Supreme Court allows appeal against labor court award, remanding partial case for retrial due to evidence review failure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the second instance court's decision regarding lost income compensation. The appellant argued the lower court failed to consider a specific employment contract proving his lost earnings, violating procedural requirements for evidence assessment. Consequently, the court set aside the contested portion of the judgment and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: A violation of the duty to consider all evidence submitted by parties constitutes a valid ground for appeal, necessitating the setting aside of the judgment and remittal for retrial if the omission affects the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 668 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 668/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Γ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσαντώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ών η κλήση: 1) Γ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως ειδικού εκ του Νόμου διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαηλιού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4314/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 759/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4/10/2006 αίτησή του και τους από 22/1/2007 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1786/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 15/1/2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 24/10/2007 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως του κυρίου και προσθέτου δικογράφου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 15-1-2008 κλήση του αναιρεσείοντος η από 4-10-2006 αίτηση και ο από 22-1-2007 πρόσθετος λόγος για αναίρεση της υπ' αριθ. 759/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1786/2008 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου με την οποίαν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση (10-10-2008) της ως άνω αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου και την υπεισέλευση (αρθρ.25 παρ.4 Ν. 489/1976) του Επικουρικού Κεφαλαίου Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων (ΕΚ) στη θέση της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΕΓΑ", συνεπεία οριστικής ανάκλησης της αδείας λειτουργίας αυτής από την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (Αριθ.Αποφ. 15276/21-9-2009).
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι α) στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 576 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί η εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου αν ο μη εμφανισθείς ή ο εμφανισθείς αλλά μη παραστάς προσηκόντως διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Τέλος, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 226 ΚΠολΔ, ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση σημειώνει στο πινάκιο αν η υπόθεση αναβλήθηκε και ο γραμματέας μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, οπότε κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή (νέα) δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, αν ο αναιρεσίβλητος παρέστη κατά την αρχική δικάσιμο της συζητήσεως της αιτήσεως δια πληρεξουσίου δικηγόρου και η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε σε νέα δικάσιμο, κατά την οποίαν αυτός (αναιρεσίβλητος) απουσιάζει, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο (μετ' αναβολή), θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών κατ' αυτή αναιρεσίβλητος έχει παράσχει στον παραστάντα κατά την αρχική συζήτηση δικηγόρο του την συζήτηση της υποθέσεως δικαστική πληρεξουσιότητα, ή ότι έχει κλητευθεί προς τούτο από τον αναιρεσείοντα, οπότε και μόνο η αναγραφή της αναβολής της υποθέσεως στο πινάκιο θα ίσχυε ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη μετ' αναβολή νέα δικάσιμο.
Διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο στις 25-9-2009, κατ' αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του πρώτου και απολειπομένου αναιρεσιβλήτου αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, με επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στη αρχή της παρούσας (19-11-2010), κατά την οποίαν όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά ούτος (α' αναιρεσίβλητος ) δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Από την υπ' αριθ. 6282/6-3-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... προκύπτει ότι αντίγραφο της από 15-1-2008 κλήσης για συζήτηση της ως άνω αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου στις 25-9-2009, έχει επιδοθεί στον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Κ., κατά την οποίαν (δικάσιμο), σύμφωνα με τα ανωτέρω, αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την παρούσα δικάσιμο (19-11-2010). Επίσης, από τις υπ' αριθ.1303,1304/28-1-2007 εκθέσεις επιδόσεως της ως άνω επιμελήτριας προκύπτει ότι αντίγραφα της από 4-10-2006 ασκήσεως αναιρέσεως και του από 22-1-2007 πρόσθετου λόγου έχουν επιδοθεί στον ανωτέρω αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία του απολειπομένου πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Από τις διατάξεις του άρθρου 671 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται, κατ' άρθρον 681 Α του ιδίου Κώδικα και επί διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και τη σύμβαση της ασφαλίσεως του, συνάγεται ότι, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών αυτών το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, κατά απόφασης που εκδόθηκε κατά την ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρ.681 Α Κ.Πολ.Δ.) δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, γιατί στη διαδικασία αυτή το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και όλα κρίνονται από το δικαστήριο της ουσίας ελεύθερα (ΑΠ 207/1999).
Συνεπώς, ο πρώτος υπό στοιχ. β' λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου (ΑΠ.Ολ. 1/1999). 1) παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου η αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών (ΑΠ 1006/1994).
Εξ άλλου, ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου (ΑΠ 484/1997) και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 715/1995).
Δεν ιδρύεται, επίσης, ο ως άνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 185/1993).
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι πάσχει από αναπηρία 67%, αντί του αναγραφομένου στην υπ' αριθμ. 4373/2004 γνωμοδότηση της πρωτοβάθμιας Υπηρεσιακής Υγειονομικής Επιτροπής Νομαρχίας Δυτικής Αθήνας άνω του 67% παρεμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και ότι αυτό είχε ουσιώδη επίδραση στον καθορισμό του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε και αξιολόγησε το αληθές περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου μαζί με τα υπόλοιπα προσκομιζόμενα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων που αναφέρονται στις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό υπαιτιότητος, τη ψυχική ταλαιπωρία, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών και κατέληξε στην επιδίκαση του ποσού των 18.500 ευρώ, το οποίο ο αναιρεσείων δεν θεωρεί ικανοποιητικό.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεως της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (ΑΠ (ολ) 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στον νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (αρθρ. 93 παρ. 4 του Συντ/τος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων ( αρθρ. 914 επ. Α.Κ.) και ειδικότερα στο τμήμα του μέτρου της εκδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντας την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησεως.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.1 εδ. δ' του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτέλεσμα (ΑΠ (ολ.) 6/2009). Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον άριθ.1 περ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στον αναιρεσείοντα το χρηματικό ποσό των 18.500 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, και όχι το αιτούμενο ποσό των 90.000 ευρώ παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 904/2010).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά (ΑΠ (ολ.) 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο υπό στοιχ. α' λόγο αναίρεσης προτείνεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο της από 10-7-2000 σύμβαση ναυτικής εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος), ως ηλεκτρολόγου, και της εταιρίας ΜΑΝΟLOMAR SARONIKOS για τη ναυτολόγηση του στο Φ/Γ P..., νηολογίου Παναμά, αντί μηνιαίου μισθού 850.000 δραχμών. Και ναι μεν το Εφετείο βεβαιώνει στην αρχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως του ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, πλην όμως από τη γενική αυτή διαβεβαίωση, σε συνδυασμό με τις ως άνω παραδοχές δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και το ως άνω έγγραφο που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι συνεπεία του τραυματισμού του και της ανικανότητας του προς εργασία απώλεσε εισοδήματα, ύψους 61.628,76 ευρώ, για μία τριετία.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος υπό στοιχ. α' λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο της αποζημίωσης, συνεπεία απωλείας εισοδημάτων από εργασία, να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (αρθρ.176,183 Κ.Πολ.Δ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 759/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3-2-2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3-5-2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ