Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of unproven share transfer contract in loan dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's final judgment in a loan dispute. The appellant argued the court failed to consider a specific claim regarding a share transfer contract, but the court found this argument legally inadmissible. The court ruled that the appellant's point was merely a response to the respondent's denial of a different contract type rather than a distinct fact requiring judicial review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on the non-consideration of a fact is inadmissible if the alleged fact is not an independent claim but merely a response to the opposing party's argument or if the court has already addressed the substance of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 663 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 663/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Πλάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Λ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μυλωνά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1466/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 439/2017 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2017 αίτησή του και τους από 18-2-2019 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27-11-2017 αίτηση αναιρέσεως και τους από 18-2-2019 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 439/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558,564, 566 παρ.1 και 569 ΚΠολΔ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 110/28-11-2017 έκθεση καταθέσεως δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς. Είναι, συνεπώς, παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, επικαλούμενος την μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος σύναψη συμβάσεως ατόκου δανείου, ετήσιας διάρκειας, δυνάμει της οποίας χορήγησε σ' αυτόν, το ποσό των 300.000€ και ότι ο τελευταίος, μετά την πάροδο της συμφωνηθείσας προθεσμίας, δεν εξόφλησε το δάνειο στο σύνολο του, αλλά κατέβαλε μέρος αυτού και συγκεκριμένα μόνο ποσό 24.000€, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει το υπόλοιπο του δανείου, ανερχόμενο στο ποσό των 276.000€, με το νόμιμο τόκο από την 1-6-2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 1466/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 251.000€. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο ήδη αναιρεσίβλητος, η οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 439/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ήδη προσβαλλομένη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 του ΑΚ "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη σύσταση εντόκου δανείου, που είναι σύμβαση ενοχική, αμφοτεροβαρής και άτυπη, αποτελεί η μεταβίβαση της κυριότητας του αποτελούντος το αντικείμενο του δανείου χρηματικού ποσού από το δανειστή στον δανειολήπτη, ο οποίος ακολούθως καθίσταται υπόχρεος για την απόδοση του ίδιου χρηματικού ποσού μετά των συμφωνηθέντων τόκων.
Αντιθέτως, το άτοκο δάνειο είναι ετεροβαρής δικαιοπραξία (ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1365/2017, ΑΠ 1960/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.
ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1786/2013). Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) διατηρούσε στον Πειραιά εκτελωνιστικό γραφείο, στο οποίο απασχολούσε ως βοηθό εκτελωνιστή τη σύζυγο του ενάγοντος - ήδη εν διαστάσει - Ε. Π., από το έτος 2006 έως το Φεβρουάριο του έτους 2010, οπότε η επιχείρηση μεταβιβάστηκε στον υιό του εναγομένου (αναιρεσείοντος), η δε ανωτέρω υπάλληλος παρέμενε σε αυτή έως το Νοέμβριο του ίδιου έτους. Πέραν της επαγγελματικής σχέσεως, είχε αναπτυχθεί και φιλική σχέση μεταξύ των δύο οικογενειών και σχέση εμπιστοσύνης. Στα πλαίσια αυτής και ενόψει μιας επιχειρηματικής κίνησης του εναγομένου (αναιρεσείοντος), που αφορούσε την αγορά ενός πλοίου με την ονομασία "...", αξίας 1.300.000€, τον Απρίλιο του έτους 2009, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) δάνεισε στον εναγόμενο, το ποσό 300.000€, το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να το επιστρέψει άτοκο, μέχρι τις 31-5-2010.
Στις 30-3-2009, και προς το σκοπό της αγοράς του πλοίου, συστήθηκε η αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία με την επωνυμία "... INC", εδρεύουσα στον ..., με μετόχους τον εναγόμενο, με ποσοστό συμμετοχής 10% και την ιδιότητα του ταμία, το Β. Κ., με ποσοστό συμμετοχής 14% και την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ, το Δ. Σ., με ποσοστό συμμετοχής 33%, τον Ι.
Υ., με ποσοστό συμμετοχής 10%, τον Κ. Χ., με ποσοστό συμμετοχής 33% και την εταιρία ... LTD με την ιδιότητα του γραμματέα. Το συμφωνητικό αγοράς του ανωτέρω πλοίου υπογράφηκε την 1-4-2009, στις 3-4-2009 παραλήφθηκε από τον εναγόμενο το ... του πλοίου δηλαδή έγινε η τυπική του παράδοση, ενώ στις 24-4-2009 έγινε και η ουσιαστική παράδοσή του.
Έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των 1.300.000€, δόθηκε εγγύηση 130.000€, κατά την παράδοσή του καταβλήθηκε το ποσό των 370.000€, ενώ πιστώθηκε το υπόλοιπο τίμημα των 800.000€, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 8 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 31-5-2009. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι προς διευκόλυνση του εναγομένου (αναιρεσείοντος), ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) δάνεισε σε αυτόν το ποσό των 300.000€, με την έκδοση, αρχικώς, εννέα (9) μεταχρονολογημένων επιταγών της Εμπορικής Τράπεζας, τον Απρίλιο του έτους 2009, ποσού 30.000€ της κάθε μιας, εις διαταγήν του εναγομένου (αναιρεσείοντος), ήτοι τις με αριθμούς: 1) ..., με ημερομηνία έκδοσης 20-9-2009, 2)..., με ημερομηνία έκδοσης 22-9-2009, 3) ..., με ημερομηνία έκδοσης 25-9-2009, 4) ...
με ημερομηνία έκδοσης 27-9-2009, 5) ..., με ημερομηνία έκδοσης 28-9-2009, 6) ..., με ημερομηνία έκδοσης 30-9-2009, 7)..., με ημερομηνία έκδοσης 5-10-2009, 8) ..., με ημερομηνία έκδοσης 6-10-2009 και 9)..., με ημερομηνία έκδοσης 10-10-2009. Αυτές τις επιταγές, μαζί με την με αριθμό ... της ΕΤΕ, εκδόσεως Α. Φ., φίλου του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), ποσού 30.000 €, μεταχρονολογημένη με ημερομηνία, 18-11-2009, εις διαταγήν του (ενάγοντος), την οποία αυτός οπισθογράφησε σε διαταγή του εναγομένου (αναιρεσείοντος), τις παρέδωσε στον τελευταίο, προκειμένου αυτός, μετά την οπισθογράφησή τους, να τις καταθέσει ως αξία εις ενέχυρο στην τράπεζα FB Bank, σε λογαριασμό της εταιρίας συμφερόντων του "...
Εμπορία Πετρελαιοειδών και συναφών προϊόντων", προκειμένου να χρηματοδοτηθεί με το ποσό των 300.000€. Επειδή όμως η ανωτέρω Τράπεζα δεν δέχθηκε τις παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές, ο εναγόμενος (αναιρεσείων), τις επέστρεψε στον ενάγοντα. Τότε, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) κατέβαλε στον εναγόμενο, το ποσό των 300.000€ ως ακολούθως:
α) με την έκδοση δύο τραπεζικών επιταγών της Eurobank, ήτοι τις με αριθμούς ... που εξέδωσε στον Πειραιά εις διαταγήν του και οπισθογράφησε και παρέδωσε στον εναγόμενο, με ημερομηνίες 28-4-2009 ποσού 90.000€ και 6-5-2009, ποσού 220.000€ (από προφανή παραδρομή αντί του ορθού 130.000€) αντιστοίχως και β) με την παράδοση του ποσού των 80.000€ σε μετρητά.
Να σημειωθεί ότι η ύπαρξη ενός τόσο σημαντικού ποσού σε μετρητά σε λογαριασμό του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) δικαιολογείται επαρκώς από την πώληση ακινήτων της συζύγου του στον Πειραιά, στην περιοχή "...", ήτοι τριών διαμερισμάτων που είχε λάβει από αντιπαροχή...σε συνδυασμό με αποταμιεύσεις του ζεύγους, των περασμένων ετών, γεγονός που ήταν σε γνώση του εναγομένου (αναιρεσείοντος), ενόψει και των φιλικών σχέσεων που προαναφέρθηκαν.
Ωστόσο, αν και παρήλθε ο Μάϊος του έτους 2010 ο εναγόμενος δεν επέστρεψε το ποσό του δανείου, πέραν του ποσού των 49.000€, που κατέβαλε μέσω δυο επιταγών που του παρέδωσε ήτοι α) τη με αριθμό ..., της τράπεζας FB Bank, ποσού 24.000€, εκδόσεως της εταιρίας "..." εις διαταγήν του εναγομένου (αναιρεσείοντος), με ημερομηνία έκδοσης 31-12-2009 και β) της με αριθμό ..., της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 25.000€, εκδόσεως της ίδιας εταιρίας, εις διαταγήν της, οι οποίες όμως σφραγίστηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, για την πρώτη από τις οποίες εκδόθηκε η 426/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και η οποία τελικώς εισπράχθηκε.
Εντούτοις, ο εναγόμενος αν και δεν αρνείται την από αυτόν είσπραξη των 300.000€, αμφισβητεί την αιτία για την οποία καταβλήθηκαν, ισχυριζόμενος ότι ήταν επενδυτική συμμετοχή του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και της συζύγου του στην αγορά του ανωτέρω πλοίου, η οποία δεν εξελίχθηκε ομαλά και εξανεμίσθηκε λόγω της κρίσης στην ναυτιλιακή αγορά.
Προς επίρρωση δε του ισχυρισμού του αυτού, επικαλείται το από 10-4-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό που έχει υπογραφεί μεταξύ του Β. Κ., προαναφερθέντος μετόχου - ιδρυτικού μέλους της αγοράστριας του πλοίου ναυτιλιακής εταιρίας "... INC", και της συζύγου του ενάγοντος, Ε. Π., δυνάμει του οποίου η τελευταία φέρεται να αποκτά το μερίδιο συμμετοχής του πρώτου στην εταιρία (και κατ'επέκταση στο πλοίο) δηλαδή 100 μετοχές ήτοι το 14%, ο δε τελευταίος αποχωρεί από την εταιρία και παραιτείται του αξιώματος του, του προέδρου του ΔΣ.
Ωστόσο, η εικονικότητα της ανωτέρω μεταβιβάσεως που έγινε για λόγους διευκολύνσεως της δραστηριότητας του εναγομένου (αναιρεσείοντος) και ουδέποτε έλαβε ουσιαστική νομική υπόσταση, αναιρώντας τον ισχυρισμό του περί επενδυτικής συμμετοχής του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) στην αγορά του πλοίου και ενισχύοντας, τον ισχυρισμό του τελευταίου περί δανεισμού του εναγομένου (αναιρεσείοντος), προκύπτει από τα παρακάτω αποδεικτικά στοιχεία:
Η ανωτέρω μεταβίβαση ουδέποτε καταχωρήθηκε στα επίσημα βιβλία στην έδρα της εταιρίας στον .... Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το από 24-1-2013 έγγραφο, που προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και έχει συνταχθεί στον ... από δικηγορική εταιρία, βεβαιώνεται ότι: α) η "... INC" είναι ... εταιρία που ιδρύθηκε και εδρεύει στη Δημοκρατία του ..., καταχωρηθείσα στο δημόσιο μητρώο του ...
την 1η-4-2009, β) Το ισχύον ΔΣ αποτελείται από τους Χ. Κ., Κ. Β., Κ. Π. (), Σ. Δ. και Υ. Ι., γ) Οι μόνες πράξεις που έχουν καταχωρηθεί έκτοτε στο μητρώο είναι η της 8ης Απριλίου και της 27ης Απριλίου 2009, ενώ η επίμαχη φερόμενη μεταβίβαση των μετοχών έλαβε χώρα στις 10-4-2009 και δ) Η Ε. Π. δεν έχει διορισθεί ποτέ μέλος του ΔΣ ούτε το όνομά της έχει καταγραφεί ποτέ ως στέλεχος της εταιρίας.
Αλλά, και στο καταστατικό της εταιρίας που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση και έχει καταχωρηθεί στα μητρώα του ... στο οποίο αναφέρονται τα ονόματα των μελών της, δεν αναφέρεται η σύζυγος του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου). Άλλωστε, αντιβαίνει στη λογική ο ισχυρισμός του εναγομένου (αναιρεσείοντος), ότι ο Β.
Κ. που ήταν ιδρυτικό μέλος της εταιρίας, η οποία συστάθηκε μόλις στις 30-3-2009, αποχώρησε δήθεν, στις 10-4-2009, μεταβιβάζοντας τις μετοχές του, ενώ στις 11-4-2009, εκλέχθηκε Πρόεδρος του ΔΣ της εταιρίας (όπως προκύπτει και από το παραπάνω πιστοποιητικό, από τις καταχωρίσεις στα μητρώα της εταιρίας). Επίσης, ο άλλος ισχυρισμός του εναγομένου (αναιρεσείοντος), ότι δήθεν ουδέποτε επιχείρησε να παραδώσει τις (9) προαναφερθείσες επιταγές εκδόσεως του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) στην τράπεζα FB Bank για χρηματοδότηση (τις οποίες όμως εκείνη δεν δέχθηκε ως ενέχυρο, όπως προεκτέθηκε), γιατί δήθεν η εταιρία "..." δεν διατηρούσε λογαριασμό σε αυτήν, αποδεικνύεται αβάσιμος, αφού ο ίδιος αργότερα παρέδωσε στον ενάγοντα μία επιταγή αυτής της τράπεζας, ποσού 24.000€, σε μερική εξόφληση του δανείου, για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής, κατά τα προεκτεθέντα.
Τέλος, ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου στοιχείο, ότι επρόκειτο για δάνειο και όχι για επενδυτική κίνηση του ενάγοντα είναι και το γεγονός, ότι σε περίπτωση αλήθειας του ισχυρισμού του εναγομένου (αναιρεσείοντος), η συμμετοχή του ενάγοντος μέσω της συζύγου του, στο επίμαχο πλοίο, δεν θα περιοριζόταν στο 14%, ποσό που αντιστοιχεί σε τίμημα 182.000€, αλλά θα ήταν 23%.
Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω αποδειχθέντων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικώς βάσιμη, δεν έσφαλε, αλλά, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου συναφείς - κατ'εκτίμηση του δικογράφου - τρεις πρώτοι λόγοι της κρινομένης έφεσης ως αβάσιμοι.
Αλλά ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο 4ος λόγος της κρινομένης έφεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, επειδή επιτράπηκε το εμμάρτυρο της απόδειξης λόγω της ηθικής αδυναμίας αποκτήσεως εγγράφου (άρθρο 394 εδ.β' ΚΠολΔ), αφού ορθώς κρίθηκε, ότι, ενόψει των επαγγελματικών και φιλικών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ των-διαδίκων, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) δεν μπορούσε να ζητήσει απόδειξη κατά την παράδοση των χρημάτων.
Να σημειωθεί ωστόσο, ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι έλαβε το παραπάνω ποσό, αλλά την αιτία για, την οποία το έλαβε. Αλλά και ο άλλος ισχυρισμός του εναγομένου (αναιρεσείοντος), ότι δηλαδή δεν υπήρχαν φιλικές σχέσεις με τον εναγόμενο αλλά τυπικές/επαγγελματικές με την υπάλληλο του που επιχειρεί να ενισχύσει με την ένορκη βεβαίωση της συζύγου του (που για το λόγο αυτό κρίνεται μη πειστική), αντικρούεται ως αβάσιμος αλλά και ως αντιβαίνων στη λογική ενόψει του ότι, σε μια εταιρία υψηλού ρίσκου, με αντικείμενο την αγορά και την εκμετάλλευση ενός πλοίου, που απαιτεί σχέσεις αυξημένης εμπιστοσύνης, αξιοπιστίας και συνεργασίας, έγινε δεκτή η σημαντική, κατά το ποσοστό συμμετοχή μιας υπαλλήλου του, με την οποία κατά τα λοιπά είχε μόνο τυπική επαγγελματική σχέση ...
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη έφεση ως αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εκ δανείου αγωγή του αναιρεσιβλήτου και του είχε επιδικασθεί το ποσό των 251.000€. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μεταβιβάσεως του δανεισθέντος ποσού, αφενός με την καταβολή μετρητών αφετέρου με την έκδοση και μεταβίβαση δυο επιταγών της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία Eurobank Α.Ε., με αριθμούς ...
ημερομηνίες 28-4-2009 και 6-5-2009, ποσού 90.000€ και 130.000€ (ορθό, αντί του από παραδρομή εσφαλμένου 220.000€) αντιστοίχως, από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες, συνιστάμενες στην έλλειψη παραδοχής της αποφάσεως περί εισπράξεως των ποσών των επιταγών ή συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων να λάβει ο αναιρεσείων τις επιταγές ως υπόσχεση αντί καταβολής, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου οι δεύτερος (κύριος) και δεύτερος πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την παραδοχή της, περί εικονικότητας της συμβάσεως μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως 100 μετοχών της ναυτιλιακής εταιρίας "...
INC", σε σχέση με τον προβληθέντα αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, ότι το καταβληθέν ποσό των 300.000€ αφορούσε τίμημα της εν λόγω πωλήσεως και όχι δάνειο, συνιστάμενες στην έλλειψη παραδοχής της προσβαλλομένης περιστατικών εκ των οποίων να συνάγεται έλλειψη προθέσεως των συμβαλλομένων προς σύναψη της εν λόγω συμβάσεως και σοβαρής βουλήσεως προς ανάληψη υποχρεώσεων εξ αυτής, είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες ανωτέρω ελλείψεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρισίμων πραγματικών περιστατικών, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με τον κριθέντα ως αβάσιμο από το δικαστήριο της ουσίας αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, η οποία, όμως, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτά πορίσματος, το οποίο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται σαφώς.
Ομοίως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση ότι η παραδοχή της αποφάσεως "...η εικονικότητα της ανωτέρω μεταβιβάσεως που έγινε για λόγους διευκολύνσεως της δραστηριότητας του εναγομένου (αναιρεσείοντος) και ουδέποτε έλαβε ουσιαστική/νομική υπόσταση, αναιρώντας τον ισχυρισμό του περί επενδυτικής συμμετοχής του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) στην αγορά του πλοίου και ενισχύοντας, τον ισχυρισμό του τελευταίου περί δανεισμού του εναγομένου..." καθιστά ενδοιαστικό το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, όσον αφορά την επίμαχη σύναψη δανείου, είναι απαράδεκτος, διότι κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα συνιστά απάντηση στην αιτιολογημένη άρνηση του αναιρεσείοντος περί καταρτίσεως συμβάσεως πωλήσεως μετοχών, καθώς και επιχείρημα αυτού προς ενίσχυση του ισχυρισμού του, ότι ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση μεταβιβάσεως μετοχών.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ 1272/2014, ΑΠ 109/2012, ΑΠ 134/2012). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 95/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, για τον σχηματικό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: α) το από 11-4-2009 πρακτικό του Δ.Σ.
της εταιρίας "... INC" και τις από 24-9-2009 και 7-5-2009 αποδείξεις παραδόσεως χρημάτων, από τα οποία προέκυπτε ότι, τα εισπραχθέντα από τις επίμαχες επιταγές χρηματικά ποσά αποτελούσαν τίμημα μεταβίβασης μετοχών της εταιρίας "... INC" και όχι δάνειο, εκδόθηκαν από τον αναιρεσίβλητο για τη μεταβίβαση των μετοχών της ως άνω εταιρίας, του παρεδόθησαν υπό την ιδιότητά του ως ταμία αυτής και τα εισπραχθέντα ποσά απέδωσε στον Β.
Κ., ούτε απέκρουσε ως αβάσιμοs το αποδεικτικό τους περιεχόμενο, β) την με αριθμό ... επιταγή της τράπεζας Emporiki Bank με ημερομηνία 15-11-2009, ποσού 18.892 ευρώ, εκδόσεως της συζύγου του αναιρεσιβλήτου εις διαταγήν της εταιρίας "... INC", από την οποία προέκυπτε ύπαρξη συναλλαγών μεταξύ των ανωτέρω μετά τη σύναψη του συμφωνητικού αγοραπωλησίας των μετοχών, ούτε απέκρουσε ως αβάσιμο το αποδεικτικό περιεχόμενο της επιταγής, γ) την από 18-3-2010 μήνυση του αναιρεσιβλήτου και την από 17-9-2010 ένορκη κατάθεση της συζύγου αυτού, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε εξώδικη ομολογία του πρώτου ότι ουδεμία απαίτηση διατηρούσε εναντίον αυτού (αναιρεσείοντος) σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου του συμφωνηθέντος αποδόσεως του δανείου, δ) την 426/2-10 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσα με βάση την .../31-12-2009 τραπεζική επιταγή, ε) το από 24-3-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό χρέους και τις συνημμένες από 7-4-2010 και 21-4-2010 αποδείξεις, στ) την 425/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσα με βάση την .../15-12-2009 τραπεζική επιταγή και την 2791/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, περί ακυρώσεως αυτής, ζ) την ...
έγκληση και την εκδοθείσα επ'αυτής 481/2011 απαλλακτική εισαγγελική πρόταση και η) το από 29-3-2011 συμφωνητικό-απόδειξη, από τα οποία προέκυπτε ότι δικαιούχος των απαιτήσεων εκ των ως άνω δύο επιταγών, είναι η σύζυγος του αναιρεσιβλήτου, καθώς και ότι ουδεμία υποχρέωση υπέχει από τη δεύτερη επιταγή, διότι δεν την οπισθογράφησε και εξοφλήθη από τρίτο, ούτε απέκρουσε ως αβάσιμο το αποδεικτικό τους περιεχόμενο.
Ο πρόσθετος λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του, η αιτίαση που προσάπτεται δι' αυτού στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι η μη λήψη υπόψη των προδιαληφθέντων αποδεικτικών μέσων, αλλά η παράλειψη του Εφετείου να σχολιάσει και να αξιολογήσει ιδιαιτέρως τα αποδεικτικά αυτά μέσα και να προσδώσει σ' αυτά την αποδεικτική βαρύτητα που ο αναιρεσείων τους αποδίδει, η οποία όμως (παράλειψη) δεν στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως.
Σε κάθε περίπτωση ο αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι (στα οποία περιλαμβάνονται και τα προαναφερόμενα) σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Με το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989).
Για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1632/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αριθμ. 8, ήτοι της λήψεως υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι συνιστά αντένσταση εικονικότητας ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι η αναφερόμενη στο από 10-4-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση μεταβιβάσεως μετοχών δεν ήταν πραγματική, διότι ουδέποτε έλαβε νομική υπόσταση, μη καταχωρηθείσα στα επίσημα βιβλία της έδρας της εταιρίας στον ....
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ως άνω ισχυρισμός αποτελεί απάντηση στην αιτιολογημένη άρνηση του αναιρεσείοντος περί καταρτίσεως συμβάσεως πωλήσεως μετοχών και όχι περί καταρτίσεως συμβάσεως δανείου, καθώς και επιχείρημα του αναιρεσείοντος προς ενίσχυση του ισχυρισμού του, ότι ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση μεταβιβάσεως μετοχών και όχι "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
Ανεξαρτήτως βεβαίως του ότι ως ισχυρισμός προεβλήθη από τον αναιρεσίβλητο, γεγονός που καθιστά επιπροσθέτως και αβάσιμο τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή, των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2017 αίτηση του Π. Κ. και τους από 18-2-2019 προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 439/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ