Legislator Case Law & Legislation
67/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to missing party participation and procedural errors.

Case Number 67/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence and imposing heavy burdens on witnesses, but failed to appear at the hearing. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not participate according to legal requirements, and the lower court's free evaluation of evidence was not subject to review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party fails to appear or participate as required by law, and the Supreme Court examines participation status ex officio.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal missing party participation ex officio examination procedural requirements free evaluation of evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 67 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 67/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Τραυλό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π., 2) Χ. Π., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", όπως είχε τροποποιηθεί η επωνυμία της ασφαλιστικής εταιρίας "... ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" μετά τη συγχώνευση με απορρόφηση της ασφαλιστικής εταιρίας "... ΑΕΑΕΖ" σε "... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕ", εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ξιφαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5231/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4723/2005 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ό ήδη αναιρεσείων με την από 15-2-2008 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 600/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5601/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-8-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 22-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1 - 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ.

β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, συνεπώς, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ... , με ημερομηνία 10-6-2015, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Π., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 30-8-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...3-9-2013, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 5-2-2016 που ορίστηκε αρχικά, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, στους πρώτο (Ν.

Π.) και δεύτερη (Χ. Π.) των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παραπάνω δικάσιμο, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 4-11-2016, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση κατ’ αυτή των εν λόγω αναιρεσιβλήτων. Κατά συνέπεια, αφού οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, κατά τα προεκτιθέμενα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α’ Α.Κ., "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα, "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τη διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000).

Στον νομοθετικό, εξάλλου, ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους, η προσδοκία των κερδών δεν συναρτάται με μία και μόνο αιτία πορισμού αυτού και, ειδικότερα, αποκλειστικά και μόνο, από μία έγκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά ως "διαφυγόντα κέρδη" θεωρούνται και τα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, έστω και από άκυρη σύμβαση εργασίας.

Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος από την παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία είτε με βάση έγκυρη είτε άκυρη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, η ύπαρξη της από αυτή αναφυόμενης αξίωσης (ΑΠ 600/2009).

Είναι διαφορετικό ζήτημα το θέμα αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν (ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 863/ 2013, ΑΠ 721/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου. Ήτοι, ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, όχι όμως και εκείνοι που ανάγονται στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων (όπως λ.χ.

στην αξιοπιστία ή μη των μαρτύρων και την εκτίμηση όσων καταθέτουν αυτοί σχετικά με τους αποδεικτικούς ισχυρισμούς των διαδίκων -ΑΠ 148/2008), στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κ.λπ., οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 1182/2012).

Τελικά, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δύο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη 5601/2011 εφετειακή απόφαση, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, δηλαδή ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την απόφασή του αυτή, διαδικασίας των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δεχόμενο, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, την από 26-3-2003 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 5231/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε κατά το παρακάτω κεφάλαιό της, παραβίασε, ευθέως αλλά και εκ πλαγίου, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 929 εδάφ.

α’ και 298 ΑΚ και, ειδικότερα, 1) με το να απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 10-12-2001 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το κεφάλαιό της που αυτός αξίωνε να του επιδικαστεί αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη από την αναφερόμενη εργασία που θα παρείχε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα), λόγω βλάβης της υγείας και του σώματός του, εξαιτίας του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, μη αρκούμενο, για την απόδειξη του εν λόγω αγωγικού ισχυρισμού, στις μαρτυρικές καταθέσεις και στις σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις, αλλά απαιτώντας και την προσκόμιση και "άλλων αποδεικτικών μέσων", όπως των εγγράφων που μνημονεύονται στη συνέχεια (δεύτερος λόγος) και 2) με το να οδηγηθεί σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, παραβιάζοντας την αυτοτέλεια της αποδεικτικής ισχύος α) της κατάθεσης του μάρτυρα Σ.

Μ. που εξετάστηκε, με την επιμέλεια του ενάγοντος, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και β) της ...13-12-2001 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο 2003) ένορκης βεβαίωσης του Π. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, με την παραδοχή ότι αυτές δεν είναι πειστικές, επειδή δεν ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως έγγραφη συμφωνία του αναιρεσείοντος με τον "εργοδότη" του που να περιέχει τους όρους της εργασίας του, τη διάρκειά της και τις ημερήσιες ή μηνιαίες αποδοχές του, καθώς και φορολογικές δηλώσεις του ή εκκαθαριστικά σημειώματα προηγούμενων ετών, δηλαδή, όχι για λόγο που ανάγεται ευθέως σε αυτούς (π.χ.

τυχόν αναξιοπιστία τους) και χωρίς, περαιτέρω, να αιτιολογείται η αιτία για την οποία η πειστικότητα των μαρτυρικών αυτών καταθέσεων πρέπει να εξαρτάται, αλλιώς, να ενισχύεται, από επιπρόσθετα έγγραφα αποδεικτικά μέσα, στερώντας, έτσι, την απόφασή του από νόμιμη βάση (πρώτος λόγος). Οι λόγοι αυτοί, όμως, προβάλλουν, με το πρόσχημα αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις για τη βαρύτητα των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων και γενικά για την εκτίμηση των αποδείξεων αυτών, την ανάλυση και τη στάθμισή τους από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε, σαφώς και αιτιολογημένα, το αποδεικτικό του πόρισμα.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν αξίωσε για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ΑΚ στοιχεία που, πράγματι, δεν ήταν αναγκαία, ήτοι την προσκόμιση των προαναφερόμενων συγκεκριμένων εγγράφων. Εξάλλου, έλαβε υπόψη τις επίμαχες μαρτυρικές καταθέσεις και αξιολόγησε ελεύθερα το περιεχόμενό τους (άρθρ. 340 ΚΠολΔ).

Η επικαλούμενη, από τον αναιρεσείοντα, εσφαλμένη, στο πλαίσιο αυτό, αξιολόγησή τους και παραγνώριση της αποδεικτικής τους αξίας (με το να μην τους προσδοθεί ορισμένη αποδεικτική βαρύτητα), διότι το δικαστήριο απαίτησε την ενίσχυσή τους και με επιπρόσθετα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύει τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 1182/2012).

Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτοί ερημοδίκησαν και, φυσικά, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Αυγούστου 2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...3-9-2013 αίτηση του Α. Β. Ζ. για αναίρεση της 5601/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης τρίτης των αναιρεσιβλήτων "... ΑΕΑΕ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ