Legislator Case Law & Legislation
664/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor compensation calculation based on lost wages and missed income.

Case Number 664/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the appellate court's judgment awarding the plaintiff €42,076.31 in compensation for lost wages and missed income due to work incapacity. The plaintiff argued the court failed to apply the minimum wage standard for truck drivers at the time of injury, while the court found the lower figure was based on the plaintiff's actual pre-injury salary agreement. The court ruled that the appellate court correctly calculated damages based on the salary the plaintiff would have earned had he not been injured, rejecting the appeal as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that when calculating compensation for lost wages and missed income due to work incapacity, the court must base the assessment on the salary the injured party would have earned had they not been incapacitated, rather than applying statutory minimum wage standards.

Keywords

AI generated
lost wages compensation missed income damages work incapacity salary calculation appellate review civil procedure appeal labor law damages

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 269 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 664 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 664/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καρταλτζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22248/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 469/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/9/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21-9-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 469/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 5-2-2014 έφεση της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 22248/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφάνισε την τελευταία απόφαση κατά το μέρος, που αφορούσε αυτή, δίκασε την από 26-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου κατ' αυτής, δέχτηκε εν μέρει αυτή και την υποχρέωσε να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 42.076,31 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωσή του για θετική ζημία και διαφυγόντα εισοδήματα αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 30-6-2012, λόγω ανικανότητας του προς εργασία, εξαιτίας του τραυματισμού του που υπέστη, ο οποίος οφείλεται, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, επί προηγούμενης αγωγής του, στην αποκλειστική υπαιτιότητα, πέραν άλλων, και της αναιρεσείουσας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο και πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 269 του ίδιου Κώδικα, (όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011 και πριν την αντικατάστασή της με το ν. 4335/2015), προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ.

γ' της δεύτερης από αυτές, σύμφωνα με την οποία, κατ' εξαίρεση, η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία. Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους (ΑΠ 961/2019, ΑΠ 1097/2017, ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014) και, συγκεκριμένα, στην περίπτωση της παρ. 2 περ.

γ' του άρθρ. 269 ΚΠολΔ, πρέπει να επικαλεστεί τη δικαστική ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 961/2019, ΑΠ 462/2008). Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από την επικαλούμενη δικαστική ομολογία και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1087/2014).

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 2225/2007, ΑΠ 597/2001, ΑΠ 692/1988, ΑΠ 304/1984 ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ εξώδικη, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 860/11, ΑΠ 11/2004), αλλά σε αγωγή προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 1398/2010), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το μέρος, που απέρριψε, ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο η αγωγική αξίωση του αναιρεσίβλητου για αποζημίωσή του από διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 1-7-2006 έως 30-6-2012 είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ πενταετή παραγραφή, διότι το ατύχημα έλαβε χώρα στις 30-6-2004, και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 17-12-2009, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Εξάλλου, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης περί πενταετούς, κατ' άρθρο 937 ΑΚ παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος περί αποζημίωσης του για διαφυγόντα εισοδήματα (το ατύχημα έλαβε χώρα την 30-6-2004 ενώ η αγωγή επιδόθηκε στη δεύτερη εναγομένη την 17-12-2009), τυγχάνει απορριπτέος ως απαραδέκτως προβληθείς, καθόσον προτάθηκε για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όχι με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, αλλά με την κατατεθείσα, κατ' άρθρο 237 παρ. 3 ΚΠολΔ προσθήκη-αντίκρουσή της.

Βεβαίως, η ανωτέρω διάδικος, προκειμένου να δικαιολογήσει την κατά τον ανωτέρω τρόπο προβολή της εν λόγω ενστάσεως, την οποία επαναφέρει εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, διατείνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται δικαστική ομολογία του ενάγοντος αναφορικά με το στοιχείο της γνώσης του περί ανικανότητάς του προς εργασία και για το επίμαχο χρονικό διάστημα (1-7-2006 έως 30-6-2012) από την 15-4-2004 (ημερομηνία συντάξεως της πρώτης υπ' αριθ.

κατ. 36740/2004 αγωγής του), οπότε και αρχίζει η παραγραφή της ένδικης αξίωσής του και ως εκ τούτου η προβολή της εν λόγω ενστάσεως εκ μέρους της με την προσθήκη επί των προτάσεών της ήταν παραδεκτή. Ειδικότερα η δεύτερη εναγομένη ισχυρίζεται, ότι στο κείμενο της πρώτης, από 15-10-2004, αγωγής του (σελίδα 8 αυτής) ο ενάγων ομολογεί τη γνώση του περί των δυσμενών συνεπειών του ατυχήματος που υπέστη στη μελλοντική αναζήτηση εύρεσης εργασίας.

Επίσης ισχυρίζεται ότι στη σελίδα 16 της ένδικης από 26-11-2009 αγωγής του ο ενάγων αναφέρει επί λέξει ότι: "Ήδη στις 13-9-2004 ο Επιμελητής Α' της Πανεπιστημιακής Ορθοπεδικής Κλινικής του ΓΠΝ Παπαγεωργίου, κ. Φ. Σ., γνωμάτευσε πως μπορεί να χρειαστούν πολλαπλές επεμβάσεις στο δεξιό ισχύο και η επιστροφή του στην κανονική δουλειά μπορεί να είναι αδύνατη ή να γίνει μετά από δύο χρόνια ".

Ο εν λόγω ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης όσον αφορά την πρώτη αγωγή είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον ακόμη και αν υφίσταται ομολογία, πρόκειται για εξώδικη και όχι για δικαστική ομολογία, αφού αυτή σε κάθε περίπτωση έλαβε χώρα ενώπιον άλλου δικαστηρίου... από εκείνο που δικάζει την υπόθεση και στο πλαίσιο άλλης δίκης, έστω και συναφούς, μεταξύ των ίδιων διαδίκων...

και συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαίρεσης του άρθρου 269 παρ. 2 περ. γ'ΚΠολΔ, το οποίο απαιτεί ρητά δικαστική ομολογία και όχι εξώδικη. Περαιτέρω, όσον αφορά την ένδικη αγωγή, από την επισκόπηση του κειμένου αυτής και συγκεκριμένα της σελίδας 16, δεν συνάγεται η επικαλούμενη από τη δεύτερη εναγομένη ομολογία του ενάγοντος περί της ανικανότητάς του για εργασία, καθόσον τα όσα αναφέρει ο ενάγων στο παραπάνω σημείο της αγωγής του αφορούν το χρονικό διάστημα από 13-9-2004 έως 13-9-2006 και όχι το επίδικο...Σε κάθε περίπτωση, τα όσα παραπάνω αναφέρονται στην εν λόγω αγωγή δεν αποτελούν δικαστική ομολογία του ενάγοντος, αφού δεν εκτέθηκαν με σκοπό την αποδοχή επιβλαβών για των ίδιο γεγονότων...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες του πρωτοδικείου, σε σχέση με τη μη απόδειξη του άνω ισχυρισμού της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας περί παραγραφής της ένδικης αγωγικής αξίωσης με δικαστική ομολογία του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, με τις παραπάνω, απέρριψε στη συνέχεια το σχετικό λόγο της έφεσης με τον οποίο αυτή παραπονιόταν για την απόρριψη του άνω ισχυρισμού της περί παραγραφής ως απαραδέκτου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από τον αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αιτίαση, δηλαδή της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και, ειδικότερα, διότι το εφετείο απέρριψε, ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της, σύμφωνα με τον οποίο η αγωγική αξίωση του αναιρεσίβλητου για αποζημίωσή του από διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 1-7-2006 έως 30-6-2012 είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ πενταετή παραγραφή, διότι το ατύχημα έλαβε χώρα στις 30-6-2004, και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 17-12-2009.

Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος αυτό, είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είχαν προβληθεί παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά, το πρώτον, ενώπιον του εφετείου, με την έφεση, η επικαλούμενη για την απόδειξή τους ομολογία, ως προκύπτουσα από την ένδικη αγωγή, δεν συνιστά δικαστική ομολογία, την οποία απαιτεί η διάταξη του άρθρου 269 παρ. 2 περ.

γ' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η επικαλούμενη περικοπή στην ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος (σελ. 16) "Ήδη στις 13-9-2004 ο Επιμελητής Α' της Πανεπιστημιακής Ορθοπεδικής Κλινικής του ΓΠΝ Παπαγεωργίου, κ. Φ. Σ., γνωμάτευσε πως μπορεί να χρειαστούν πολλαπλές επεμβάσεις στο δεξιό ισχύο και η επιστροφή του στην κανονική δουλειά μπορεί να είναι αδύνατη ή να γίνει μετά από δύο χρόνια " δεν συνιστά δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, καθόσον δεν αποτελεί αποδοχή εκ μέρους του επιβλαβούς γεγονότος ως προς το ζήτημα της γνώσης του των επιζήμιων συνεπειών του ατυχήματος και συγκεκριμένα της ανικανότητάς του προς εργασία από 13-9-2004.

Και τούτο, διότι αναφέρεται στην από 13-9-2004 γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού του σχετικά με τις απαιτούμενες επεμβάσεις για την αποκατάσταση του δεξιού ισχύου του, καθώς και τις αμφιβολίες αυτού του ίδιου του ιατρού, αν, μετά ταύτα, θα είναι αδύνατη ή όχι η επιστροφή του σε εργασιακό περιβάλλον. Επομένως, έτσι, που έκρινε το εφετείο, όχι παρά το νόμο και ειδικά κατά παραβίαση των πιο πάνω δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2 περ.

γ' και 527 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, έκρινε ότι απαραδέκτως προβλήθηκε η άνω ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας, τόσο πρωτοβαθμίως, όσο και ενώπιόν του, γιατί δεν αποδεικνυόταν με την επικαλούμενη δικαστική ομολογία και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 14 του άρθρου ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές) και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το εφετείο απέρριψε την άνω ένσταση της αναιρεσείουσας περί παραγραφής με την αιτιολογία ότι " όσον αφορά την ένδικη αγωγή...

δεν συνάγεται η επικαλούμενη από τη δεύτερη εναγομένη ομολογία του ενάγοντος περί της ανικανότητάς του για εργασία, καθόσον τα όσα αναφέρει ο ενάγων στο παραπάνω σημείο της αγωγής του αφορούν το χρονικό διάστημα από 13-9-2004 έως 13-9-2006 και όχι το επίδικο...", αλλά και με την αιτιολογία " ότι σε κάθε περίπτωση τα όσα παραπάνω αναφέρονται στην εν λόγω αγωγή δεν αποτελούν δικαστική ομολογία του ενάγοντος, αφού δεν εκτέθηκαν με σκοπό την αποδοχή επιβλαβών για των ίδιο γεγονότων...".

Απέρριψε δηλαδή την ένσταση αυτή ως απαραδέκτως υποβληθείσα με επάλληλες αιτιολογίες. Εφόσον όμως, κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα, δεν επλήγη αποτελεσματικώς η δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ο ίδιος παραπάνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσβάλλει την άλλη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι με την παραδοχή, " όσον αφορά την ένδικη αγωγή...

δεν συνάγεται η επικαλούμενη από τη δεύτερη εναγομένη ομολογία του ενάγοντος περί της ανικανότητάς του για εργασία, καθόσον τα όσα αναφέρει ο ενάγων στο παραπάνω σημείο της αγωγής του αφορούν το χρονικό διάστημα από 13-9-2004 έως 13-9-2006 και όχι το επίδικο...", προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής και απέδωσε σ' αυτή καταδήλως διαφορετικό περιεχόμενο από το αληθινό, δεδομένου ότι τα αναφερόμενα σ' αυτή σε σχέση με την ιατρική γνωμάτευση αφορούσαν και στο επίδικο με αυτή (αγωγή) χρονικό διάστημα, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής.

Τέλος, ο ίδιος πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθ. 11 περ. γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι δεν εξιδεικεύονται τα απαραίτητα προς διάγνωσή τους ιστορικά στοιχεία, αλλά γίνεται μόνον αριθμητική αναφορά των αιτιάσεων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως αιτιολογίες στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 1420/2007). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016). Τέλος, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 658/2019, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 1206/2008).

Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση α) με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα, όπως εκτιμάται, προβάλλεται, ότι αυτή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα, ενώ δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος, εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, εξαιτίας του οποίου αυτός κατέστη ανίκανος προς εργασία, αυτός θα εξακολουθούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 30-6-2012, να ασκεί το ίδιο επάγγελμα του οδηγού αυτοκινήτου και προσδοκούσε να κερδίσει από την παραπάνω εργασία του τις αναφερόμενες ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές, καθώς και τα επιδόματα αδείας, εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, με αποτέλεσμα να δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση για τη στέρηση των εισοδημάτων του, στη συνέχεια διέγνωσε, ότι επήλθε ένα εντελώς απροσδόκητο γεγονός στη χώρα, η οικονομική κρίση, που κλόνισε την αγορά εργασίας και έτσι διέκοψε την όποια "συνήθη πορεία των πραγμάτων" αναφορικά με την επαγγελματική ανέλιξη του αναιρεσίβλητου και β) με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα, ότι το εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος συνεπεία του τραυματισμού του κατά το παραπάνω ατύχημα εμφάνισε μετατραυματική αρθρίτιδα αριστερού ισχύου, ότι στις 29-9-2009 εισήχθη στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης προς το σκοπό αντιμετώπισης οστεαρθρίτιδας, που αποτελούσε απότοκο του εκ του επίμαχου ατυχήματος βαρύτατου τραυματισμού του, ότι την 30-6-2009 υποβλήθηκε σε ολική αρθροπλαστική αριστερού ισχύου και εξήλθε από την κλινική στις 6-10-2009 και ότι για την εν λόγω επέμβαση δαπάνησε το ποσό των 250 ευρώ, το οποίο του επιδίκασε, χωρίς αιτιολογία, σε σχέση με το ότι η οστεοαρθρίτιδα ήταν απότοκος του αρχικού τραυματισμού του, αρκούμενο στην αναφορά και μόνον πως "αποδείχθηκε".

Ο υπό στοιχ. (α) λόγος είναι απαράδεκτος, πρωτίστως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, καθώς και οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση με πληρότητα παρά μόνον αποσπασματικά και επιπροσθέτως διότι υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι δεν υφίσταται αντίφαση, στις παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον η αναφερόμενη οικονομική κρίση δεν συσχετίζεται με την "όποια συνήθη πορεία των πραγμάτων" αναφορικά με τη συνέχιση της απασχόλησης του αναιρεσίβλητου ως οδηγού, αλλά στη μη αύξηση του μισθού του, κατά το χρονικό διάστημα μετά το έτος 2009 και μέχρι 30-6-2012.

Περαιτέρω και ο υπό στοιχ. (β) λόγος, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι αρκούσε για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης του εφετείου μόνο το τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε, δεδομένου ότι ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).

Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 1209/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των εγγράφων, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθώς και την υπ' αριθ. 11189/29-3-2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που έγινε με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των αντιδίκων του.

Επομένως, το εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται για διαφυγόντα εισοδήματα το ποσό των 41.826,31 ευρώ και για θετική ζημία 250 ευρώ, δεν δέχθηκε ως αληθινούς, χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου, (α) ότι εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, εξαιτίας του οποίου κατέστη ανίκανος προς εργασία, αυτός θα εξακολουθούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 30-6-2012, να ασκεί το ίδιο επάγγελμα του οδηγού αυτοκινήτου και θα κέρδιζε το άνω ποσό 41.826,31 ευρώ, και (β) ότι σε σχέση με το ότι η οστεοαρθρίτιδα για την οποία χειρουργήθηκε στις 30-9-2009 ήταν απότοκος του αρχικού τραυματισμού του και δαπάνησε ομοίως το άνω το ποσό των 250 ευρώ, αλλά με αξιολόγηση των άνω αποδεικτικών μέσων κατέληξε σ' αυτό, χωρίς να είναι αναγκαία η ανάλυση και στάθμιση αυτών και οι αντίθετοι από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, σε σχέση με τον υπό στοιχ (α) αγωγικό ισχυρισμό, καθώς και ο τέταρτος λόγος αυτής, ομοίως κατά το δεύτερο μέρος του, σε σχέση με τον υπό στοιχ (β) αγωγικό ισχυρισμό, είναι αβάσιμοι.

Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 58/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α ΑΚ, "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία ( ΑΠ 67/2017, ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθ. 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα, ότι το εφετείο, κατά τον προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών του αναιρεσίβλητου, κατά το χρονικό διάστημα από 15-6-2012 μέχρι 30-6-2012, λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, εξαιτίας του τραυματισμού του, δεν έλαβε υπόψη τα κριτήρια που επικρατούσαν τότε στον εργασιακό τομέα και δεν υπολόγισε αυτά με βάση το ποσό των 586,08 ευρώ, που ίσχυε ως το νόμιμο κατώτατο όριο των μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων της ηλικίας του αναιρεσίβλητου, δυνάμει της παρ. 3 (α) της υποπαραγράφου ΙΑ 11 του Παραρτήματος ΙΑ του ν. 4093/2012, καθόσον στις 15-6-2012 έληξε η περίοδος μετενέργειας της με αριθ. 37/2010 Διαιτητικής Απόφασης, που καθόριζε τις αμοιβές των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, αφού καταγγέλθηκε στις 15-3-2012, όπως προέβαλε και με λόγο έφεσης, αλλά (τα υπολόγισε) με βάση το ποσό των 1250,36 ευρώ μηνιαίως.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης από την αδικοπραξία που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, συνισταμένης σε διαφυγόντα εισοδήματα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-7-2006 μέχρι 30-6-2012), υπολόγισε αυτά όχι με βάση τις προβλεπόμενες στις ισχύουσες Διαιτητικές Αποφάσεις αποδοχές των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, αλλά με βάση το μηνιαίο μισθό, που είχε αυτός συμφωνήσει με τον εργοδότη του, κατά το χρόνο του τραυματισμού του και τον οποίο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της σωματικής βλάβης που υπέστη, ανίκανος για εργασία, λαμβανομένων υπόψη και των αναμενόμενων αυξήσεων, όπως ζητούσε και με την αγωγή του.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ( άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-9-2017 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΥΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 496/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ