέσω του συγχωριανού του και κουμπάρου του υιού του, Χ. Χ.

Ο ανωτέρω εγκαλών πριν από τη γνωριμία του με την κατηγορουμένη είχε αναθέσει την ένταξη του σε πρόγραμμα ΕΣΠΑ σε μελετητικό γραφείο στην Καλαμάτα και είχε ήδη λάβει την πρώτη δόση του ποσού της επιδότησης, από 10.000 ευρώ, πλην όμως η εκταμίευση του ποσού της δεύτερης δόσης καθυστερούσε. Έτσι ο εγκαλών, πληροφορηθείς για την κατηγορουμένη και ενόψει όσων του μετέφερε ο Χ.

Χ. για τις διασυνδέσεις που η κατηγορούμενη ισχυριζόταν ότι είχε, επικοινώνησε με αυτήν και η κατηγορουμένη τον έπεισε ότι ασχολείται με την προώθηση φακέλων επιχειρήσεων για προγράμματα και ότι έχει γνωστό στο Υπουργείο που μπορούσε να μεσολαβήσει για την γρηγορότερη εκταμίευση της δεύτερης δόσης.

Ζήτησε δε ως μέρος της αμοιβής της και αυτής του συνεργάτη της που μπορούσε να προωθήσει το φάκελο συντομότερα 2.300 ευρώ, το οποίο ο εγκαλών της κατέβαλε στις 07.03.2016 σε τραπεζικό της λογαριασμό. Στη συνέχεια ο εγκαλών πήρε τον φάκελο του από το μελετητικό γραφείο στο οποίο είχε αναθέσει την υπόθεση του και απέστειλε στην κατηγορουμένη όλα τα έγγραφα καθώς και οποιοδήποτε δικαιολογητικό (φωτοτυπίες ταυτότητας, εξουσιοδοτήσεις) που του ζητήθηκε από αυτή.

Στο στάδιο του υπηρεσιακού ελέγχου του φακέλου ο εγκαλών διαπίστωσε ότι ο κατονομαζόμενος από την κατηγορουμένη ως προϊστάμενος τους δεν ήταν γνωστός στην υπηρεσία τους. Έκτοτε ο εγκαλών δεν κατάφερε να επικοινωνήσει ουσιαστικά με την κατηγορουμένη, η οποία είτε δεν ανταποκρίνονταν στις κλήσεις του, είτε επικαλούμενη διάφορες προφάσεις, όταν απαντούσε, τού έλεγε ότι θα επικοινωνήσει αργότερα μαζί του, υπόσχεση την οποία δεν τηρούσε.

Η κατηγορουμένη στην απολογία της ισχυρίσθηκε ότι ο ανωτέρω εγκαλών έλαβε χρηματοδότηση 10.000 ευρώ με τη μεσολάβηση της, ισχυρισμός που δεν κρίνεται βάσιμος, διότι δεν προσκομίσθηκε κανένα στοιχείο περί της υποβολής φακέλου από αυτήν για τον εγκαλούντα. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη προέβη σε οιασδήποτε ενέργεια για τη χορήγησης στον εγκαλούντα της δεύτερης δόσης της επιδότησης.

Έτσι ο εγκαλών υπέστη οικονομική ζημία από την ανωτέρω παραπλανητική συμπεριφορά της κατηγορουμένης, διότι απώλεσε το πόσο των 2.300 ευρώ, που της κατέβαλε με αντίστοιχη ωφέλεια της κατηγορουμένης. Ο Χ. - Ι. Μ., ιδιοκτήτης βιοτεχνίας πάγου και εμπορίας παγωτών ..., πληροφορήθηκε για την κατηγορουμένη και την επικαλούμενη από αυτήν επαγγελματική ιδιότητα της συμβούλου προγραμμάτων ΕΣΠΑ και προγραμμάτων αναπτυξιακού νόμου από τον κουμπάρο του Χ.

Χ. Στις 15.1.2016 ο ανωτέρω εγκαλών επικοινώνησε τηλεφωνικά με την κατηγορουμένη, η οποία τού συστήθηκε ως μελετήτρια φακέλων ΕΣΠΑ και είπε ότι έχει τη δυνατότητα να συντάξει και να υποβάλει φάκελο για την επιδότηση μέσω ΕΣΠΑ επιχείρησης παγοποιείου που τον ενδιέφερε, με επιδότηση σε ποσοστό 50%. Η κατηγορουμένη ζήτησε αμοιβή για την υποβολή του φακέλου αρχικά ποσού 2.000 ευρώ, το οποίο ο εγκαλών της κατέβαλε στις 26.02.2016 με κατάθεση σε τραπεζικό της λογαριασμό και στη συνέχεια ποσού 1.500 ευρώ, το οποίο ο εγκαλών της κατέβαλε στις 05.04.2016 και της παρέδωσε όλα τα αναγκαία έγγραφα για τη σύνταξη του φακέλου.

Η κατηγορουμένη υπέβαλε εντός του καλοκαιριού του 2016 για τον ανωτέρω εγκαλούντα τη με κωδικό αριθμό ... αίτηση χρηματοδότησης για τη δράση "Αναβάθμιση πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων για την ανάπτυξη των ικανοτήτων τους στις νέες αγορές" στο επιχειρησιακό πρόγραμμα "Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία".

Έκτοτε η κατηγορουμένη με διάφορες προφάσεις δεν συζήτησε μαζί του για το πρόγραμμα. Γι' αυτό ο εγκαλών στα τέλη του 2017 απευθύνθηκε σε άλλο μελετητή, ο οποίος διατήρησε κάποια από τα αρχικά στοιχεία, πλην όμως έκανε πολλές τροποποιήσεις στο φάκελο και το πρόγραμμα του εγκρίθηκε, αλλά δεν έχει εισέτι πληρωθεί.

Η κατηγορουμένη στην απολογία της ισχυρίσθηκε ότι ο ανωτέρω εγκαλών έλαβε επιδότηση 39.000 ευρώ περίπου λόγω της δικής της μεσολάβησης. Η αλήθεια είναι όμως ότι ο εγκαλών επιδοτήθηκε κατά το ανωτέρω ποσό λόγω των ενεργειών του μελετητικού γραφείου στο οποίο ο εγκαλών ανέθεσε την υπόθεση του μετά την αδυναμία επικοινωνίας με την κατηγορουμένη.

Από τον αρχικό φάκελο διατηρήθηκε ο κωδικός αριθμός και κάποια έγγραφα και χρειάστηκε να γίνουν τροποποιήσεις, λόγω της άγνοιας του αντικειμένου από την κατηγορούμενη, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να υποστεί οικονομική ζημία 3.500 ευρώ, ποσό κατά το οποίο ωφελήθηκε αντίστοιχα η κατηγορούμενη. Ο Σ. Μ. διατηρούσε ξενοδοχείο υπό εταιρική επωνυμία στην ...

και πληροφορήθηκε για την κατηγορούμενη και την επικαλούμενη από αυτήν επαγγελματική ιδιότητα της συμβούλου προγραμμάτων ΕΣΠΑ και προγραμμάτων αναπτυξιακού νόμου σε συζήτηση που άκουσε σε καφενείο της περιοχής. Ο εγκαλών στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας είχε ενημερωθεί ότι δικαιούνταν για την ανακαίνιση του ξενοδοχείου επιδότηση από το ΕΣΠΑ και ότι το ποσοστό επιχορήγησης ήταν 50.000 ευρώ.

Στις 29/4/2016 επικοινώνησε με την κατηγορουμένη, η οποία του είπε ότι είχε εξειδίκευση στα προγράμματα του ΕΣΠΑ, ότι μπορούσε να υποβάλει φάκελο για το πρόγραμμα που ενδιαφερόταν και ζήτησε αμοιβή 2.500 ευρώ, στην οποία συμπεριλαμβανόταν, σύμφωνα με όσα του ανέφερε, και η οικονομοτεχνική μελέτη του προγράμματος.

Την περίοδο του Πάσχα του 2016 η κατηγορουμένη έστειλε στον εγκαλούντα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και με αυτό ζήτησε διάφορα δικαιολογητικό, ορισμένα εκ των οποίων ο εγκαλών της έστειλε, αφού επικοινώνησε προηγουμένως με το λογιστή της εταιρίας, στην οποία ανήκε το ξενοδοχείο. Ο λογιστής τού υπέδειξε τα έγγραφα που επιτρέπονταν να σταλούν, ενώ επεσήμανε λόγω της εμπειρίας του από την ενασχόλησή με αναπτυξιακά προγράμματα ότι ορισμένα από τα έγγραφα που ζητούσε η κατηγορουμένη δεν ήταν αναγκαία για τον φάκελο και δεν είχαν σχέση με το πρόγραμμα ΕΣΠΑ, Επίσης ο εγκαλών απέστειλε μελέτη του μηχανικού του στην κατηγορουμένη, η οποία τον διαβεβαίωσε ότι τα δικαιολογητικό ήταν σωστά και ότι το πρόγραμμα προχωρά.

Στις 30.05.2016 ο εγκαλών κατέβαλε στην κατηγορούμενη μέσω της εταιρίας που διατηρούσε 1.240 ευρώ, δηλαδή το ήμισυ της αμοιβής που του ζήτησε. Περί τα μέσα Ιουνίου του 2016 και ενώ επέκειτο η λήξη του προγράμματος ο εγκαλών ερεύνησε εάν είχε ενταχθεί σε αυτό και διαπίστωσε ότι δεν συμπεριλαμβανόταν στο πρόγραμμα, σε σχετική δε ερώτηση στο λογιστή και τον οικονομοτεχνικό της εταιρίας πληροφορήθηκε ότι χωρίς τον κλειδάριθμο της εταιρίας, τον οποίον δεν του ζήτησε η κατηγορουμένη, υποβολή φακέλου δεν μπορούσε να γίνει.

Ο εγκαλών επικοινώνησε άμεσα με την κατηγορουμένη, η οποία αρχικά επικαλέστηκε ότι είχε γίνει λάθος και στη συνέχεια δέχθηκε να του επιστρέφει τα χρήματα, υπόσχεση που δεν τήρησε. Έκτοτε ο εγκαλών δεν κατάφερε να επικοινωνήσει μαζί της, παρά το γεγονός ότι την αναζήτησε και στην επαγγελματική έδρα στην Αθήνα.

Η Ε. Σ. πληροφορήθηκε για την κατηγορουμένη και την επικαλούμενη από αυτήν επαγγελματική ιδιότητα της συμβούλου προγραμμάτων ΕΣΠΑ και προγραμμάτων αναπτυξιακού νόμου από τη Β. Κ. Η ανωτέρω εγκαλούσα δεν ενδιαφέρονταν ατομικά για κάποιο πρόγραμμα, αλλά ήθελε να βοηθήσει τη φίλη της Ε. Δ., κάτοικο ..., η οποία ήταν άνεργη και ήθελε να ξεκινήσει επιχείρηση-κατάστημα πώλησης βιολογικών προϊόντων.

Η εγκαλούσα και η Ε. Δ. επικοινώνησαν με την κατηγορουμένη, η οποία τους ανέφερε ότι είναι οικονομική σύμβουλος και ότι συντάσσει και υποβάλλει φακέλους για επιχορηγήσεις μέσω επενδυτικών προγραμμάτων. Η Ε. Σ. κατέβαλε στην κατηγορουμένη από δικά της χρήματα τον Μάρτιο του 2016 δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για λογαριασμό της φίλης της Ε.

Δ., πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης περί της έγκρισης του προγράμματος εντός 3-4 μηνών, οπότε η Ε. Δ. θα είχε τη δυνατότητα να της επιστρέφει το ανωτέρω ποσό των 2.000 ευρώ. Μετά την πάροδο λίγων μηνών και αφού δεν υπήρξε καμία εξέλιξη και συζήτηση σχετικά με τη επιστροφή του ποσού των 2.000 ευρώ που η εγκαλούσα είχε καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, πληροφορήθηκε κατόπιν έρευνας ότι δεν υπήρχε πρόγραμμα για την προαναφερθείσα επιχειρηματική δράση, ενώ έκτοτε δεν κατέστη δυνατό να επικοινωνήσει ούτε με την κατηγορουμένη, αλλά ούτε και με τη φίλη της.

Η κατηγορουμένη απολογούμενη ισχυρίσθηκε ότι δεν έχει διένεξη με την ανωτέρω εγκαλούσα και ότι τα διαλαμβανόμενα στην κατάθεση της είναι υποκινούμενα από τους λοιπούς μάρτυρες του κατηγορητηρίου, ενώ ουδεμία εξήγηση παρείχε για τη μη υποβολή φακέλου για την Ε. Δ. και για τον λόγο που δεν επέστρεψε τα χρήματα στην εγκαλούσα.

Ο Σ. Β., ο οποίος το 2016 είχε δικό του γυμναστήριο, πληροφορήθηκε για την κατηγορουμένη και την επικαλούμενη από αυτήν επαγγελματική ιδιότητα της συμβούλου

προγραμμάτων ΕΣΠΑ και προγραμμάτων αναπτυξιακού νόμου από την Ε. Σ. και την επισκέφθηκε στο γραφείο της, όπου αυτή τον διαβεβαίωσε ότι ασχολείτο με προγράμματα ΕΣΠΑ και μπορούσε να επιμεληθεί για λογαριασμό του τη σύνταξη και την υποβολή φακέλου χρηματοδότησης του μέσω προγράμματος ΕΣΠΑ για να ανοίξει καινούργιο γυμναστήριο.

Ως αμοιβή για την σύνταξη και υποβολή του φακέλου η κατηγορούμενη του ζήτησε δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, ποσό που ο εγκαλών της κατέβαλε την άνοιξη του έτους 2016. Ένα μήνα μετά η κατηγορουμένη έπεισε τον εγκαλούντα ότι γνώριζε προσωπικά τραπεζικό υπάλληλο, ο οποίος μπορούσε να βοηθήσει να προχωρήσει ταχύτερα το πρόγραμμα χρηματοδότησης και με τον τρόπο αυτό ζήτησε και έλαβε από αυτόν ως δήθεν αμοιβή του ανωτέρω τραπεζικού υπαλλήλου 300 ευρώ (η απατηλή αυτή ενέργεια της κατηγορουμένης δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο με την έννοια ότι σε αυτό δεν περιλαμβάνεται η ανωτέρω συμπεριφορά της).

Από το ποσό των 2.800 ευρώ που κατέβαλε ο εγκαλών στην κατηγορουμένη, αυτή του επέστρεψε μέσω γνωστού της τον Αύγουστο του 2017 διακόσια (200) ευρώ. Περίπου ένα χρόνο μετά ο εγκαλών, λόγω των διάφορων δικαιολογιών που πρόβαλε η κατηγορουμένη κατά την επικοινωνία τους για τη μη έκδοση του προγράμματος, αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια για την υπαγωγή του σε πρόγραμμα, αν και της είχε προσκομίσει όλα τα δικαιολογητικό που του ζήτησε.

Επίσης ο εγκαλών, όπως κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μπορούσε να προσκομίσει ασφαλιστική και φορολογική του ενημερότητα, αν του είχαν ζητηθεί, διότι το χρέος του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. τελούσε σε ρύθμιση και ήταν ασφαλιστικά ενήμερος, το δε χρέος του στον ασφαλιστικό φορά προέκυψε ένα έτος μετά. Η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την απολογία της ότι ετοίμασε το φάκελο για τον ανωτέρω εγκαλούντα και ότι η διαδικασία σταμάτησε με πρωτοβουλία του εγκαλούντα δύο μήνες μετά, διότι, όπως της είπε ο τελευταίος, δεν ήταν φορολογικά ενήμερος, ισχυρισμός που δεν κρίνεται βάσιμος.

Η κατηγορούμενη δεν ενημέρωσε τον εγκαλούντα για την εκ μέρους της σύνταξη φακέλου για λογαριασμό του, η δε με κωδικό αριθμό ... πράξη υποβολής προτάσεων στο πρόγραμμα "ΕΠ Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία ΕΠΑνΕΚ - Άξονας 02 - Νεοφυής Επιχειρηματικότητα", όπως προκύπτει από το σώμα της πράξης αυτής, δεν υποβλήθηκε ηλεκτρονικά και σε αυτήν καταγράφηκαν μόνο τα στοιχεία του ανωτέρω εγκαλούντος, το αντικείμενο του επιχειρηματικού σχεδίου, τα ποσά των δαπανών ανά κατηγορία και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του επιχειρηματικού σχεδίου, χωρίς αναφορά σε σχετικά έγγραφα.

Η αναφορά μόνον των ανωτέρω στοιχείων συνηγορεί στο ότι δεν συντάχθηκε από την κατηγορούμενη ολοκληρωμένος φάκελος για λογαριασμό του κατηγορουμένου. Οι Γ. και Σ. Κ., αδέλφια, πληροφορήθηκαν από τη Β. Κ. για την κατηγορουμένη και την επικαλούμενη την τελευταία επαγγελματική ιδιότητα της συμβούλου προγραμμάτων ΕΣΠΑ και προγραμμάτων αναπτυξιακού νόμου.

Η Β. Κ., πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης για τη δυνατότητα χρηματοδότησης ανέργων για τη δημιουργία επιχείρησης, τους σύστησε την κατηγορούμενη. Οι εγκαλούντες εκείνη την περίοδο ήταν άνεργοι και στα μέσα του έτους 2015 ήλθαν σε τηλεφωνική επικοινωνία με την κατηγορούμενη, η οποία τους ανέφερε ότι υπήρχαν προγράμματα ΕΣΠΑ για ανέργους και για επιχειρήσεις και ότι μπορούσε να συντάξει και να υποβάλει αίτηση - φάκελο για λογαριασμό τους για να ενταχθούν στο πρόγραμμα.

Ζήτησε από καθέναν τους 500 ευρώ, ποσό που της καταβλήθηκε μέσω της Β. Κ. Η Γ. Κ. μετά την πάροδο τριμήνου επικοινώνησε με την κατηγορουμένη προκειμένου να την πληροφορήσει ότι είχε βρει εργασία. Η κατηγορουμένη της ανέφερε ότι η εύρεση εργασιακής απασχόλησης δεν αποτελούσε πρόσκομμα για την εξακολούθηση και την υλοποίηση του προγράμματος, ότι λόγω της εύρεσης εργασίας ήταν αναγκαία να γίνουν άλλες διαδικασίες για την αλλαγή του προγράμματος και με τον τρόπο αυτό της ζήτησε επιπλέον 700 ευρώ, ποσό που της καταβλήθηκε στις 05.08.2016 καθώς επίσης και ότι το πρόγραμμα του αδελφού της θα εξακολουθούσε όπως είχε συμφωνηθεί.

Οι εγκαλούντες, αφού έψαξαν, διαπίστωσαν ότι η κατηγορουμένη δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια για λογαριασμό τους. Οι Σ. και Ν. Τ. πληροφορήθηκαν από τη Β. Κ. για την κατηγορουμένη και την επικαλούμενη από αυτήν (την κατηγορούμενη) επαγγελματική ιδιότητα της συμβούλου προγραμμάτων ΕΣΠΑ και προγραμμάτων αναπτυξιακού νόμου.

Εντός του 2014 ο καθένας τους κατέθεσε 500 ευρώ σε λογαριασμό της κατηγορουμένης ως αμοιβή της τελευταίας για τη σύνταξη και υποβολή αίτησης - φακέλου για την ένταξη τους σε πρόγραμμα ΕΣΠΑ για ανέργους, πλην όμως η κατηγορουμένη δεν προέβη σε καμία ενέργεια. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η κατηγορούμενη τέλεσε την ανωτέρω πράξη ως έμμεση αυτουργός, καθότι στο πρόσωπο της Β.

Κ. δεν συνέτρεχε το στοιχείο του δόλου όσον αφορά την από αυτήν διαβεβαίωση των Σ. και Ν. Τ. για την επαγγελματική ιδιότητα της κατηγορουμένης (....). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από τα μέσα του 2014 έως το φθινόπωρο του 2016 η κατηγορούμενη δεν ήταν οικονομολόγος, πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης για θέματα Ε.Σ.Π.Α.

και του αναπτυξιακού νόμου, εξειδικευμένη σε ζητήματα χρηματοδότησης επιχειρήσεων και επαγγελματιών μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΣΠΑ) και ως εκ τούτου δεν είχε τον ανωτέρω χρόνο τις αναγκαίες γνώσεις για την προσφορά υπηρεσιών συμβούλου επιχειρήσεων για την κατάρτιση και την υποβολή αιτήσεων - φακέλων για προγράμματα ΕΣΠΑ και του αναπτυξιακού νόμου.

Εντούτοις η κατηγορούμενη ψευδώς παρέστησε στους ανωτέρω εγκαλούντες ότι το ανωτέρω χρονικό διάστημα είχε την παραπάνω επαγγελματική ιδιότητα και κατάρτιση, δηλαδή ότι ήταν οικονομολόγος, πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης για προγράμματα Ε.Σ.Π.Α. και του αναπτυξιακού νόμου, εξειδικευμένη σε ζητήματα χρηματοδότησης επιχειρήσεων και επαγγελματιών μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με τον τρόπο έπεισε τους ανωτέρω εγκαλούντες να της καταβάλουν ως αμοιβή και έξοδα τα ποσά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, τα οποία ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία της, προκαλώντας ισόποση περιουσιακή ζημία στους εγκαλούντες, οι οποίοι δεν θα προέβαιναν στις ως άνω καταβολές, εάν γνώριζαν την αναλήθεια των όσων τους τταρέστησε.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται αποδεικτικά από τις με ημερομηνίες υποβολής της επιτροπής αξιολόγησης την 14.12.2021, 23.7.2021, 13.12.2021 εκθέσεις επιτροπής αξιολόγησης, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι η κατηγορούμενη παρέσχε υπηρεσίες στους ενδιαφερομένους για τη λήψη επιχορήγησης. Και αυτό διότι τα έτη 2020 και 2021, κατά τα οποία οι αιτησάμενοι υπέβαλαν κατάσταση προσφορών προμηθευτών, είχαν παρέλθει τέσσερα και πέντε χρόνια αντίστοιχα από το φθινόπωρο του 2016, οπότε έλαβε χώρα η τελευταία από τις απατηλές συμπεριφορές της κατηγορουμένης και φαίνεται λογικό η κατηγορούμενη στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα να απέκτησε τις αναγκαίες γνώσεις και την κατάρτιση για την παροχή συμβουλών ως οικονομική σύμβουλος σε νομικά και φυσικά πρόσωπα που ενδιαφέρονταν να λάβουν επιχορηγήσει μέσω των προγραμμάτων ΕΣΠΑ και του αναπτυξιακού νόμου.

Λαμβανομένου περαιτέρω υπόψιν ότι: 1) οι εγκαλούσες Α. Π., Ε. Κ. και Ε. Χ. κατέθεσαν στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 4.4.2018 έγκληση για .τη σε βάρος τους αξιόποινη πράξη της απάτης, β) η Ε. Σ. με την από 20.4.2018 ένορκη κατάθεση της ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος της απάτης, γ) η Β.

Κ. με τις από 9 και 19.12.2017 ένορκες καταθέσεις της ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τις σε βάρος της απάτες, δ) Ο Σ. Κ. με την από 14.1.2018 ένορκη κατάθεση του ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος του απάτη, ε) Ο Ν.

Σ. με την από 24.1.2018 ένορκη κατάθεση ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος αυτού και της οικογένειας του απάτη, στ) Η Ι. Σ. με την από 11.1.2018 ένορκη κατάθεση της ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος της απάτη, ζ) ο Χ.

Χ. με την από 2.2.2018 ένορκη κατάθεση του ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος του απάτη, η) ο Ν. Μ. με την από 25.1.2018 ένορκη κατάθεση του ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος του απάτη, θ) ο Χ. - Ι. Μ.

με την από 25.1.2018 ένορκη κατάθεση του ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος του απάτη, ι) ο Σ. Β. με την από ένορκη κατάθεση του ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος του απάτη, ια) Ο Σ. Μ. με την από 1.3.2018 ένορκη κατάθεση του ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος του απάτη, ιβ) η Γ.

Κ. με την 2.4.2018 ένορκη κατάθεση της ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος της απάτη, ιγ) ο Σ. Κ. με την από 18-4-2018 ένορκη κατάθεση του ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος του απάτη, ιδ) ο Σ. Τ. με την από 16.4.2018 ένορκη κατάθεση του ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος του απάτη και ιε) ο Ν.

Τ. με την από 16.4.2018 ένορκη κατάθεση του ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου ζήτησε την ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για τη σε βάρος του απάτη, πράξεις για τις οποίες η κατηγορούμενη παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνεται ότι η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας".

Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, ένοχη για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 386 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ) και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, ανασταλείσα για τρία (3) έτη, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει την παραπάνω κατηγορούμενη ένοχη του ότι: Στην Αττική, κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 2014 έως το φθινόπωρο του έτους 2016, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσίες πείθοντας άλλους σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών.

Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους εγκαλούντες Α. Π., Ε. Κ., Ε. Χ., Ε. Π., Β. Κ., Σ. Κ., Ι. Σ., Ν. Σ., Χ. Χ., Ν. Μ., Χ. - Ι. Μ., Σ. Μ., Ε. Σ., Σ. Β., Γ. Κ., Σ. Κ., Σ. Τ. και Ν. Τ. ότι τυγχάνει οικονομολόγος, πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης για θέματα Ε.Σ.Π.Α.

και εξειδικευμένη σε ζητήματα χρηματοδότησης επιχειρήσεων και επαγγελματιών μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου γνώριζε να συντάξει και να υποβάλει στον αρμόδιο κρατικό φορέα φακέλους για προγράμματα ΕΣΠΑ και προγράμματα του Αναπτυξιακού νόμου, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η κατηγορούμενη δεν ήταν πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης για θέματα Ε.Σ.Π.Α, εξειδικευμένη σε ζητήματα χρηματοδότησης επιχειρήσεων και επαγγελματιών μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν γνώριζε να συντάξει και να υποβάλει στον αρμόδιο κρατικό φορέα φακέλους για προγράμματα ΕΣΠΑ και προγράμματα του Αναπτυξιακού νόμου.

Με τον τρόπο αυτό τους έπεισε να της καταβάλουν ως αμοιβή και έξοδα της τα κάτωθι χρηματικά ποσά:

1. Η Α. Π. στις 11.07.2016 της κατέβαλε 1.500 ευρώ και στις 13.07.2016 το ποσό των 300 ευρώ.

2. Η Ε. Κ. στις 05.07.2016 της κατέβαλε 1.500 ευρώ.

3. Η Ε. Χ. κατέβαλε στην κατηγορούμενη στις 5-9-2016 το ποσό των 1.550 ευρώ, στις 23.09.2016 το ποσό των 6.000 ευρώ, στις 14.10.2016 το ποσό των 7.000 ευρώ, στις 10.11.2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, στις 15.11.2016 το ποσό των 10.000 ευρώ και στις 30.06.2017 (δια της Ε. Χ.) 1.000 ευρώ.

4. Η Ε. Π. στις 05.11.2015 της κατέβαλε 7.000 ευρώ.

5. Η Β. Κ. στις 19.06.2015 της κατέβαλε 2.500 ευρώ για λογαριασμό της Δ. Τ., την 01.04.2016 το ποσό των 600 ευρώ για λογαριασμό του Ι. Κ., στις 09.05.2016 το ποσό των 600 ευρώ για λογαριασμό του Ι. Κ., και στις 21.7.2015 το ποσό των 200 ευρώ για λογαριασμό του Γ. Κ.

6. Ο Σ. Κ. στις 06.11.2015 της κατέβαλε 8.000 ευρώ, στις 09.11.2015 τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και στις 29.12.2015 δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

7. Οι Ι. και Ν. Σ. για λογαριασμό της μητέρας τους Β. Σ. κατέβαλαν στην κατηγορούμενη στις 17.7.2015 το ποσό των 1.500 ευρώ, στις 21.07.2015 το ποσό των 1.000 ευρώ, στις 03.09.2015 το ποσό των 500 ευρώ, στις 4.9.2015 το ποσό των 9.500 ευρώ, στις 07.10.2015 το ποσό των 4.000 ευρώ, στις 17.12.2015 το ποσό των 8.500 ευρώ, στις 5.3.2016 το ποσό των 492 ευρώ και στις 22.04.2016 το ποσό των 2.000 ευρώ.

8. Ο Χ. Χ. στις 07.03.2016 της κατέβαλε 2.000 ευρώ.

9. Ο Ν. Μ. στις 07.03.2016 της κατέβαλε 2.300 ευρώ.

10. Ο Χ. - Ι. Μ. στις 26.02.2016 της κατέβαλε το ποσό των 2.000 ευρώ και στις 05.04.2016 της κατέβαλε το ποσό των 1.500 ευρώ.

11. Ο Σ. Μ. στις 30.05.2016 της κατέβαλε 1.240 ευρώ.

12. Η Ε. Σ. το Μάρτιο του 2016 της κατέβαλε 2.000 ευρώ.

13. Ο Σ. Β. την άνοιξη του 2016 της κατέβαλε 2.500 ευρώ.

14. Η Γ. Κ. στα μέσα του 2015 της κατέβαλε 500 ευρώ και στις 05.08.2016 το ποσό των 700 ευρώ.

15. Ο Σ. Κ. στα μέσα του 2015 της κατέβαλε 500 ευρώ.

16. Οι Σ. και Ν. Τ. εντός του 2014 της κατέβαλαν 500 ευρώ έκαστος, ποσά που ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία της, προκαλώντας ισόποση περιουσιακή ζημία στους εγκαλούντες οι οποίοι δεν θα προέβαιναν στις ως άνω καταβολές, εάν γνώριζαν την αναλήθεια των όσων κατά τα ανωτέρω τους παρέστησε ψευδώς".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτισή τους ούτε η διευκρίνιση από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά η προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου) και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 1 και 386 παρ. 1 εδ.

α' του Π Κ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα διαλαμβάνονται: α) Οι ψευδείς παραστάσεις της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας προς τους εγκαλούντες ότι είναι οικονομολόγος, πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης για θέματα Ε.Σ.Π.Α.

και εξειδικευμένη σε ζητήματα χρηματοδότησης επιχειρήσεων και επαγγελματιών μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι γνώριζε να συντάξει και να υποβάλει στον αρμόδιο κρατικό φορέα φακέλους για προγράμματα ΕΣΠΑ και προγράμματα του Αναπτυξιακού νόμου, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η κατηγορούμενη δεν ήταν πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης για θέματα Ε.Σ.Π.Α, δεν ήταν εξειδικευμένη σε ζητήματα χρηματοδότησης επιχειρήσεων και επαγγελματιών μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν γνώριζε να συντάξει και να υποβάλει στον αρμόδιο κρατικό φορέα φακέλους για προγράμματα ΕΣΠΑ και προγράμματα του Αναπτυξιακού νόμου, β) η παραπλάνηση των εγκαλούντων εξαιτίας των ψευδών παραστάσεων της κατηγορουμένης και το αποτέλεσμα αυτής (παραπλάνησης), ήτοι να δώσουν οι εγκαλούντες εντολή στην κατηγορουμένη να υποβάλει προγράμματα στο Υπουργείο Ανάπτυξης με σκοπό τη χρηματοδότησή τους, γ) η βλάβη της περιουσίας των εγκαλούντων με την καταβολή για αμοιβή και έξοδα στην κατηγορουμένη των παρακάτω χρηματικών ποσών: 1.

Η Α. Π. στις 11.07.2016 το ποσό των 1.500 ευρώ και στις 13.07.2016 το ποσό των 300 ευρώ, 2. Η Ε. Κ. στις 05.07.2016 το ποσό των 1.500 ευρώ, 3. Η Ε. Χ. στις 5-9-2016 το ποσό των 1.550 ευρώ, στις 23.09.2016 το ποσό των 6.000 ευρώ, στις 14.10.2016 το ποσό των 7.000 ευρώ, στις 10.11.2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, στις 15.11.2016 το ποσό των 10.000 ευρώ και στις 30.06.2017 1.000 ευρώ, 4. Η Ε. Π.

στις 05.11.2015 το ποσό των 7.000 ευρώ, 5. Η Β. Κ. στις 19.06.2015 το ποσό των 2.500 ευρώ, την 1.04.2016 το ποσό των 600 ευρώ, στις 9.05.2016 το ποσό των 600 ευρώ και στις 21.7.2015 το ποσό των 200 ευρώ, 6. Ο Σ. Κ. στις 6.11.2015 το ποσό των 8.000 ευρώ, στις 09.11.2015 το ποσό των 3.000 ευρώ και στις 29.12.2015 το ποσό των 2.000 ευρώ, 7. Οι Ι. και Ν. Σ. στις 17.7.2015 το ποσό των 1.500 ευρώ, στις 21.07.2015 το ποσό των 1.000 ευρώ, στις 03.09.2015 το ποσό των 500 ευρώ, στις 4.9.2015 το ποσό των 9.500 ευρώ, στις 07.10.2015 το ποσό των 4.000 ευρώ, στις 17.12.2015 το ποσό των 8.500 ευρώ, στις 5,3.2016 το ποσό των 492 ευρώ και στις 22.04.2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 8.

Ο Χ. Χ. στις 07.03.2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 9. Ο Ν. Μ. στις 07.03.2016 το ποσό των 2.300 ευρώ, 10. Ο Χ. - Ι. Μ. στις 26.2.2016 το ποσό των 2.000 ευρώ και στις 05.04.2016 το ποσό των 1.500 ευρώ, 11.0 Σ. Μ. στις 30.05.2016 το ποσό των 1.240 ευρώ, 12. Η Ε. Σ. το Μάρτιο του 2016 το ποσό των 2.000 ευρώ, 13. Ο Σ. Β. την άνοιξη του 2016 το ποσό των 2.500 ευρώ, 14. Η Γ. Κ. στα μέσα του έτους 2015 το ποσό των 500 ευρώ και στις 05.08.2016 το ποσό των 700 ευρώ, 15.

Ο Σ. Κ. στα μέσα του έτους 2015 το ποσό των 500 ευρώ και 16. Οι Σ. και Ν. Τ. το έτος 2014 το ποσό των 500 ευρώ, δ) η γνώση του ψευδούς των παραπάνω παραστάσεων και ο σκοπός της κατηγορουμένης να αποσπάσει παράνομο περιουσιακό όφελος και ε) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ψευδών παραστάσεων της κατηγορουμένης, της πλάνης των εγκαλούντων και της περιουσιακής βλάβης των τελευταίων.

Ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "Η κατηγορουμένη ήταν απόφοιτος λυκείου, ενώ στερείτο επαγγελματικής κατάρτισης, αφού δεν είχε αποφοιτήσει από Πανεπιστημιακή σχολή, Ι.Ε.Κ. και Κέντρο Ελευθέρων Σπουδών και δεν είχε παρακολουθήσει μεταλυκειακά μαθήματα σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή σχολή..." τελεί σε συνάρτηση και ενισχύει την παραδοχή του σκεπτικού της απόφασης για τις ψευδείς παραστάσεις της αναιρεσείουσας ότι είναι οικονομολόγος, πιστοποιημένη οικονομική σύμβουλος στο Υπουργείο Ανάπτυξης για θέματα Ε.Σ.Π.Α.

και εξειδικευμένη σε ζητήματα χρηματοδότησης επιχειρήσεων και επαγγελματιών μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και δεν έρχεται σε αντίφαση με το ότι η αναιρεσείουσα στις 20-5-2014 έκανε έναρξη ατομικής επιχείρησης με δραστηριότητα την παροχή συμβούλου στρατηγικής διαχείρισης και ότι στις 18-5-2016 έκανε έναρξη στην αρμόδια ΔΟΥ με αντικείμενο την υποστήριξη επιχειρήσεων για την ένταξη τους σε αναπτυξιακά προγράμματα.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος.

Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών της αναιρεσείουσας, που, κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της αναιρεσείουσας και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προμνημονευόμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και ως προς τους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και ο περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του Π Κ, μεταξύ άλλων η υπό στοιχ. α' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα".

Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου. Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "Σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.

Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.

Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπο του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 ΚΠοινΔ για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν" αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού.

Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινη πράξης λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (Ολ.ΑΠ 2/2022).

Ενώ επίσης, όπως σαφώς προκύπτει από την ως άνω διάταξη, η αναγνώριση της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα, εναπόκειται δε στο Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτό ως ελαφρό ή μη, συνεκτιμώντας παράλληλα τις περιστάσεις τέλεσης του εκδικαζόμενου εγκλήματος και τη χρονική απόσταση της παλαιότερης καταδίκης από τη νέα τελεσθείσα πράξη.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφαση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας ο συνήγορος της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας αιτήθηκε τα εξής "Ο συνήγορος της κατηγορουμένης, στον οποίο δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο, υπέβαλε προφορικά αίτημα αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ".

Το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό με το ακόλουθο σκεπτικό: "... Στην προκειμένη περίπτωση από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και το ποινικό της μητρώο αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενη, ηλικίας ... ετών (γεννήθηκε το ...) έχει καταδικαστεί αμετάκλητα με την ΑΤ3413/20.7.2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά για πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού και κατά μόνας, έγκλημα εκ δόλου τελούμενο, η οποία έλαβε χώρα στις 2.6.2010.

Επίσης με την 26183/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών έπαυσε υφ' όρον η σε βάρος της κατηγορουμένης δίωξη για εξύβριση και απειλή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 4043/2012 και κρίθηκε ένοχη για κλοπή κατά συρροή και συκοφαντική δυσφήμηση, πράξεις που φέρεται ότι τελέστηκαν τον Ιούλιο του 2005, για τις οποίες, κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους της κατηγορουμένης κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η 993/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία έπαυσε οριστικά η σε βάρος της ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές, λόγω παραγραφής.

Η αμετάκλητη καταδίκη της κατηγορουμένης για το από δόλο έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (κατά το προϊσχύοντα Ποινικό Κώδικα), το οποίο τελέστηκε το 2010 σε συνδυασμό με την από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (αριθμός απόφασης 26183/2012) καταδίκη της κατηγορουμένης για τα εκ δόλου τελούμενα εγκλήματα της κλοπής και της συκοφαντικής δυσφήμησης, για τα οποία κατόπιν άσκησης έφεσης από την κατηγορούμενη το Α Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών (αριθμός απόφασης 993/2013) έπαυσε οριστικά τη σε βάρος της ποινική δίωξη λόγω παραγραφής καθιστούν μη έντιμο πρότερο βίο της κατηγορουμένης.

Για τον λόγο αυτό το αιτηθέν ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο".

Όπως υποβλήθηκε το αίτημα αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ, ήταν αόριστο, αφού γίνεται επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που το προβλέπει και όχι επίκληση πραγματικών περιστατικών που το θεμελιώνουν και συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα στο ανωτέρω αίτημα, αφού αυτά ήταν αόριστο, εκ περισσού δε, παρά ταύτα το απέρριψε με την παραπάνω αιτιολογία.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και επεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την απόρριψη τους αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο της της ελαφρυντικής περίστασης του σύννομου βίου, από το άρθρο 84 παρ. 2 περ.

α' του ΠΚ, είναι αβάσιμος. Να σημειωθεί, ότι ο Άρειος Πάγος μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων, απεκδύεται της εξουσίας του, η δε κατά το άρθρο 511 του ΚΓιοινΔ αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναίρεσης, καθιερώνεται ως δικονομική ευχέρεια, χάριν της ορθοτέρας άσκησης του αναιρετικού του έργου, χωρίς εξ αυτού να μπορεί να θεμελιωθεί αντίστοιχο αίτημα της αναιρεσείουσας, έστω και αν η τελευταία (αναιρεσείουσα) με το υπόμνημά της επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου (ΑΠ 1294/2022, ΑΠ 708/2021, ΑΠ 1352/2016).

Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη της υποστηρίζουσας την κατηγορία, Β. Κ. του Ε., η οποία παρέστη και κατέθεσε υπόμνημα, δεν θα επιβληθεί, ελλείψει σχετικού αιτήματος της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2023, με αριθμό 8456/2023, αίτηση της Φ. Κ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 939/21-2-2023 του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στον χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ