Supreme Court allows retrial after finding lower court failed to justify refund of execution costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellant sought the return of 110,395.30 euros paid to the respondent for executing a prior final decision. The Court found the lower court's refusal to order the refund legally unfounded because it failed to provide sufficient reasoning for the specific amounts involved. Consequently, the appeal was accepted, the case was remitted for retrial before a different panel, and the appellant was awarded their legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 93(3) of the Code of Civil Procedure; When a final judgment lacks adequate reasoning regarding the return of funds paid under execution, the Supreme Court must accept the appeal, remand the case for retrial, and order the costs of the appeal against the losing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 666 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 666/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ξ.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο, που ανακάλεσε την από 3/3/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Ν. του Κ. που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βλάσιου Λεονάρδου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1990/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3678/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/11/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την, από 23/2/2017, έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι, κατά νόμο, το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο .αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 2119/2014).
Περαιτέρω, με την, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 § 6 ν. 1902/90, εκδοθείσα .../28.3.2002 (ΦΕΚ Β 418/5.4.02) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τροποποιήθηκε το άρθρο 38 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ (.../1479/1965 (ΦΕΚ Β 816) [όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με την ...18.3.97 Υπουργική Απόφαση (Εργασίας και Κοιν. Ασφαλίσεων ΦΕΚΒ 252) και την § 4 του άρθρου 88 του ν. 2676/99] και ορίστηκαν τα εξής: "1. Οι ελάχιστες εισφορές που καταβάλλονται για την κατασκευή ιδιωτικών οικοδομικών έργων και των λειτουργικών παραρτημάτων τους, ανεξάρτητα αν γι’ αυτά έχει εκδοθεί ή όχι άδεια πολεοδομικού γραφείου ή άλλης δημόσιας αρχής, είναι αυτές που αντιστοιχούν στην εργατική δαπάνη των ημερών εργασίας που υπολογίζονται, σύμφωνα με τα παρακάτω, για τις εργασίες που αναφέρονται στο α’ εδάφιο της παρ. ι του άρθρου 35 του παρόντος Κανονισμού, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 40 αυτού.
Ο αριθμός των ημερών εργασίας προσδιορίζεται, ανάλογα με το είδος του κτιρίου ή της οικοδομικής εργασίας, με βάση τους συντελεστές των πινάκων 1, 2 και 3.
Στον πίνακα 1 περιλαμβάνονται:
α) Οι συντελεστές, με τους οποίους υπολογίζονται οι ημέρες εργασίας για την κατασκευή ενός τετραγωνικού μέτρου κτιρίου βασικής ή άλλης χρήσης συμβατικής κατασκευής και "Ειδικών κτιρίων" ...
Στον πίνακα 2 περιλαμβάνονται:
Οι συντελεστές με τους οποίους υπολογίζονται οι ημέρες εργασίας για την κατασκευή ενός τετραγωνικού μέτρου χώρου βασικής ή άλλης χρήσης έργων, των οποίων ο φέρων οργανισμός κατασκευάζεται από προσωπικό επιχείρησης που ασφαλίζεται στο ΙΚΑ με τις κοινές διατάξεις ... Στον πίνακα 3 περιλαμβάνονται:
Οι συντελεστές με τους οποίους υπολογίζονται οι ημέρες εργασίας για την κατασκευή της κάθε μονάδας (τετραγωνικό μέτρο, κυβικό μέτρο, μέτρο μήκους κ.λ.π.) οικοδομικών εργασιών, που εκτελούνται σε προϋπάρχοντα έργα (επισκευές, διαρρυθμίσεις, αλλαγή χρήσης). ΠΙΝΑΚΑΣ 3 Αριθμού ημερομισθίων εργατοτεχνιτών (μη εστεγασμένων επαγγελμάτων) ανά μονάδα οικοδομικής εργασίας Α/Α ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΟΝΑΔΑ ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΩΝ ΑΝΑ ΜΟΝΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (1) (2) (3) (4) 1. ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΑ 1.01 Γενικές εκσκαφές γαιώδεις με μηχανικά μέσα (περιλαμβάνεται φόρτωση, μεταφορά κ.λ.π.
Μ3 0,002 1.02 Γενικές εκσκαφές ημιβραχώδεις με μηχανικά μέσα εκτός κομπρεσέρ (περιλαμβάνεται φόρτωση, μεταφορά κ.λ.π.
Μ3 0,004 1.03 Γενικές εκσκαφές βραχώδεις με μηχανικά μέσα εκτός κομπρεσέρ (περιλαμβάνεται φόρτωση, μεταφορά κ.λ.π.
Μ3 0,005 κλπ Εξάλλου, από τις διατάξεις των §§ 2 έως και 4 του άρθρου 40 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με την Φ 21/478/18-3/1.4.97 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων προκύπτει ότι "2. εάν, αντίστροφα, το κατ’ άρθρο 38 υπολογιζόμενο ποσό ασφαλιστικών εισφορών υπερβαίνει τις πράγματι οφειλόμενες εισφορές, συνεπεία μεταβολής του αρχικού σχεδίου ή διακοπής ή αναστολής των εργασιών για μία τουλάχιστον διετία κατά πρόβλεψη ή εάν δεν λήφθηκαν υπόψη στοιχεία του έργου στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 4 του άρθρου 38, οι τυχόν επιπλέον καταβληθείσες εισφορές επιστρέφονται άτοκα ως αχρεωστήτως καταβληθείσες.
Επίσης μειώνονται οι κατά το άρθρο 38 υπολογιζόμενες υποχρεωτικά καταβλητέες εισφορές, συνεπεία αποδεδειγμένης προσωπικής απασχόλησης του κυρίου του έργου και των πρώτου βαθμού συγγενών του, εφόσον είναι οικοδόμου και απασχολούνται σε εργασίες πρώτης μόνον κατοικίας, η οποία ανεγείρεται μετά από άδεια πολεοδομικού γραφείου ή άλλης δημόσιας αρχής και η επιφάνειά της είναι έως 150 τ.μ.
Η προσωπική απασχόληση του οικοδόμου λαμβάνεται υπόψη για μεν την ειδικότητα του τεχνίτη, εφόσον αποδεδειγμένα έχει ασφαλισθεί, οποτεδήποτε, με τις διατάξεις του ΣΤ κεφαλαίου του ΚΑ ΙΚΑ, για 600 τουλάχιστον ημέρες εργασίας, για δε την ειδικότητα του εργάτη, εφόσον αποδεδειγμένα έχει ασφαλισθεί, οποτεδήποτε, με τις διατάξεις του ιδίου κεφαλαίου για 100 τουλάχιστον ημέρες εργασίας.
Η μείωση των εισφορών λόγω προσωπικής απασχόλησης του κυρίου του έργου και των πρώτου βαθμού συγγενών του, δεν μπορεί να υπερβαίνει, κατά φάση, το 30% των κατά το άρθρο 38 υπολογιζόμενων ως υποχρεωτικά καταβλητέων εισφορών.
Ειδικά προκειμένου για εργασίες επαναχρωματισμών και μόνο γι’ αυτές, αφενός δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση η ιδιότητα του οικοδόμου, αφετέρου δεν τίθεται περιορισμός συμμετοχής της προσωπικής απασχόλησης για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.
Για τη μείωση του ποσού των εισφορών στις προαναφερόμενες περιπτώσεις απαιτείται η προσωπική απασχόληση του κυρίου του έργου και των πρώτου βαθμού συγγενών του να γνωστοποιείται στην υπηρεσία του Ιδρύματος πριν από την έναρξη της απασχόλησης.
Δεν λαμβάνεται υπόψη κάθε εκ των υστέρων γνωστοποίηση προσωπικής απασχόλησης στην Υπηρεσία του Ιδρύματος.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις το ποσό των εισφορών που επιστρέφεται υπολογίζεται ανάλογα με το μέγεθος των εργασιών των περιπτώσεων που αναφέρονται στο εδαφ. α και β’ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4.
Σε περίπτωση που συνεχισθεί εκ νέου η εκτέλεση των εργασιών που είχαν ανασταλεί, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 37 και τα επόμενα του παρόντος." Από όλες τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι θεσπίζεται μ’ αυτές μαχητό τεκμήριο οφειλής ελάχιστων καταβλητέων εισφορών, για κάθε οικοδομική εργασία που υπολογίζεται με το περιγραφόμενο στις διατάξεις αυτές αντικειμενικό σύστημα. Και τούτο διότι, διαφορετικά, η έλλειψη ρητής διάταξης νόμου που θα προβλέπει την τελική εκκαθάριση των καταβλητέων εισφορών και την επιστροφή στον εργοδότη των επιπλέον εισφορών όταν οι πραγματικές υπολείπονται των τεκμαρτώς υπολογιζόμενων, θα απέκλειε εκ των προτέρων στο βαρυνόμενο εργοδότη το δικαίωμα να ανταποδείξει και θα συνιστούσε ανεπίτρεπτο συνταγματικά περιορισμό του δικαιώματός του για δικαστική προστασία, καθώς και μη επιτρεπτή νομοθετική επέμβαση στην άσκησή της, κατά το Σύνταγμα προβλεπόμενης δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι η αποδεικτική διαδικασία αποτελεί ουσιώδες μέρος της διοικητικής δίκης.
Συνεπώς, ο βαρυνόμενος εργοδότης επιτρέπεται πάντοτε, ακόμα και σε περίπτωση για την οποία δεν προβλέπεται ρητώς εκκαθάριση από ειδική νομοθετική διάταξη να προβεί στην ανατροπή του παραπάνω τεκμηρίου προβάλλοντας, κατ’ αντένσταση, συνδρομή των κατ’ άρθρο 40 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ προβλεπομένων λόγων μειώσεως των κατά το άρθρο 38 τεκμαρτώς υπολογιζομένων ελαχίστων εισφορών.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ παρ. 1 του ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσφέρει την αντιπαροχή (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), εκτός αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί συνέπεια της αρχής της αλληλεξάρτησης των παροχών, η οποία διέπει τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όπως είναι και η σύμβαση έργου (άρθρο 681 επ. ΑΚ), προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι οι εξής: α] έγκυρη αμφοτεροβαρής σύμβαση, δηλαδή εκείνη στην οποία συνυπάρχουν ταυτόχρονα μια παροχή και μια αντιπαροχή, β] απαίτηση του ενός συμβαλλόμενου προς τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει ο τελευταίος τη δική του παροχή, γ] μη εκπλήρωση της παροχής από το συμβαλλόμενο που ζητά την αντιπαροχή, δ] ο συμβαλλόμενος που ζητά την αντιπαροχή να μην υποχρεούται σε προεκπλήρωση.
Η άρνηση εκπλήρωσης της αντιπαροχής με την έννοια της διάταξης του άρθρου 374 του ΑΚ, συνιστά ένσταση ουσιαστικού δικαίου διαρκή, μη αυτοτελή και αναβλητική, αφού δεν κατευθύνεται στην απόρριψη της αγωγής, αλλά στην αναβολή εκπλήρωσης της παροχής του εναγόμενου, ώσπου να εκπληρωθεί και η αντιπαροχή και επιτρέπεται κατά αξίωσης υπαρκτής και ληξιπρόθεσμης, δηλαδή ήδη απαιτητής.
Η παροχή και αντιπαροχή, βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς τη γένεση όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, έτσι ώστε και οι δύο συμβαλλόμενοι να υποχρεούνται να εκτελέσουν ταυτόχρονα τη βαρύνουσα καθένα από αυτούς παροχή, αν δε ο ένας από τους συμβαλλομένους ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει εκείνος πρώτος την παροχή, θα αποκρουστεί με την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, σκοπός της οποίας είναι ο εξαναγκασμός και των δύο σε ταυτόχρονη εκπλήρωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 378 ΑΚ.
Όμως, η ένσταση αυτή του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος έχει έδαφος εφαρμογής μόνον, όταν δεν δημιουργείται υποχρέωση για κανένα από τους συμβαλλομένους, είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο, σε προεκπλήρωση της παροχής. Αν υπάρχει υποχρέωση σε προεκπλήρωση της παροχής, η διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ δεν εφαρμόζεται, εκτός αν η γενόμενη από τον υπόχρεο προεκπλήρωση είναι ελλιπής ή πλημμελής, οπότε ο αντισυμβαλλόμενος που την αποδέχθηκε, έχει την ένσταση της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής (ΑΠ 2208/2013).
Με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 19 (και όχι 1) ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβάσεως των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 38, 40 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ (.../1479/1965 ΦΕΚ 816 Β) και 374 ΑΚ από την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την κατ’ αυτής (αναιρεσείουσας - εργοδότριας) ασκηθείσα ένδικη αγωγή της αναιρεσιβλήτου (εργολάβου) περί καταβολής υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής (55.308,52 Ευρώ), απορρίπτοντας, ως ουσιαστικά αβάσιμη (μη αποδειχθείσα), την από την ίδια (αναιρεσείουσα).
προς απόκρουση της εν λόγω αγωγής, προβληθείσα από το άρθρο 374 ΑΚ ένσταση (μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος), διαλαμβάνοντας στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου αντιφατική και ελλιπή αιτιολογία αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα α) του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών που η εργολήπτρια αναιρεσίβλητη εταιρεία θα έπρεπε να καταβάλλει προς το ΙΚΑ για το εκτελεσθέν από την ίδια (αναιρεσίβλητη) έργο της αναιρεσείουσας, οι οποίες, κατά την ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης και σύμφωνα με τον 12ο όρο της μεταξύ τους συμφωνίας, έπρεπε να υπολογιστούν "με βάση τις εργασίες που απαιτούντο για το συγκεκριμένο έργο και όχι με βάση τον αριθμό των ημερομισθίων που η ίδια (εργολήπτρια) θα επικαλείτο ότι πραγματοποιήθηκαν για την εκτέλεσή του", και β) (συνακολούθως) της ουσιαστικής βασιμότητας της κατά τα άνω προβληθείσας ενστάσεως του 374 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τ’ ακόλουθα: "Δυνάμει σύμβασης μίσθωσης έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στην Αθήνα στις 5-3-2004, ανατέθηκε από την εναγόμενη εργοδότρια εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ξ.Ε" προς την ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".... και Σια ΟΕ" η εκτέλεση εργασιών σκυροδέτησης στο κτίριο "..." που βρίσκεται στο ξενοδοχειακό συγκρότημα "..." στη .... Η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε με τη διαμεσολάβηση της διευθύντριας του έργου τεχνικής εταιρίας κατασκευών με την επωνυμία "...
Α.Ε", που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη, στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκε, μεταξύ άλλων, η επιλογή των εκάστοτε συνεργείων για την εκτέλεση των επιμέρους τμημάτων του έργου, η επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών του και η επιμέτρηση αυτών κατά την παράδοση και παραλαβή του (έργου). Για την κατάρτιση της σύμβασης υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων μερών το από 5-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο, με τους ειδικότερους όρους του, καθόριζε τις μεταξύ τους υποχρεώσεις.
Η ανάθεση του έργου έγινε με βάση την από 10-2-2004 προσφορά της εργολήπτριας εταιρίας (ενάγουσας), από την οποία προέκυπτε ενδεικτικός προϋπολογισμός δαπάνης 83.000 ευρώ (άρθρο 1 του συμφωνητικού), ενώ στη τιμή αυτή, εκτός από το εργολαβικό της κέρδος, συμπεριλαμβάνονταν όλες οι δαπάνες για υλικά, μηχανήματα, εργαλεία και εργατικά, για τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία, για την ασφάλιση των τεχνιτών και εργατών που θα χρησιμοποιούσε και για τα εν γένει έξοδά της (άρθρο 2).
Πιο συγκεκριμένα, με βάση την από 10-2-2004 προσφορά, συμφωνήθηκαν οι ακόλουθες εργασίες: 1] κατασκευή δεξαμενής από έγχυτο σκυρόδεμα κατηγορίας C20/25 για 120 klg σίδηρο, 2] κατασκευή νέας πλάκας στο ξενοδοχείο "..." με βάσεις, υποστυλώματα και δοκούς σύνδεσης από έγχυτο σκυρόδεμα κατηγορίας C20/25 και βλήτρα 010/25, που θα τοποθετούνταν στην υπάρχουσα πλάκα, 3] κατασκευή και σκυροδέτηση περιμετρικών τοιχίων, νέων στύλων και δοκών στήριξης, σκυροδέτηση πλακών οροφής για την επέκταση του SPA και 4] δαπεδόστρωση με gross beton από έγχυτο σκυρόδεμα C20/25 για την επέκταση του SPA.
Η αμοιβή της εργολήπτριας εταιρίας για τις ανωτέρω εργασίες συμφωνήθηκε στο ποσό των 240 ευρώ ανά κυβικό μέτρο. Το έργο συμφωνήθηκε να αποπερατωθεί εντός είκοσι (20) ημερολογιακών ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού, με την προϋπόθεση ότι θα είχαν παραδοθεί έγκαιρα στην εργολήπτρια τα υλικά προμήθειας και τα οριστικά σχέδια κατασκευής των μελετητών (άρθρο 7).
Στη συνέχεια και ενώ ήταν σε εξέλιξη οι, ως άνω, εργασίες, η εναγόμενη εργοδότρια εταιρία, πάλι με τη διαμεσολάβηση της διευθύντριας του έργου, ανέθεσε στην ενάγουσα εργολήπτρια εταιρία προφορικά την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών (λοξά τοιχία, κούτελα, σκάλες κλπ.) τόσο στο ίδιο, ως άνω, κτίριο, όσο και στο κτίριο "...", αλλά και στον περιβάλλοντα χώρο, με βάση τους όρους του από 5-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού και έτσι, ενώ η αρχική συμφωνία αφορούσε εργασίες σκυροδέτησης, συνολικού όγκου 327,76 κυβικών μέτρων, η τελική αφορούσε εργασίες, συνολικού όγκου 1.566,24 κυβικών μέτρων.
Για τις επιπλέον εργασίες συμφωνήθηκαν προφορικά, με βάση την από 10-5-2004 προσφορά της εργολήπτριας εταιρίας και κατόπιν διαπραγμάτευσης, οι ακόλουθες τιμές: 1] λοξά τοιχία 8 ευρώ ανά τ.μ., 2] κούτελα στηθαία, ζαρντινιέρες 17 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, 3] σκάλες 8 ευρώ ανά σκαλοπάτι και 4] συντριβάνι 22 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, το δε τελικό κόστος τους ανήλθε στο ποσό των 260.931,20 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.
Για τις εν λόγω πρόσθετες εργασίες δεν προκύπτει ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συγκεκριμένος χρόνος παράδοσης. Η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να λαμβάνει χώρα τμηματικά κατά την εκτέλεση του έργου και τον έλεγχο των επιμέρους εργασιών από την διευθύντρια εταιρία (... Α.Ε), ενώ, με το από 5-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ρητά ότι η ολοσχερής εξόφληση του τιμήματος θα ελάμβανε χώρα μετά την παραλαβή ολόκληρου του έργου πάλι από την διευθύντρια εταιρία και την καταβολή από την εργολήπτρια εταιρία όλων των ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α για το εργατοτεχνικό προσωπικό που απασχολήθηκε στο συγκεκριμένο έργο.
Ειδικότερα στον 12° όρο του συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι "Η ολοσχερής εξόφληση της όλης εργασίας θα γίνει μετά την παραλαβή του έργου από τον Δ/NTH ΕΡΓΟΥ και την προσκόμιση από τον ΥΠΕΡΓΟΛΑΒΟ βεβαιώσεων του ΙΚΑ και με βάση τον τελικό λογαριασμό του έργου ότι εκπληρώθηκαν όλες οι υποχρεώσεις των ασφαλιστικών εισφορών για το συγκεκριμένο έργο".
Όμως, στη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του θεσμικού περί ΙΚΑ ...1951, ορίζεται ότι "Για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων ευθύνεται επί παροχής εξηρτημένης εργασίας ο εργοδότης..." και συνεπώς καθίσταται σαφές ότι μόνο ο τελευταίος έχει τη δυνατότητα να ζητήσει και να λάβει από τον άνω ασφαλιστικό φορέα τις σχετικές αποδείξεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
Κατόπιν τούτου, από την άνω διατύπωση του όρου του συμφωνητικού δημιουργείται ασάφεια, σχετικά με την υποχρέωση που βαρύνει την εργολήπτρια εταιρία και ως εκ τούτου κρίνεται αναγκαία η ερμηνεία της σύμβασης κατά το μέρος αυτό, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 200 του ΑΚ. Με κριτήριο δε τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών όρων του συμφωνητικού και ιδίως του 2ου όρου, σύμφωνα με τον οποίο στο συνολικό τίμημα του έργου περιλαμβάνονταν και οι εισφορές προς τα ασφαλιστικά ταμεία των εργατών και τεχνικών, που θα χρησιμοποιούσε η εργολήπτρια εταιρία, συνάγεται ότι, ανεξαρτήτως της ακριβούς διατύπωσης του 12ου όρου του συμφωνητικού, η αληθινή βούληση των διαδίκων μερών, κατά την σύναψή του, ήταν η ανάληψη εκ μέρους της εργολήπτριας εταιρίας της υποχρέωσης να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων εργατών και τεχνικών της προς το ΙΚΑ, αδιαφόρως του ότι η ίδια δεν εδικαιούτο να ζητήσει τη χορήγηση των σχετικών βεβαιώσεων πληρωμής για λογαριασμό της, κάτι άλλωστε, που είναι άνευ σημασίας, αφού, σε κάθε περίπτωση, στην εν λόγω ενεργεία είχε την δυνατότητα να προβεί η εργοδότρια εταιρία, η οποία και είχε, κατά νόμο, το αντίστοιχο δικαίωμα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Δηλαδή, από το όλο πνεύμα της επίδικης σύμβασης έργου και του πλαισίου των υποχρεώσεων, που ανέλαβαν μ’ αυτήν τα διάδικα μέρη, καθίσταται σαφές ότι αυτό που πραγματικά ενδιέφερε, κατά την κατάρτιση του συγκεκριμένου όρου, ήταν η καταβολή από την εργολήπτρια εταιρία των ασφαλιστικών εισφορών και όχι η ανάληψη από την τελευταία της υποχρέωσης να προβεί στην υλική ενέργεια της παραλαβής από το ΙΚΑ των σχετικών βεβαιώσεων για την καταβολή τους.
Ωστόσο, το ίδιο άρθρο (12° του από 5-3-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού) χρήζει ερμηνείας από το Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 200 του ΑΚ, προκειμένου να διευκρινιστεί και η ασάφεια που δημιουργείται από τη διατύπωση του, σχετικά με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών, που ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει η εργολήπτρια εταιρία.
Με κριτήριο δε και πάλι τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο του ανωτέρω συμφωνητικού, κατά την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, ο ανωτέρω όρος αναφερόταν σε όλες τις ασφαλιστικές εισφορές που σε κάθε περίπτωση οφείλονταν προς το ΙΚΑ, ήτοι σε αυτές που ο εν λόγω ασφαλιστικός φορέας θα ζητούσε να καταβληθούν, με βάση τις εργασίες που απαιτούντο για το συγκεκριμένο έργο και όχι με βάση τον αριθμό των ημερομισθίων, που η εργολήπτρια εταιρία θα επικαλείτο ότι πραγματοποιήθηκαν για την εκτέλεσή του.
Εξάλλου, μόνο αυτή την έννοια δύναται να προσδώσει η φράση "ότι εκπληρώθηκαν όλες οι υποχρεώσεις των ασφαλιστικών εισφορών για το συγκεκριμένο έργο", που χρησιμοποίησαν τα συμβαλλόμενα μέρη κατά την κατάρτιση του συγκεκριμένου όρου του συμφωνητικού, ενώ αν η βούλησή τους ήταν να περιορισθεί η υποχρέωση της εργολήπτριας μόνο στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, που αντιστοιχούν στα πραγματοποιηθέντα για την εκτέλεση του έργου ημερομίσθια, τούτο θα είχε διατυπωθεί ρητά στη σύμβαση.
Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα εργολήπτρια εταιρία εκτέλεσε προσηκόντως τις συμφωνηθείσες εργασίες και παρέδωσε εμπροθέσμως το έργο στην εναγόμενη εργοδότρια εταιρία, η τελευταία δε προέβαινε σε καταβολές του τιμήματος για τις εργασίες που εκτελούνταν τμηματικά και μετά από σχετική πιστοποίηση αυτών.
Συγκεκριμένα πραγματοποιήθηκαν τέσσερις πιστοποιήσεις από την διευθύντρια του έργου (... Α.Ε) και δη στις 7-4-2004, 25-5-2004, 21-7-2004 και 16-10-2004, κατά τις οποίες η τελευταία ενέκρινε την καταβολή συγκεκριμένου κάθε φορά ποσού προς την ενάγουσα εργολήπτρια εταιρία. Ειδικότερα: Α] Η πρώτη πιστοποίηση έλαβε χώρα την 7η -4-2004, κατά την οποία πιστοποιήθηκαν οι κατωτέρω εργασίες, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 134.092,82 ευρώ, ήτοι:
1η Πιστοποίηση-Περιγραφή εργασιών Μονάδα μέτρησης Ποσότητα Τιμή μονάδος Συνολικό κόστος Ποσοστό πιστοποίησης Δαπάνη εκτελεσμένου έργου Κατασκευή δεξαμενής από ένχυτο σκυρόδεμα κατηγορίας C20/25 για 120 klg σίδηρο μ3 73,73 240,00€ 17.695,20€ 100% 17.695,2€ Δαπεδόστρωση δεξαμενής με gross-beton πάχους 12 εκ.
μ3 7,31 130,00€ 950,30€ 100% 950,30€ Κατασκευή νέας πλάκας στο ... με βάσεις, υποστηλώματα και δοκούς συνδέσεως μ3 45,40 240,00€ 10.896,00€ 100% 10.896€ Για τις ανωτέρω αναφερόμενες εργασίες καταβλήθηκε το ποσό των 114.239,54€, -.πλέον φόρων αντί του ποσού των 134.092,826 πλέον φόρων. Επομένως, από την πρώτη πιστοποίηση η εναγομένη όφειλε, ως υπόλοιπο αμοιβής της ενάγουσας, το 5 των 19.853,28€, πλέον φόρων (134.092,82-114.239,54).
Β. Η δεύτερη πιστοποίηση έλαβε χώρα την 25/05/2004, κατά την οποία πιστοποιήθηκαν οι κατωτέρω εργασίες (στις οποίες περιλαμβάνονται τόσο οι εκτελεσθείσες εργασίες όσο και νέες που εκτελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ πρώτης και δεύτερης πιστοποίησης). Για τις εν λόγω εργασίες η αμοιβή της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 212.394,81 ευρώ. ήτοι:
1η Πιστοποίηση-Περιγραφή εργασιών Μονάδα μέτρησης Ποσότητα Τιμή μονάδος Συνολικό κόστος Ποσοστό πιστοποίησης Δαπάνη εκτελεσμένου έργου Κατασκευή δεξαμενής νερού από ένχυτο σκυρόδεμα κατηγορίας C20/25 για 120 klg σίδηρο μ3 101,97 240,00€ 24.472,80€ 100% 24.472,8€ ...
Γ. Η τρίτη πιστοποίηση έλαβε χώρα την 21η-7-2004. κατά την οποία πιστοποιήθηκαν οι κατωτέρω εργασίες, για τις οποίες η αμοιβή της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 305.137.90 ευρώ, ήτοι:
3η Πιστοποίηση-Περιγραφή εργασιών Μονάδα μέτρησης Ποσότητα Τιμή μονάδος Συνολικό κόστος Ποσοστό Εκτέλεσης Ποσοστό Πιστοποίησης Δαπάνη Εκτελεσμένου ‘ Εργου ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ... Κατασκευή δεξαμενής νερού από ένχυτο σκυρόδεμα κατηγορίας C20/25 για 120 klg σίδηρο μ3 101,97 240,00€ 24.472,80€ 100% 100% 24.472,80€ Σκυροδέτηση δεξαμενής νερού (δάπεδο και μονόπλευρα τοιχεία) με άοπλο σκυρόδεμα C20/25 μ3 43,26 130,00€ 5.623,80€ 100% 100% 5.623,80€ Δαπεδόστρωση δεξαμενής με gross-beton πάχους 12cm μ3 7,31 130,00€ 950,30€ 100% 100% 950,30€ Με την τρίτη πιστοποίηση καταβλήθηκε το ποσό των 112.596,37 ευρώ, πλέον φόρων (πιστοποιήθηκε προς καταβολή το ποσό των 305.137,90€ από το οποίο αφαιρέθηκε το ποσό των προηγούμενων πιστοποιήσεων των 212.394,816 στο οποίο προστέθηκε το ποσό των 19.853,286, που οφειλόταν από την πρώτη πιστοποίηση = 112.596,376 πλέον φόρων και δη 112.596,37€+ΦΠΑ 18%: 20.267,35€ - ΠΦΕ 3%: 3.377,82€ - παρακράτηση καλής εκτέλεσης 10%: 11.259,64€ = 118.226,18€).
Συνεπώς με τις ανωτέρω πιστοποιήσεις καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των (114.239,54 + 78.301.99 + 112.596,37=) 305.137,90 ευρώ.
Δ. Η τέταρτη πιστοποίηση έλαβε χώρα την 16η-10-2004, κατά την οποία πιστοποιήθηκαν οι κατωτέρω εργασίες, συνολικής αξίας 336.632,40 ευρώ, ήτοι: ... Με την τελευταία από τις άνω πιστοποιήσεις η διευθύντρια του έργου ενέκρινε προς καταβολή το ποσό των 33.069,23 ευρώ [ήτοι (336.632,40 μείον 305.137,90=) 31.494,50 + ΦΠΑ 18% (5.669,01) μείον ΠΦΕ 3% (944,84) μείον παρακράτηση καλής εκτέλεσης 10% (3.149,45)], καθώς και το άθροισμα των ποσών των παρακρατήσεων σε ποσοστό 10%, που είχαν πραγματοποιηθεί επί του ακαθαρίστου ιης συμφωνηθείσης αμοιβής, το οποίο ανερχόταν σε 22.239,29 ευρώ και προκύπτει ως εξής:
Α] επί του ποσού των 114.239,54 ευρώ, το οποίο εγκρίθηκε προς καταβολή με την πρώτη πιστοποίηση, δεν έγινε καμία παρακράτηση, Β] επί του ποσού των 78.301,99 ευρώ, το οποίο εγκρίθηκε προς καταβολή με την δεύτερη πιστοποίηση, παρακρατήθηκε το ποσό των (78.301,99 Χ 10%=) 7.830,20 ευρώ, Γ) επί του ποσού των 112.596,37 ευρώ, το οποίο εγκρίθηκε προς καταβολή με την τρίτη πιστοποίηση, παρακρατήθηκε το ποσό των (112.596,37 Χ 10%=) 11.259,64 και Δ) επί του ποσού των 31.494,50 ευρώ, που εγκρίθηκε προς καταβολή με την τέταρτη πιστοποίηση, παρακρατήθηκε το ποσό των (31.494,50 Χ 10%=) 3.149,45 ευρώ.
Κατόπιν τούτων, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό της αμοιβής της ενάγουσας για την εκτέλεση του επιδίκου έργου ανήλθε στο ποσό των (33.069,23 + 22.239,29=) 5.308,52 ευρώ. ‘ Ολες τις προαναφερόμενες ανατεθείσες στην ενάγουσα εργολήπτρια εταιρία εργασίες και τις συμφωνηθείσες γι’ αυτές τιμές, την προσήκουσα εκτέλεσή τους και την εμπρόθεσμη παράδοση του έργου, επιβεβαιώνει με την κατάθεσή της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η μάρτυρας της τελευταίας, Κ.
Ν., αλλά δεν αμφισβητεί και η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) εργοδότρια εταιρία, η οποία δεν αμφισβητεί ούτε και το προαναφερόμενο ύψος του υπόλοιπου οφειλόμενου της αμοιβής της εργολήπτριας εταιρίας. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι κατά την εκτέλεση του έργου η εργολήπτρια κατέβαλε και ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε 368 ημερομίσθια που πραγματοποίησε το εργατικό και τεχνικό προσωπικό της, την καταβολή δε των εν λόγω ασφαλιστικών εισφορών δεν αμφισβητεί η εναγόμενη.
Ωστόσο, η τελευταία αρνήθηκε να καταβάλει το προαναφερόμενο υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό της αμοιβής για την εκτέλεση του επιδίκου έργου, μολονότι οχλήθηκε από την ενάγουσα προς τούτο, με την από 4-4-2005 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση, πρόσκληση, η οποία της επιδόθηκε στις 6-4-2005 (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αρ. ... /6-4-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι.
Χ.). Συγκεκριμένα επικαλέστηκε προς την ενάγουσα εργολήπτρια εταιρία ότι αυτή δεν εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις, που ανέλαβε με το από 5-3-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και δη με τον 12ο όρο αυτού, σύμφωνα με τον οποίο για την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος όφειλε να καταβάλει όλες τις ασφαλιστικές εισφορές των εργατών και τεχνιτών, που απασχόλησε για την εκτέλεση του επιδίκου έργου, προς το ΙΚΑ και την κάλεσε με τις από 18-11-2004 και 10-12-2004 επιστολές της, καθώς και με την από 18-10-2006 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της να εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωσή της, ενημερώνοντάς την συγχρόνως ότι οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ, κατά το σύστημα του αντικειμενικού υπολογισμού για το συγκεκριμένο έργο, αντιστοιχούν σε τουλάχιστον 970 ημερομίσθια και όχι σε 368 και ότι ως εκ τούτου οφείλονται ασφαλιστικές εισφορές για επιπλέον (970 μείον 368=) 602 ημερομίσθια.
Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι πράγματι οι ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ για το συγκεκριμένο έργο αντιστοιχούν σε περισσότερα από 368 ημερομίσθια, για τα οποία έχουν ήδη καταβληθεί από την ενάγουσα εργολήπτρια εταιρία και δη ότι αντιστοιχούν σε 970 ημερομίσθια. Από μόνο δε τον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την εναγομένη άνευ ημερομηνίας και ανυπόγραφο πίνακα υπολογισμού ημερομισθίων βάσει των συντελεστών Πίνακα 3 του ΙΚΑ και τον από 22-6-2005 αντίστοιχο συνοπτικό αυτού, το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί σε ασφαλή κρίση περί της βασιμότητας του ισχυρισμού της, σύμφωνα με τον οποίο, κατά το σύστημα του αντικειμενικού υπολογισμού, ο αριθμός των ημερομισθίων των εργατοτεχνιτών, ανά μονάδα οικοδομικής εργασίας για το συγκεκριμένο έργο, ανέρχεται σε 970.
Τούτο διότι, αφενός μεν όσον αφορά τον πρώτο από τους ανωτέρω πίνακα, ο οποίος φέρει την σφραγίδα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών), δεν αναγράφεται επ’ αυτού καν το όνομα του προσώπου, που τον συνέταξε, αφετέρου δε όσον αφορά τον δεύτερο συνοπτικό πίνακα δεν αναγράφεται η ιδιότητα του προσώπου, που τον συνέταξε, ονόματι Χ.
Μ. Έτσι, όμως, δεν δύναται να κριθεί αν τα πρόσωπα που συνέταξαν τους ανωτέρω πίνακες είχαν την αρμοδιότητα και τις απαιτούμενες γνώσεις υπολογισμού των ημερομισθίων για το συγκεκριμένο έργο, βάσει των οποίων έπρεπε να καταβληθούν και οι ανάλογες ασφαλιστικές εισφορές. Από τα ανωτέρω έγγραφα συνεπώς, χωρίς οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο και δη χωρίς να γίνεται επίκληση και προσκόμιση σχετικής βεβαίωσης της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει επακριβώς ο αριθμός των ημερομισθίων για τα οποία οφείλονται ασφαλιστικές εισφορές για το συγκεκριμένο έργο και ο τρόπος υπολογισμού τους, δεν αποδεικνύεται ότι έπρεπε να καταβληθούν ασφαλιστικές εισφορές για περισσότερα από 368 ημερομίσθια, για τα οποία και πράγματι καταβλήθηκαν.
Ως εκ τούτου δεν αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη από την εναγόμενη ένσταση περί μη προσήκουσας εκπλήρωσης της υποχρέωσης της ενάγουσας (άρθρο 374 του ΑΚ), ήτοι ότι η τελευταία δεν εκπλήρωσε την, υποχρέωσή της να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές για επιπλέον 602 ημερομίσθια και επομένως η εν λόγω ένσταση πρέπει να απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πλήρως αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη αδικαιολόγητα αρνείται την καταβολή του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού της αμοιβής της ενάγουσας, ύψους 55.308,52 ευρώ, καθόσον η τελευταία εκπλήρωσε προσηκόντως και εμπροθέσμως όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ως εκ τούτου δικαιούται να λάβει το σύνολο της αμοιβής της για την εκτέλεση του επιδίκου έργου, σύμφωνα με τον 12ο όρο του συμφωνητικού".
‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην επικαλουμένη από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της εκ πλαγίου, δηλαδή, παραβάσεως των ως άνω εφαρμοσθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων καθόσον απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την προταθείσα από την αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της κατ’ αυτής ενδίκου αγωγής της αναιρεσιβλήτου, ένσταση του άρθρου 374 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των ως άνω κανόνων δικαίου αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, του ύψους, δηλαδή, των ασφαλιστικών εισφορών που η εργολήπτρια - αναιρεσίβλητη θα έπρεπε, με βάση τον 12ο όρο της μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας καταρτισθείσας εργολαβικής σύμβασης, να καταβάλλει προς το ΙΚΑ για το εκτελεσθέν από την ίδια (αναιρεσίβλητη) έργο, από την προσήκουσα εκπλήρωση της οποίας (καταβολής) είχε εξαρτηθεί (με βάση τον ίδιο ως άνω όρο) η εξόφληση του υπολοίπου της οφειλόμενης από την εργοδότρια - αναιρεσείουσα σ’ αυτήν (αναιρεσίβλητη) αμοιβής.
Ειδικότερα, αν και η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται με [ τη μη πληττομένη με την ένδικη αναίρεση] ρητή παραδοχή ότι "... κατά την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, ο ανωτέρω όρος (12) [περί καταβολής δηλαδή από την αναιρεσίβλητη όλων των προς το ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούσαν στο εκτελεσθέν έργο) αναφερόταν σε όλες τις ασφαλιστικές εισφορές που σε κάθε περίπτωση οφείλονταν προς το ΙΚΑ, ήτοι σε αυτές που ο εν λόγω ασφαλιστικός φορέας θα ζητούσε να καταβληθούν με βάση τις εργασίες που απαιτούντο για το συγκεκριμένο έργο και όχι με βάση τον αριθμό των ημερομισθίων που η εργολήπτρια εταιρεία θα επικαλείτο ότι πραγματοποιήθηκαν για την εκτέλεσή του" απορρίπτει την, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προβληθείσα από την αναιρεσείουσα και ορισμένη κριθείσα ένσταση του 374 ΑΚ με την ελλειπή αλλά και αντιφατική προς την ανωτέρω παραδοχή αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη (εργολήπτρια) εκπλήρωσε την αναληφθείσα υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών καταβάλλοντας, όχι τις ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στις ημέρες εργασίας που προκύπτουν με βάση το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού που προβλέπεται στο άρθρο 38 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, που λεπτομερώς αναφέρθηκε στη σχετική μείζονα σκέψη και τις οποίες δεν προσδιόρισε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ανωτέρω άρθρο, ώστε να διαπιστωθεί αν οι γενόμενες δεκτές ως οφειλόμενες εισφορές ανταποκρίνονται στις οφειλόμενες κατά το μαχητό τεκμήριο ελάχιστες εισφορές, αλλά το ισόποσο αυτών που αντιστοιχούν στα πραγματοποιηθέντα (368) ημερομίσθια, χωρίς παράλληλα να δέχεται ανατροπή του από την ως άνω διάταξη του άρθ. 38 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ απορρέοντος μαχητού τεκμήριου καταβολής ελαχίστ εισφορών με την παραδοχή κάποιας από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40 του παραπάνω Κανονισμού υπό τη συνδρομή της οποίας μπορεί να μειωθούν, κατά τα προεκτεθέντα, οι κατά το άνω σύστημα οφειλόμενες ελάχιστες εισφορές, η οποία (συνδρομή), θα πρέπει να σημειωθεί ότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως αλλά και των υποβληθεισών από την αναιρεσίβλητη προτάσεων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε, κατ’ αντένσταση, από την εργολήπτρια υπόχρεη εταιρεία (αναιρεσίβλητη)].
Εξ αιτίας της κατά τα άνω ανεπαρκείας και αντιφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί, περαιτέρω, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι τα στοιχεία για την εφαρμογή των διατάξεων που (δεν) εφαρμόστηκαν (ΑΠ 1131/2007), δεκτής γενομένης, συνακολούθως, ως και ουσιαστικά βασίμου, της προβαλλομένης με το μοναδικό, από το άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αιτιάσεως.
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως "δεν αποδεικνύεται από οιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι πράγματι οι ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ για το συγκεκριμένο έργο αντιστοιχούν σε περισσότερα από 368 ημερομίσθια για τα οποία έχουν καταβληθεί και δη ότι αντιστοιχούν σε 970 ημερομίσθια" αναφέρεται αποκλειστικά στον τεκμαρτό υπολογισμό των οφειλομένων εισφορών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αβάσιμη η προβαλλομένη αιτίαση, κρίνεται απορριπτέος αναιρούμενος από την ετέρα παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι "αποδεικνύεται επίσης ότι κατά την εκτέλεση του έργου η εργολήπτρια κατέβαλε ασφαλιστικές παροχές προς το ΙΚΑ, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε 368 ημερομίσθια που πραγματοποίησε το εργατικό και τεχνικό προσωπικό της" από το συνδυασμό των οποίων σαφώς προκύπτει ότι αμφότερες οι παραδοχές αναφέρονται σε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ υπολογισθεισών με βάση τον αριθμό των πραγματοποιηθέντων ημερομισθίων όπως αυτό άλλωστε συνομολογείται και με την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας (βλ. 5ο φύλλο προσβαλλόμενης αποφάσεως) και όχι όπως έπρεπε με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό, κατά τα αβασίμως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο δικόγραφο ή με τις προτάσεις ή και με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του μέχρι την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση αυτή ζητείται η νομιμοτόκως απόδοση των καταβληθέντων χρηματικών ποσών, [στα οποία περιλαμβάνονται μόνο το κεφάλαιο, οι τόκοι, τα επιδικασθέντα έξοδα καθώς και οι επί του αθροίσματος αυτού νόμιμοι τόκοι όχι όμως και τα έξοδα έκδοσης απογράφου και αντιγράφου προς εκτέλεση και της σύνταξης επιταγής (ΑΠ 1298/2010, ΑΠ 8/2008) καθώς και τα παρακρατηθέντα για φόρο εισοδήματος ποσά (ολ.ΑΠ 11/2007)] αποκλειστικά από την επίδοση (της αναιρετικής απόφασης (Ολ ΑΠ 37/2005) (ΑΠ 1590/2008) λόγος για τον οποίο επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός, των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτία.5 καταβολής εκάστου εξ αυτών ώστε να καθίσταται, εφικτός ιδίως στην περίπτωση εν μέρει αναίρεσης της απόφασης, ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον καταβαλλόντα (ΑΠ 1423/2010).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών η υπό κρίση, από 2-3-17, αίτηση της αναιρεσείουσας με την οποία ζητείται, η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της, προαποδεικτικώς αποδεικνυομένης, εκτέλεσης της προσβαλλομένης αναιρουμένης αποφάσεως, με την καταψήφιση της αναιρεσίβλητης στην προς αυτήν (αναιρεσείουσα) καταβολή του ποσού των 110.395,30 ευρώ, το οποίο συνολικά, για κεφάλαιο, τόκους αυτού, δικαστική δαπάνη και έξοδα επίδοσης επιταγής καταβλήθηκε προς την τελευταία από την ίδια σε (εκουσία) εκτέλεση της προσβαλλομένης ως άνω απόφασης, είναι νομικά βάσιμη και πρέπει, ενόψει της προαποδεικτικώς αποδεικνυομένης καταβολής αυτού στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της αναφερομένης ως άνω τελεσίδικης απόφασης (βλ.
από 29-7-2016 μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένη εξοφλητική απόδειξη), να γίνει δεκτή (η αίτηση επαναφοράς) ως και ουσιαστικά βάσιμη, και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 110.395,30 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης και όχι από τη γενομένη καταβολή, όπως εσφαλμένως αιτείται η αναιρεσείουσα.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατ’ αποδοχή ως και ουσιαστικά βασίμου του παραπάνω μοναδικού λόγου της αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση, (κατά το κεφάλαιο αυτό), στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176,184 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3678/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Εφετείο Αθηνών συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη ως άνω απόφαση, δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Δέχεται την από 2-3-17 αίτηση επαναφοράς.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των εκατόν δέκα χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και τριάντα λεπτών (110.395,30 €) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Απριλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ