Legislator Case Law & Legislation
8/2008 AI generated

Supreme Court allows lawyer's fee claim but dismisses execution costs due to procedural timing rules.

Case Number 8/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial. The court held that while the lawyer's fee claim was valid and due, the request for execution-related costs was inadmissible because they were not mandated by the annulment judgment itself. Consequently, the appellant was ordered to pay the lawyer's fees but not the expenses incurred during the enforcement process.

Legislator headnote

AI generated

Art. 190 of the Lawyers Code; Art. 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure: A lawyer's fee claim is valid and enforceable upon retirement, but costs arising from the enforcement of a judgment annulled on appeal are not recoverable unless specifically ordered by the annulment decision.

Keywords

AI generated
lawyer fee claim retirement statute of limitations enforcement costs annulment judgment procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 190 of the Lawyers Code
Art. 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 932 of the Code of Civil Procedure
Art. 340 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 42/1990
OL. AP 5/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 8 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 8/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ...... και 2) ....... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λιάρο. Του αναιρεσιβλήτου: ....... ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Βερβεσό και Χριστόδουλο Δημακίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4605/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2006 αίτησή τους και με τις από 29-10-2007 προτάσεις τους ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 9-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 190 του Κώδικα Δικηγόρων, οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους παραγράφονται μετά από μία πενταετία, η οποία αρχίζει, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες πράξεις, από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από αυτούς η τελευταία διαδικαστική πράξη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του, ο χρόνος δε της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους, στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γένεση της αξιώσεως (Ολ.

ΑΠ 42/1990). Επομένως και στην περίπτωση συνταξιοδότησης του δικηγόρου η αξίωση για την αμοιβή γεννιέται και είναι δυνατή η επιδίωξή της από τη συνταξιοδότησή του και παραγράφεται μετά από μία πενταετία από το τέλος του έτους, κατά το οποίο έλαβε χώρα η συνταξιοδότηση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος στην ένδικη από 18.12.2004 αγωγή του εκθέτει, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με το από 1.12.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό έδωσαν σ' αυτόν την εντολή να προβεί στις απαραίτητες δικαστικές ενέργειες για τη διεκδίκηση από τρίτο ακινήτου της συγκυριότητάς τους και ότι σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της δίκης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του Αρείου Πάγου θα ελάμβανε ως αμοιβή ποσοστό 1/10 του ακινήτου, εμβαδού 10.192 τ.μ., ή το 1/10 της αγοραίας αξίας του, κατά χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα ελάμβανε καμμία αμοιβή.

Ότι σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο ενάγων προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή δικαστικές ενέργειες, εξαιτίας των οποίων εκδόθηκε η ευνοϊκή για τους εναγομένους 206/1998 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, πλην όμως αυτοί την 1.12.1998 ανεκάλεσαν αδικαιολόγητα την προς αυτόν εντολή. Ζήτησε κυρίως να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν σε ολόκληρο το ποσό των 19.550 ευρώ, που αντιστοιχεί στην συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή του και τις δαπάνες του.

Επικουρικά, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν το ποσό των 18.083 ευρώ, που αντιστοιχεί με την αμοιβή και τις δαπάνες του άρθρου 172 Κώδικα Δικηγόρων. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο ενάγων δικηγόρος για λόγους υγείας συνταξιοδοτήθηκε στις 13.11.1997, από τότε λύθηκε η εργολαβική σύμβαση και απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής.

Ακολούθως δέχθηκε αυτή, κατά την από το άρθρο 172 Κώδικα Δικηγόρων επικουρική της βάση και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 12.415 ευρώ για τις δαπάνες και την ανάλογη αμοιβή για τις εργασίες του με βάση την υπάρχουσα συμφωνία μέχρι την συνταξιοδότησή του. Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε την από το άρθρο 190 Κώδικα Δικηγόρων ένσταση παραγραφής των εναγομένων, κατά της επιδίκης αξίωσης του ενάγοντος, δεχόμενο ότι η έναρξη της παραγραφής αυτής άρχισε από 7.6.2000, που δημοσιεύτηκε η 950/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθόσον μέχρι τότε η αξίωση αυτή τελούσε υπό αναβλητική αίρεση, δεν ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 22-12-2004 δεν πέρασε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 190 Κώδικα Δικηγόρων και 251 ΑΚ και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.

ΑΠ 5/2001). Όμως ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, καθώς και της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, διότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, επιτρέπεται η απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε με την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσης, τα οποία οφείλονται από τον καθού η εκτέλεση, όχι με βάση την απόφαση αυτή, αλλά με βάση τον νόμο (άρθρο 932 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους, τις οποίες κατέθεσαν την 1.11.2007, υπέβαλαν αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση σε περίπτωση αναίρεσή της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέφει στην πρώτη το ποσό των 7896,50 ευρώ και στα δεύτερα το ποσό των 7916,50 ευρώ, το οποίο οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν σε εκτέλεση των από 25.9.2006 επιταγών προς πληρωμή του αναιρεσιβλήτου, που αναλύονται ως εξής:

Η πρώτη αναιρεσείουσα κατέβαλε 1) Για επιδικασθέν κεφάλαιο 6207,50 ευρώ 2) Για νομίμους τόκους του κεφαλαίου αυτού από 27.12.2004 - 25.9.2006 1098 ευρώ 3) για δικαστική δαπάνη 245 ευρώ 4) για έξοδα αντιγράφων, εξ απογράφου αμοιβή, δικαστικού επιμελητή, δικαιώματα συντάξεως επιταγής 300 ευρώ 5) για τέλος απογράφου 146 ευρώ. Ο δεύτερος αναιρεσείων κατέβαλε 1) για επιδικασθέν κεφάλαιο 6.207,50 ευρώ 2) για νομίμους τόκους του κεφαλαίου από 23.12.2004 - 25.9.2006 1098 ευρώ 3) για δικαστική δαπάνη 245 ευρώ 4) για έξοδα αντιγράφου εξ απογράφου, αμοιβής δικαστικού επιμελητή, δικαιώματα συντάξεως επιταγής 320 ευρώ, 5) για τέλος απογράφου 146 ευρώ.

Η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη για το συνολικό ποσό των 7550,5 ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα, η οποία αποδεικνύεται και ως ουσία βάσιμη από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ήτοι των κοινοποιηθέντων στους αναιρεσείοντες από 25.9.2006 επιταγών προς πληρωμή του αναιρεσιβλήτου κάτωθι απογράφου α εκτελεστού της 4605/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τις αποδείξεις του λαβόντος τα ανωτέρω ποσά πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου.

Αντίθετα κατά τα λοιπά κονδύλια αυτής που αφορούν έξοδα της εκτελεστικής διαδικασίας η κρινόμενης αίτηση είναι μη νόμιμη και απορριπτέα.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 4605/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει σε κάθε αναιρεσείουσα το ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα ευρώ και πέντε λεπτών (7550,5), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία καθορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ