Legislator Case Law & Legislation
666/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of debt repayment defense due to lack of clarity.

Case Number 666/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to dismiss a partial debt repayment defense. The appellate court had rejected the defense as vague because the appellant failed to specify the exact amounts of prior invoices covered by the payment. The Supreme Court ruled that the defense was actually clear and that the appellate court erred by declaring it inadmissible, thereby violating procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 416 and 422 of the Civil Code; The debtor's defense of partial repayment is admissible if the amount is sufficiently defined, and a court's rejection of such a defense based on lack of clarity constitutes a procedural error warranting the annulment of the judgment.

Keywords

AI generated
partial debt repayment defense admissibility vague defense rejection appellate procedural error annulment of judgment Civil Code provisions court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 416 of the Civil Code
Article 422 of the Civil Code
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 666 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 666/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "G.H. AE , η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Βασιλείου. Της αναιρεσίβλητης: Λ.- Π. Ο.Ε.", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Λογοθέτη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορθώνει την επωνυμία της ανωτέρω εταιρείας από το εσφαλμένο "Λ.- Π. Ο.Ε." στο ορθό "Α.Λ. - Α.Π. Ο.Ε.".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32398/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 747/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής, ότι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 44/2004). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί κατ' ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008).

Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν' αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν' αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ' επανένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους είτε βάσει της διατάξεως του άρθρου 422 εδ.

β' ΑΚ (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1367/2010, ΑΠ 1927/2008). Ειδικότερα, όπως σε κάθε ένσταση, πρέπει ν' αναφέρονται από το δανειστή, που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους, τα γεγονότα που, κατά νόμο, την θεμελιώνουν και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από τo δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα ν' αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλουμένων περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, γιατί αλλιώς η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα (ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 575/2015, ΑΠ 531/2015).

Αν τελικά ο δανειστής δεν μπορέσει ν' αποδείξει ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος που οφείλει ο τελευταίος. Σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων πώλησης όμοιων εμπορευμάτων, οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διαρκούς εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, με βάση την οποία ο δανειστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί στον οφειλέτη ποσότητες των ως άνω εμπορευμάτων, με τη συμφωνία να εκδίδεται για κάθε μερικότερη σύμβαση πώλησης το αντίστοιχο τιμολόγιο επί πιστώσει, στο οποίο θα αποτυπώνονται αναλυτικά κατ' είδος και αξία τα πωλούμενα εμπορεύματα, για το ορισμένο της πιο πάνω αντένστασης του πωλητή (δανειστή), ότι δηλαδή η προβαλλόμενη από τον αγοραστή (οφειλέτη) καταβολή αφορά όχι το επίδικο αλλά διαφορετικό χρέος από προηγούμενη επί μέρους σύμβαση πώλησης, αρκεί η επίκληση της εν λόγω συνεργασίας και του αντίστοιχου τιμολογίου, αφού και στην περίπτωση αυτή έχουν τη δυνατότητα το μεν δικαστήριο να εκτιμήσει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης διαφορετικού χρέους, ο δε εναγόμενος οφειλέτης έχει ν' αμυνθεί κατ' αυτού.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της ενστάσεως, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 658/2015).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση των περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική βάση της ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015, ΑΠ 860/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, η από τον αρ. 14 (και όχι τον αρ. 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο απέρριψε, μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως ως προς το θέμα αυτό αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προταθείσα από την αναιρεσείουσα (ενάγουσα) αντένσταση, ότι η καταβολή ποσού 30.000 ευρώ, την οποία η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) προέβαλε, κατ' ένσταση μερικής εξοφλήσεως (άρθρ. 416 ΑΚ) της αγωγής απαίτησης της αναιρεσείουσας, δεν αφορούσε το επίδικο χρέος, αλλά διαφορετικό (προγενέστερο) χρέος, με την αιτιολογία της μη επίκλησης των θεμελιωτικών - παραγωγικών του προγενέστερου χρέους πραγματικών περιστατικών.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), με την από 16-10-2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ισχυρίστηκε α) ότι, δραστηριοποιούμενη στην εμπορία γεωργικών προϊόντων, διατηρούσε κατά τα έτη 2006-2008 με την αναιρεσίβλητη (εναγομένη), η οποία έχει την εκμετάλλευση χοιροτροφικής μονάδας, εμπορική συνεργασία, στο πλαίσιο της οποίας είχε αναλάβει την υποχρέωση να πωλεί στην αναιρεσίβλητη, με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, κατόπιν προηγούμενης παραγγελία της, διάφορες ποσότητες των ανωτέρω γεωργικών προϊόντων, με τη συμφωνία ότι για κάθε μερικότερη πώληση εμπορευμάτων θα εκδιδόταν το αντίστοιχο τιμολόγιο επί πιστώσει, στο οποίο και θα αποτυπώνονταν αναλυτικά κατ' είδος και αξία τα πωλούμενα εμπορεύματα, και το οποίο θα εξοφλείτο το αργότερο εντός μηνός από της εκδόσεώς του, β) ότι δυνάμει τριών επί μέρους συμβάσεων πώλησης, για τις οποίες εξέδωσε τα υπ' αριθμ.

… τιμολόγια, πώλησε και παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη τις αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες αραβοσίτου, αντί τιμήματος (μαζί με Φ.Π.Α.) 7.777,15 ευρώ, 22.081,66 ευρώ και 7.075,58 ευρώ, αντίστοιχα, και συνολικά αντί 36.934,39 ευρώ και γ) ότι η αναιρεσίβλητη, έναντι του παραπάνω συνολικού τιμήματος, κατέβαλε μέρος μόνον της αξίας του πρώτου τιμολογίου, και συγκεκριμένα το ποσό των 5.537,01 ευρώ, με αποτέλεσμα να της οφείλει το ποσό των 31.397,38 ευρώ (ήτοι ποσό 2.240 ευρώ με βάση το πρώτο τιμολόγιο και ολόκληρη την αξία των άλλων δύο τιμολογίων).

Με βάση το ιστορικό αυτό, η αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το παραπάνω ποσό των 31.397,38 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Η αναιρεσίβλητη, προς απόκρουση της αγωγής, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προέβαλε την ένσταση μερικής εξοφλήσεως του χρέους (άρθρ. 416 ΑΚ), ισχυριζόμενη ότι στις 30-5-2008, έναντι της αξίας των τριών ένδικων τιμολογίων, εξέδωσε σε διαταγή της αναιρεσείουσας και παρέδωσε σ' αυτήν τις υπ' αριθμ.

… και … μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 15.000 ευρώ η κάθε μία, με ημερομηνία έκδοσης … η πρώτη και … η δεύτερη, οι οποίες και πληρώθηκαν. Η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την ως άνω καταβολή, πλην, όμως, τόσο καθ' υποφοράν με την αγωγή της όσο και με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προέβαλε κατ' αντένταση ότι μόνον ένα μέρος της εν λόγω καταβολής, ανερχόμενο στο ποσό των 5.537,01 ευρώ, αφορούσε τις ένδικες συναλλαγές (το οποίο και δεν ζήτησε με την αγωγή της) και ότι με το υπόλοιπο ποσό των δύο επιταγών εξοφλήθηκε άλλο χρέος, που είχε προκύψει από τρεις προγενέστερες επί μέρους πωλήσεις εμπορευμάτων, για τις οποίες είχε εκδώσει τρία ξεχωριστά τιμολόγια, και ειδικότερα τα υπ' αριθμ.

…, … και …, συνολικής αξίας, κατ' απλό αριθμητικό υπολογισμό, 24.462,99 ευρώ (ήτοι 30.000 - 5.537,01). Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω αντένσταση της αναιρεσείουσας περί ύπαρξης άλλου προγενέστερου χρέους προς αυτή της αναιρεσίβλητης, η οποία, σημειωτέον, δεν αμφισβήτησε τις αντίστοιχες συναλλαγές αλλά ισχυρίστηκε, απλώς, ότι είχε εξοφλήσει το τίμημα αυτών με προγενέστερες καταβολές, είναι πλήρως ορισμένη, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε σαφώς την ύπαρξη προγενέστερου χρέους ύψους 24.462,99 ευρώ, επικαλούμενη αφενός μεν την ύπαρξη διαρκούς συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, στο πλαίσιο της οποίας, με διαδοχικές συμβάσεις, πωλούσε στην αναιρεσίβλητη ποσότητες γεωργικών προϊόντων, με τη συμφωνία να εκδίδεται για κάθε μερικότερη σύμβαση πώλησης το αντίστοιχο τιμολόγιο επί πιστώσει, στο οποίο αποτυπώνονταν αναλυτικά κατ' είδος και αξία τα πωλούμενα εμπορεύματα, αφετέρου δε την κατάρτιση τριών προγενέστερων επί μέρους συμβάσεων πώλησης, για τις οποίες είχαν εκδοθεί τα ανωτέρω υπ' αριθμ.

…, … και … τιμολόγια, συνολικής αξίας 24.462,99 ευρώ, και, συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται αναλυτικά το ύψος της οφειλής από έκαστο επί μέρους τιμολόγιο, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα ως άνω στοιχεία και το Δικαστήριο μπορούσε να εκτιμήσει την ως άνω αντένσταση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και η εναγομένη - αναιρεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να αμυνθεί κατ' αυτής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 32398/2010 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την ως άνω αντένσταση της αναιρεσείουσας, κρίνοντας αυτήν ορισμένη και νόμιμη, και έτσι απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση μερικής εξοφλήσεως ως ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως δε έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το αιτηθέν από αυτή ποσό των 31.397,38 ευρώ.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 747/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την αντένσταση της αναιρεσείουσας ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα δεν ανέφερε "ούτε το ύψος της οφειλής που απορρέει από το καθένα από τα ως άνω τρία τιμολόγια, που εκδόθηκαν πριν από τα επίδικα, ούτε όμως και το συνολικό ύψος της αξίας των τριών αυτών προγενέστερων τιμολογίων, στα οποία καταλογίζει το ποσό των επιταγών, χωρίς να μπορεί να προκύψει αυτό με μαθηματικούς υπολογισμούς από τα δικόγραφά της (προτάσεις, αγωγή), δεδομένου ότι ισχυρίζεται ότι με το ποσό των επιταγών καλύφθηκε μέρος του επιδίκου υπ' αριθμ.

… τιμολογίου, ύψους 5.537,01 ευρώ, καθώς και το "υπόλοιπο" από τα αναφερόμενα ως άνω προγενέστερα τιμολόγια, χωρίς να αναγράφει σε τι ποσό συνίστατο το υπόλοιπο αυτό". Ενόψει αυτού το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, και ακολούθως, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση μερικής εξοφλήσεως της αγωγικής απαίτησης κατά το ποσό των 30.000 ευρώ, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.397,38 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αόριστη την πιο πάνω αντένσταση της αναιρεσείουσας, καίτοι αυτή ήταν ορισμένη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας ως εκ τούτου στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 747/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Και Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ