Legislator Case Law & Legislation
904/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against damages award, ruling constitutional argument inadmissible due to statutory coverage.

Case Number 904/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court's decision to award 10,000 euros in damages. The appellant argued this amount violated the Constitution's proportionality principle, while the appellees contended the statutory discretion was sufficient. The court rejected the constitutional claim as the Civil Code already governs damages, ruling the appeal admissible only regarding the specific damages award.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558, 566, 62, 73 of the Code of Civil Procedure; Article 932 of the Civil Code; Article 25 of the Constitution: The principle of proportionality is not directly applicable to determine the amount of damages when the Civil Code provides specific statutory discretion for such determination.

Keywords

AI generated
proportionality principle damages assessment constitutional review statutory discretion partial appeal civil procedure legal standing

Cited Legislation

AI generated
Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 62 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 25 of the Constitution
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 43/2005
Supreme Court 6/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 904 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 904/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ...ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΑΦΟΙ ...ΑΕΒΜΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αλεξανδρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ" με διακριτικό τίτλο "ΕΒΓΑ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Ρεκλό και Παναγιώτη Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3784/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4306/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τα άρθρα 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, αν δε αυτός έχει αποβιώσει ή προκειμένου για αντίδικο νομικό πρόσωπο, αν αυτό έπαυσε να υπάρχει, και το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά την άσκηση της αναίρεσης, αυτή (αναίρεση) πρέπει να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του αποβιώσαντος, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (αρθρ. 73 ΚΠολΔ), παύει να υπάρχει με τον θάνατο του φυσικού προσώπου (αρθρ. 35 ΑΚ), προκειμένου δε για νομικό πρόσωπο, αφότου τούτο κατά νόμο έχει λυθεί.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν το νομικό πρόσωπο που ήταν διάδικος λύθηκε νομίμως, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχωνεύσεως εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους η απορροφούσα εταιρία, υποκαθιστάμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφουμένης και εξομοιούμενη εντεύθεν με καθολική διάδοχο αυτής, συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται λόγω της συγχωνεύσεως διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψη της, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς λόγω μη ειδικής αμφισβήτησης η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου εταιρίας, η οποία ιδιότητα, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή της εναντίον των εναγομένων: α) εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ" και β) εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ", ως ειδικής διαδόχου δι' αποσχίσεως κλάδου της πρώτης και εισφοράς αυτού στη δεύτερη, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η κάθε μία, να της καταβάλουν το αιτούμενο ποσό για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη η ενάγουσα από την τελεσθείσα εις βάρος της αδικοπραξία από την πρώτη εναγομένη.

Κατά της υπ' αριθμ. 3984/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, η μεν ενάγουσα άσκησε την από 03.01.2007 έφεση, οι δε εναγόμενες, η πρώτη των οποίων μετονομάστηκε και έλαβε την επωνυμία "ΕΒΓΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ", άσκησαν την από 17.07.2006 έφεση. Οι αντίθετες αυτές εφέσεις συνεκδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4306/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και απορρίφθηκαν ως αβάσιμες.

Η κρινόμενη από 02.10.2008 (αρ. κατ. 1236/08) αίτηση για αναίρεση της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε από την παραπάνω ενάγουσα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εμφανίστηκε νομίμως εκπροσωπούμενη και συνέχισε τη δίκη η άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΥΡΟΥ ΑΕ" για τον εαυτό της και ως οιονεί καθολική διάδοχος της πρώτης, λόγω συγχωνεύσεως αυτής με απορρόφηση της από την εμφανισθείσα.

Οι συγχωνεύσεις αυτές συνομολογούνται από τους διαδίκους σιωπηρώς και επομένως η δίκη νομίμως συνεχίζεται μεταξύ των άνω εμφανισθέντων διαδίκων. II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα και τα οποία πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής.

Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούςπου έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ο νομικός χαρακτηρισμός των περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εν λόγων περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από το διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297,298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι επί αδικοπραξίας η οφειλόμενη από τον υπόχρεο αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος. Ως θετική περιουσιακή ζημία νοείται η αμέσως, αιτιωδώς συνδεόμενη με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαιτίου, προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του δικαιούχου πριν την τέλεση της αδικοπραξίας και εκείνης που διαμορφώθηκε μετά την τέλεση αυτής (θεωρία της διαφοράς), ως διαφυγόν δε κέρδος, που αποτελεί μέλλουσα ζημία, νοείται το κέρδος το οποίο ο δικαιούχος προσδοκά με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές συνθήκες και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και το οποίο αυτός στερήθηκε, αποτραπείσης έτσι της αύξησης της περιουσίας του.

Έτσι, επί βλάβης πράγματος που προκλήθηκε με αδικοπραξία, η θετική ζημία του δικαιούχου περιλαμβάνει τόσο τις δαπάνες που απαιτούνται για την αποκατάσταση του πράγματος, όσο και τη μετά την αποκατάσταση τυχόν προκύπτουσα μείωση της αξίας του πράγματος, έναντι εκείνης την οποία αυτό είχε πριν τη ζημιογόνο συμπεριφορά, αφού κατά τη μείωση αυτή υφίσταται διαφορά (παθητικό) μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του δικαιούχου πριν και μετά τη ζημιογόνο συμπεριφορά.

Από αυτά, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση για θετική ζημία συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ της αξίας του βλαβέντος πράγματος πριν την ζημιογόνο συμπεριφορά και εκείνης (μικρότερης) την οποία αυτό έχει μετά την αποκατάσταση των βλαβών, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή η αξία αυτού πριν τη ζημιογόνο συμπεριφορά και εκείνη μετά την αποκατάσταση των βλαβών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί και στο δικαστήριο να καθορίσει, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, το ύψος της θετικής αυτής ζημίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή της κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει μεταξύ άλλων ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τόπο και χρόνο, από υπαιτιότητα (αμέλεια) των αρμοδίων προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, διέρρευσαν από τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων αυτής τοξικές ουσίες θειϊκού οξέως, οι οποίες επικάθησαν σε σαράντα καινουργή αυτοκίνητα οχήματα της κυριότητας της ενάγουσας, εργοστασίου κατασκευής VOLVO, διαφόρων τύπων και ιπποδυνάμεως, όπως αναλυτικά προσδιορίζονται στην αγωγή, τα οποία αυτή είχε εισαγάγει από το εξωτερικό και είχε εναποθέσει, με σκοπό την προς τρίτους επί κέρδη διάθεση, σε παρακείμενο των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγομένης τελωνειακό χώρο, με αποτέλεσμα τα οχήματα αυτά να υποστούν βλάβες, για την αποκατάσταση των οποίων (μερική και ολική βαφή και αντικατάσταση ανταλλακτικών) δαπάνησε το ποσό των 74.165,27 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε.

Περαιτέρω και υπό τον τίτλο "ΑΠΟΘΕΤΙΚΗ ΖΗΜΙΑ", εκθέτει στην αγωγή της ότι, εξ αιτίας των βλαβών που υπέστησαν τα οχήματα από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης, έπαυσε να ισχύει η εργοστασιακή εγγύηση για τα οχήματα αυτά και η ίδια, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάθεσή τους (πώληση) σε τρίτους, αναγκάστηκε να παράσχει στους αγοραστές ατομική εγγύηση και να πωλήσει τα οχήματα αυτά με τιμές μειωμένες κατά ποσοστό 8 έως 23%, έναντι εκείνων που αναφέρονταν στους σχετικούς τιμοκαταλόγους και παριστούσαν την εμπορική αξία ενός εκάστου καινουργούς αυτοκινήτου και έτσι ζημιώθηκε, για την αιτία αυτή, κατά το ποσό των 150.463,22 ευρώ.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και αφού εκτίθεται στην αγωγή ο τύπος, η πριν τη ζημιογόνο αδικοπραξία εμπορική αξία ενός εκάστου των βλαβέντων αυτοκινήτων, καθώς και εκείνη (μειωμένη) με την οποία ένα έκαστο εξ αυτών μεταβιβάστηκε σε τρίτους αγοραστές, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον κάθε μία, να της καταβάλουν νομιμοτόκως ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 293.370 ευρώ, αναλυόμενο ως εξής:

α) ποσό 74.165,27 ευρώ, το οποίο αυτή δαπάνησε για την αποκατάσταση των βλαβών των αυτοκινήτων, β) ποσό 150.463,22 ευρώ, ως "αποθετική ζημία", όπως χαρακτηρίζει το ποσό αυτό η ενάγουσα στην αγωγή της, κατά το οποίο αυτή ζημιώθηκε από την, και μετά την αποκατάσταση των βλαβών, πώληση των αυτοκινήτων σε τρίτους με μειωμένες τιμές και γ) ποσό 68.741,61 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή ως προς το άνω υπό στοιχείο β' κονδύλιο των 150.463,22 ευρώ παριστά ζημία για διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας και ειδικότερα το κέρδος το οποίο αυτή με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα απεκόμιζε από την μεταπώληση σε τρίτους των βλαβέντων αυτοκινήτων, απέρριψε δε, όπως και το πρωτοβάθμιο το κονδύλιο αυτό ως αόριστο.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο και δη ότι το άνω ποσό συνιστά διαφυγόν κέρδος, όπως εσφαλμένα χαρακτηρίζει αυτό και η ενάγουσα, και όχι θετική ζημία, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, αφού κατά τα άνω ιστορούμενα στην αγωγή, το ποσό αυτό αποτελεί θετική ζημία, συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ της εμπορικής αξίας των βλαβέντων αυτοκινήτων πριν το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης (μειωμένης) που αυτά είχαν μετά την αποκατάσταση των βλαβών και στην οποία (μειωμένη τιμή) πωλήθηκαν σε τρίτους, με αποτέλεσμα να επέλθει μείωση του ενεργητικού της περιουσίας της ενάγουσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

III. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.

ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στον νομοθέτη. Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ 6/2009).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στην ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση και όχι το αιτούμενο των 68.741,61 ευρώ παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, είναι απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε το άνω κονδύλιο αποζημίωσης, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4306/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ