Legislator Case Law & Legislation
662/2017 AI generated

Appeal dismissed; court rejects claim of negligence in filing bankruptcy petition after prior bankruptcy ruling was revoked.

Case Number 662/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's rejection of a damages claim. The appellant argued the defendant was negligent for filing a bankruptcy petition that was later revoked, but the court found no intent or negligence since the defendant could not have predicted the revocation at the time of filing. Consequently, the court upheld the lower court's decision that the claim was unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 534 of the Code of Civil Procedure; Art. 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: A party is not negligent for filing a bankruptcy petition if the subsequent revocation of the bankruptcy ruling was unforeseeable due to contradictory judicial decisions regarding the underlying transactions.

Keywords

AI generated
bankruptcy petition filing negligence in litigation revocation of bankruptcy ruling unforeseeable legal change damages claim rejection Code of Civil Procedure appellate dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 534 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 662 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 662/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Πλιάτσικα.

Της εφεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", πρώην "... ΑΕ", πρώην "...", πρώην "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία της ανωτέρω εταιρείας έχει τροποποιηθεί σε "...".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-1999 αγωγή της ήδη εκκαλούσας - καλούσας και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 6-10-1999 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε παρέμβαση της εφεσίβλητης - καθής η κλήση και την με αριθ. έκθεσης κατάθεσης .../2000 κύρια παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20435/2001 εν μέρει μη οριστική και εν μέρει οριστική, 33124/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2554/2007 εν μέρει μη οριστική και εν μέρει οριστική και 1/2010 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2010 αίτησή της και τους από 23-3-2012 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την από 19-5-2010 αίτηση για αναίρεση της 2554/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναίρεσε μερικώς την 1/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, το οποίο εξέδωσε την 590/2014 απόφασή του.

Την αναίρεση της εφετειακής αυτής απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2014 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1047/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 590/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 8-9-2015 κλήση της εκκαλούσας - καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η 590/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει την από 5-12-2006 έφεση και τους από 24-1-2007 πρόσθετους λόγους της καλούσας - ενάγουσας κατά της 33124/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 5-2-1999 αγωγή αποζημιώσεως της καλούσας, αναιρέθηκε με την 1047/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, επειδή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν είχαν επικαλεσθεί οι διάδικοι. Επί της υποθέσεως αυτής είχαν εκδοθεί προηγουμένως η 1/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αναιρέθηκε εν μέρει με την 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, και ειδικότερα ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, την οποία φέρεται να προκάλεσε η καθής η κλήση - εναγομένη στην καλούσα - ενάγουσα από αμέλεια, και κατά τα ανωτέρω εκδόθηκε στη συνέχεια μετ’ αναίρεση η 590/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η 1047/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διακράτησε πλέον την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ήδη με την από 8-9-2015 κλήση της ενάγουσας φέρεται νόμιμα προς συζήτηση η μεταξύ των διαδίκων υπόθεση και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτού του άρθρου είναι α) η υποστήριξη ή η διάδοση ειδήσεων, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, β) οι διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι αναληθείς και γ) ο υποστηρίζων ή διαδίδων τις ειδήσεις να είναι εν γνώσει ή να τελεί σε υπαίτια άγνοια της αναληθείας αυτών.

Απαιτείται δηλαδή να γνωρίζει ότι οι ειδήσεις είναι ψευδείς ή να το γνωρίζει μεν, πλην όμως εξ αμελείας του δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή για να διακριβώσει το αναληθές της ειδήσεως.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στην 39412/2001 έκθεση του εισηγητή δικαστή, που ορίσθηκε με την 20435/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και στην 1/2004 έκθεση της Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, που ορίσθηκε εντεταλμένη δικαστής με την ίδια απόφαση, τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισε η καλούσα - ενάγουσα για πρώτη φορά κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, μετά την έκδοση της 1563/2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, και τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται εκ νέου, και ειδικότερα την ...2007 του Σ.

Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την …2013 του Σ. Λ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κουφαλίων Θεσσαλονίκης, την ...2013 και την ...2013 των Ν. Κ. και Κ. Γ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, δεδομένου ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις συνιστούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, όπως έκρινε και η 1047/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίπτοντας σχετικό λόγο αναιρέσεως της καλούσας - ενάγουσας κατά της 590/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και από όσα συνομολογούνται εκ μέρους των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:

Η εναγομένη εταιρεία, όπως η επωνυμία της, ύστερα από διαδοχικές τροποποιήσεις, έχει πλέον διαμορφωθεί σε "...", και ήδη υπό τη νέα της επωνυμία "...", εκτός από τις άλλες εμπορικές δραστηριότητές της, εισήγαγε κατ’ αποκλειστικότητα στην Ελλάδα μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1994 από τη γερμανική εταιρεία "AEG" ηλεκτρικές οικιακές συσκευές (κουζίνες, πλυντήρια, ψυγεία κ.λ.π.) εντοιχιζόμενες και μη, καθώς επίσης και ηλεκτρικά εργαλεία που διέθετε στην ελληνική αγορά μέσω του δικτύου των μεταπωλητών της.

Στα πλαίσια της ως άνω εμπορικής δραστηριότητάς της κατά το έτος 1986 ξεκίνησε τη συνεργασία της με την ενάγουσα εταιρεία "... Α.Β.Ε.Ε.", και συγκεκριμένα πωλούσε στην τελευταία για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της και της εμπορικής της δραστηριότητας διάφορες οικιακές συσκευές, τις οποίες η τελευταία μεταπωλούσε σε τρίτους (πελάτες της) με κέρδος.

Κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 1989 η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 19-1-1989 επιστολή της, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του μεταξύ τους λογαριασμού ανερχόταν στις 31-12-1988 στο ποσόν των 6.117.842 δρχ., πλην όμως η συνεργασία τους εξακολούθησε και κατά τα επόμενα έτη, ωστόσο πάντοτε με την ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου σε βάρος της ενάγουσας.

Στις αρχές του έτους 1991 το χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν ήδη στο ποσό των 4.200.00 δρχ., ενώ υπήρχαν και οφειλές της ενάγουσας προς τρίτους. Μάλιστα, λόγω εξώσεως της ενάγουσας στις 21-1-1991 από τα καταστήματά της, η εναγομένη έπαυσε πλέον να της στέλνει εμπορεύματα, αναμένοντας την εξόφληση της σχετικής οφειλής της.

Η ενάγουσα στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εναγομένη και για την κάλυψη των οφειλών της είχε εκδώσει, μεταξύ άλλων, στις 20-1-1991 μία συναλλαγματική ποσού 450.000 δρχ. αποδοχής του Β. Α., με ημερομηνία λήξεως την 15-2-1991, την οποία και οπισθογράφησε στην εναγομένη. Επίσης η ενάγουσα οπισθογράφησε στην εναγομένη μια τραπεζική επιταγή ποσού 750.000 δρχ., που εξέδωσε η Δ.

Ι. στις 30-1-1991 και ήταν πληρωτέα εις διαταγήν της ενάγουσας. Επιπλέον, στις 5-3-1991 η ενάγουσα αποδέχθηκε τέσσερις (4) συναλλαγματικές, εκάστης ποσού 750.000 δρχ., εκδόσεως της εναγομένης και λήξεως 30-4-1991, 31-5-1991, 30-6-1991 και 31-7-1991, αντίστοιχα. Επειδή τόσο οι συναλλαγματικές όσο και η επιταγή δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους και την εμφάνισή της, αντίστοιχα, κατόπιν σχετικών αιτήσεων της εναγομένης εκδόθηκαν σε βάρος της ενάγουσας οι υπ’ αριθμ. 1282/1991, 2605/1991, 2957/1991, 3636/1991, 3872/1991 και 701/1991 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η εναγομένη στις 31-10-1991 κοινοποίησε, με εξαίρεση την πρώτη, τις λοιπές διαταγές πληρωμής στην ενάγουσα με επιταγή προς πληρωμή, πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν, επειδή η ενάγουσα αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα και υπολειτουργούσε. Η οικονομική δυσπραγία της ενάγουσας επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι εις εκτέλεση των 4076/1990 και 4075/1990 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αποβλήθηκε αυτή στις 21-1-1991 από τα μίσθια καταστήματα, στα οποία ήταν εγκατεστημένη μέχρι τότε, και συγκεκριμένα από δύο ισόγεια καταστήματα που βρίσκονταν επί των οδών ...

της πόλεως της Θεσσαλονίκης, λόγω μη καταβολής των οφειλόμενων μισθωμάτων, που ανέρχονταν για μεν το πρώτο σε 414.368 δρχ., για δε το δεύτερο σε 573.588 δρχ. Έκτοτε η ενάγουσα εγκαταστάθηκε στην περιοχή "…" της Θεσσαλονίκης στο χώρο που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ως αποθήκη, όπου εξακολούθησε να λειτουργεί με μειωμένο κύκλο εργασιών λόγω μη υπάρξεως αρκετών εμπορευμάτων και προσωπικού.

Εκτός από τα παραπάνω οφειλόμενα μισθώματα, η ενάγουσα είχε σημαντικές οφειλές και προς τρίτους, όπως στην Εφορία και στο Ι.Κ.Α. Κατά των τεσσάρων διαταγών πληρωμής, που είχαν εκδοθεί με βάση τις ισάριθμες συναλλαγματικές των 750.000 δρχ. η καθεμία, η ενάγουσα άσκησε την από 8-11-1991 ανακοπή, ζητώντας την ακύρωση τούτων, και την από 8-11-1991 ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που είχε εκδοθεί με βάση την τραπεζική επιταγή των 750.000 δρχ., οπότε άρχισε η δικαστική διαμάχη μεταξύ των διαδίκων.

Όταν η εναγομένη πληροφορήθηκε την οικονομική αδυναμία της ενάγουσας να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές της, κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 17-1-1991 αίτηση, με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί η τελευταία σε κατάσταση πτωχεύσεως, αίτηση η οποία συζητήθηκε τελικά στις 17-12-1993.

Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των τριών ετών περίπου, από την κατάθεση δηλαδή μέχρι τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως πτωχεύσεως, η ενάγουσα, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή των υποχρεώσεών της προς τρίτους, πώλησε αφενός μεν στις 22-6-1992 το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... φορτηγό αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES, αφετέρου δε στις 14-10-1992 το υπ’ αριθμ.

κυκλ. ... φορτηγό αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT, ενώ οι δανειστές της προέβαιναν σε κατασχέσεις περιουσιακών της στοιχείων, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους. Ειδικότερα, με επίσπευση της εταιρείας με την επωνυμία "...." και για την ικανοποίηση απαιτήσεώς της ποσού 973.000 δρχ. κατασχέθηκαν ηλεκτρικές συσκευές της ενάγουσας και εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. ...26-2-1992 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ι.

Γ., ενώ με επίσπευση της Σ. και του Π. Ρ. και για την ικανοποίηση απαιτήσεώς τους ποσού 527.000 δρχ. κατασχέθηκε κινητή περιουσία της ενάγουσας (ηλεκτρικές συσκευές) και εκδόθηκε σχετικά το υπ’ αριθμ. ...-7-1993 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Χ. Α.. Τέλος, με επίσπευση της εταιρείας "...

Ε.Ε." και για την ικανοποίηση απαιτήσεώς της ποσού 160.000 δρχ. κατασχέθηκε με την υπ’ αριθμ. ...-12-1993 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Χ. Ρ. ένα φορτηγό αυτοκίνητο της ενάγουσας. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως πτωχεύσεως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εκτιμώντας τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, εξέδωσε στις 25-2-1994 την 4024/1994 απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη και κήρυξε την καθής και ήδη ενάγουσα εταιρεία "...

Α.Β.Ε.Ε." σε κατάσταση πτωχεύσεως, ορίζοντας ως χρόνο παύσεως των πληρωμών την 15-3-1992. Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία συζητήθηκε στις 11-3-1996 και εκδόθηκε η 2217/1996 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη επιδόσεώς της στο σύνδικο της πτωχεύσεως.

Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε και νέα έφεση, η οποία απορρίφθηκε επίσης ως απαράδεκτη με την 1959/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, λόγω του ότι επρόκειτο για δεύτερη έφεση κατά της αυτής αποφάσεως, και έτσι η 4024/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατέστη τελεσίδικη. Η εν λόγω απόφαση δέχθηκε ειδικότερα ότι εκτός από την οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη ποσού 3.000.000 δρχ., που αφορούσε στις τέσσερις συναλλαγματικές των 750.000 δρχ.

η καθεμία, είχε περιέλθει αυτή από 15-3-1992 σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών εμπορικών της χρεών προς τρίτους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και οφειλές της προς την εταιρεία "... Α.Ε.", ποσού τουλάχιστον 50.000.000 δρχ., στην εταιρεία "... Ε.Ε.", ποσού 160.000 δρχ. και προς τους Π.

και Σ. Ρ. ποσού 1.200.000 δρχ., ενώ στη νέα έδρα της επιχειρήσεώς της στην περιοχή "..." της Θεσσαλονίκης είχε παύσει ουσιαστικά την εμπορική της δραστηριότητα και δεν απασχολούσε προσωπικό. Ο ισχυρισμός της καθής η αίτηση πτωχεύσεως και ήδη ενάγουσας, ότι είχε και η ίδια ανταπαίτηση κατά της εναγομένης εταιρείας, ποσού 1.127.936 δρχ., κρίθηκε από το δικαστήριο που κήρυξε την πτώχευση αβάσιμος ως προσχηματικός, καθόσον η σχετική αγωγή είχε ασκηθεί μετά την κατάθεση της αιτήσεως πτωχεύσεως, ήδη δε η αγωγή αυτή της ενάγουσας έχει απορριφθεί ως αβάσιμη με την 295/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ’ αυτής αναιρέσεως με την 1003/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Μετά την κήρυξη της ενάγουσας εταιρείας "... Α.Β.Ε.Ε." σε κατάσταση πτωχεύσεως αναγγέλθηκαν στο σύνδικο της πτωχεύσεως οι παρακάτω πιστωτές για απαιτήσεις που είχαν κατ’ αυτής: α) Η αιτούσα την πτώχευση εταιρεία με την επωνυμία "..." για το ποσόν των 3.450.000 δρχ., που απέμεινε μετά την εξόφληση της επιταγής των 750.000 δρχ., β) η εταιρεία "...

Α.Ε." για το ποσόν των 96.000.000 δρχ., γ) το υποκατάστημα του Ι.Κ.Α. στη Θεσσαλονίκη για το ποσόν των 14.871.618 δρχ. και δ) το Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε.) για τα ποσά των 12.623.952 δρχ. και 301.044 δρχ. Στη συνέχεια όμως, κατά την επαλήθευση των απαιτήσεών τους από 28-1-1997 μέχρι 13-2-1997 μόνο η αναγγελθείσα εταιρεία "... Α.Ε." επαλήθευσε την απαίτησή της ενώπιον του Εισηγητή της πτωχεύσεως.

Αντιθέτως, η εναγομένη δεν επαλήθευσε την απαίτησή της, γιατί ήδη με την από 30-9-1994 σύμβαση εξαγοράς κλάδου μεταβίβασε το σύνολο της περιουσίας της, που αποτελούσε το τμήμα των οικιακών συσκευών, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και έτσι η ίδια δεν είχε πλέον δικαίωμα να προβεί σε επαλήθευση της απαιτήσεώς της, ενώ το ποσόν της πρώτης από τις διαταγές πληρωμής που αναφέρθηκαν παραπάνω καταβλήθηκε από τον αποδέκτη της αντίστοιχης συναλλαγματικής.

Εξάλλου, για αιτία που δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί ούτε το Ι.Κ.Α. ούτε το Ελληνικό Δημόσιο προέβησαν σε επαλήθευση των απαιτήσεών τους, για τις οποίες είχαν αναγγελθεί στο σύνδικο της πτωχεύσεως. Επειδή συνεπώς παρουσιάσθηκε μόνο ένας πιστωτής που επαλήθευσε την απαίτησή του, η εισηγήτρια της πτωχεύσεως με την ...1997 έκθεσή της ζήτησε την ανάκληση της πτωχεύσεως που είχε κηρυχθεί με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και εκδόθηκε σχετικά η 30352/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία ανακλήθηκε η 4024/1994 απόφασή του, που είχε κηρύξει την ενάγουσα σε κατάσταση πτωχεύσεως.

Ακολούθως η ενάγουσα, μαζί με το διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Π. Δ., κατέθεσαν στις 24-2-1999 την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως και μετά την απόρριψη αυτής ως προς το διευθύνοντα σύμβουλο συνεχίζει μόνη το δικαστικό αγώνα, με αγωγές σε βάρος τόσο της εναγομένης εταιρείας όσο και της εταιρείας "... Α.Ε.", ζητώντας σχετική αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, θεωρώντας ότι από υπαίτια και αντικείμενη στα χρηστά ήθη και το καθήκον αληθείας συμπεριφορά της εναγομένης υπέστη αυτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη.

Η αντιδικία των διαδίκων αφορά κυρίως και προεχόντως στην ύπαρξη ή μη της απαιτήσεως της εναγομένης κατά της ενάγουσας ύψους 3.000.000 δρχ., προερχόμενης από τις παραπάνω τέσσερις συναλλαγματικές ποσού 750.000 δρχ. εκάστης, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι αντίστοιχες διαταγές πληρωμής που επίσης προαναφέρθηκαν, καθόσον η μεν εναγομένη ισχυρίζεται ότι αυτές της δόθηκαν για την εξόφληση ισόποσης οφειλής της ενάγουσας, αυτή δε με τη σειρά της ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω συναλλαγματικές δόθηκαν στα πλαίσια συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού που λειτουργούσε μεταξύ τους και προς ταμειακή διευκόλυνση της εναγομένης, προκειμένου αυτή να της παραδώσει ηλεκτρικές οικιακές συσκευές, που της είχε παραγγείλει η ενάγουσα και οι οποίες ωστόσο δεν παραδόθηκαν, χωρίς όμως εκείνη να της επιστρέψει τα ως άνω αξιόγραφα, αν και έληξε η αιτία εκδόσεως των συναλλαγματικών αυτών.

Κατά των τεσσάρων αυτών διαταγών πληρωμής καθώς και κατά της διαταγής πληρωμής, που είχε εκδοθεί με βάση τραπεζική επιταγή ποσού 750.000 δρχ., η ενάγουσα κατέθεσε, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, δύο ανακοπές, οι οποίες απορρίφθηκαν με τις 7999/1995 και 7914/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά δε την άσκηση εφέσεων κατ’ αυτών εκδόθηκαν οι 2169/1999 και 2171/1999 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψαν τις ανακοπές, επικύρωσαν τις ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής και παρέπεμψαν τους ως άνω ισχυρισμούς της ενάγουσας σε ιδιαίτερη συζήτηση.

Ακολούθως, με την 2967/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς ισχυρισμός της ενάγουσας, που αφορούσε στην επιταγή, για την οποία είχε εκδοθεί η 701/1991 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ αντιθέτως, με την 2980/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου έγινε δεκτός ο παραπεμφθείς ισχυρισμός της ενάγουσας και ακυρώθηκαν οι 2605/1991, 2957/1991, 3636/1991 και 3872/1991 διαταγές πληρωμής του ίδιου δικαστή.

Οι αποφάσεις μάλιστα αυτές κατέστησαν και αμετάκλητες με τις 1623/2008 και 1624/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που απέρριψε τις αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν οι διάδικοι. Εξάλλου, η ενάγουσα από την πλευρά της άσκησε κατά της εναγομένης: α) την υπ’ αριθμ. καταθ. ...1997 αγωγή, με την οποία ζητούσε να της καταβάλει αυτή το ποσόν των 3.293.479 δρχ.

ως αποζημίωση λόγω υπαίτιας με εκπληρώσεως της από 23-10-1990 συμβάσεως πωλήσεως και β) την υπ’ αριθμ. καταθ....1997 αγωγή, με την οποία ζητούσε να της καταβάλει αυτή το ποσόν των 1.326.933 δρχ. ως χρεωστικό κατάλοιπο του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς και το ποσόν των 1.127.936 δρχ., ως οφειλόμενη ποιοτική έκπτωση (BONUS), ισχυρισμοί που συνέχονταν με την ύπαρξη ή μη της απαιτήσεως, που απέρρεε από τις προαναφερθείσες τέσσερις συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες αφενός μεν είχαν εκδοθεί οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής, αφετέρου δε είχε ζητηθεί η πτώχευση της ενάγουσας.

Οι αγωγές αυτές απορρίφθηκαν με τις 294/2001 και 295/2001 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες κατέστησαν αμετάκλητες με τις 1003/2002 και 1266/2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που απέρριψε τις σχετικές αιτήσεις αναιρέσεως κατ’ αυτών. Η ενάγουσα, τέλος, με την υπ’ αριθμ. καταθ. ...2006 αίτηση ζήτησε την αναψηλάφηση της 295/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης για τους λόγους που εξέθετε στο οικείο δικόγραφο, πλην όμως η αίτηση απορρίφθηκε με την 2554/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία και κατέστη αμετάκλητη με την 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, και ενόψει των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω η εναγομένη ευλόγως πίστευε ότι η ενάγουσα της οφείλει το ως άνω χρηματικό ποσό των 3.000.000 δρχ., για το οποίο εκδόθηκαν οι ως άνω διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προερχόμενο από τέσσερις συναλλαγματικές, ποσού 750.000 δρχ.

εκάστης εξ αυτών, αποδοχής της ενάγουσας, που ενσωμάτωναν πραγματική απαίτηση κατ’ αυτής για την κάλυψη οφειλής της προς την εναγομένη, και όχι, όπως ισχυρίσθηκε η ενάγουσα, ως προκαταβολή στα πλαίσια συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού που λειτουργούσε μεταξύ τους και προκειμένου να είναι σε θέση η εναγομένη να της παραδώσει τα παραγγελθέντα εμπορεύματα.

Η εύλογη αυτή πεποίθηση δημιουργήθηκε στην εναγομένη, πλην των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και με βάση την ενημέρωση που είχε από τον πωλητή της στη Θεσσαλονίκη Ι. Κ., ο οποίος μάλιστα, εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατέθεσε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "...

Οι συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν, ήταν υπόλοιπο από τιμολόγια για είδη που πουλούσε η AEG στην καθής ... Στις 4-3-1991 πήρα τις τελευταίες συναλλαγματικές έναντι υπολοίπου 3.000.000 δρχ. Οι συναλλαγματικές δεν δόθηκαν έναντι παραγγελίας αλλά για το κλείσιμο. Τον λογαριασμό τον είχα εγώ ... Δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός ...".

Η ενάγουσα εταιρεία, παρότι ισχυρίζεται ότι τα παραπάνω δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αμφισβήτησε την ειλικρίνεια των όσων κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας, ωστόσο ουδέποτε τον καταμήνυσε για ψευδορκία, παρά την πληθώρα των διαδικαστικών ενεργειών στις οποίες έχει προβεί σχετικά με τις εν λόγω συναλλαγματικές, αλλά και για τα χρέη της προς τρίτους.

Εξάλλου, στο ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε επί των προϋποθέσεων για την κήρυξη της ενάγουσας σε κατάσταση πτωχεύσεως, όλοι οι ως άνω ισχυρισμοί, που επικαλέσθηκε η ενάγουσα σχετικά με την ανυπαρξία της παραπάνω οφειλής της, τέθηκαν προς κρίση του δικαστηρίου, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας του καθήκοντος αληθείας.

Η άποψη μάλιστα αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι και οι δύο αγωγές της ενάγουσας κατά της εναγομένης για την καταβολή αποζημιώσεως απορρίφθηκαν ως αβάσιμες με τις προαναφερθείσες αμετάκλητες ήδη υπ’ αριθμ.294/2001 και 295/2001 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, στην 295/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης γίνεται δεκτό ότι οι αποτελούσες το αντικείμενο της δικαστικής διαμάχης των διαδίκων συναλλαγματικές που αποδέχθηκε η ενάγουσα , αφορούσαν στην κάλυψη οφειλής της προς την εναγομένη και δεν αφορούσαν προκαταβολές για εμπορεύματα που είχε παραγγείλει και δεν εκτελέσθηκαν.

Και είναι μεν αληθές ότι στη συνέχεια, ύστερα από την απόρριψη των σχετικών ανακοπών που άσκησε η ενάγουσα κατά των αντίστοιχων διαταγών πληρωμής, εκδόθηκε επί του παραπεμφθέντος ισχυρισμού της σε ιδιαίτερη συζήτηση η, όπως αναφέρθηκε, αμετάκλητη ήδη, υπ’ αριθμ. 2980/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που δέχθηκε αντιθέτως ότι οι συναλλαγματικές αυτές αφορούσαν προκαταβολές για παραγγελθέντα εμπορεύματα που δεν εκτελέσθηκαν, αλλά και ότι μεταξύ των διαδίκων εταιρειών υπήρξε συμφωνία περί αφέσεως χρέους για την περίπτωση μη παραδόσεως των πωληθέντων εμπορευμάτων, ακυρώνοντας τις τέσσερις διαταγές πληρωμής που προαναφέρθηκαν.

Η αντίθεση ωστόσο αυτή, μεταξύ των δύο αποφάσεων, δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο σε βάρος της εναγομένης δηλωτικό ότι κατά την κατάθεση της αιτήσεως πτωχεύσεως (22-1-1991) και κατά τη συζήτησή της στις 17-12-1993 ενήργησε αυτή κατά παράβαση των χρηστών ηθών και του καθήκοντος αληθείας, υπαιτίως αγνοώντας την αναλήθεια των όσων ανέφερε στην αίτηση για την ύπαρξη της απαιτήσεώς της από τις τέσσερις αυτές συναλλαγματικές, αφού ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν, είχε την εύλογη πεποίθηση και την καλή πίστη ότι η υποκειμένη αιτία εκδόσεως και αποδοχής των εν λόγω συναλλαγματικών αφορούσε στην κάλυψη σχετικής οφειλής της ενάγουσας προς αυτήν και για το λόγο αυτό ζήτησε την έκδοση των αντίστοιχων διαταγών πληρωμής.

Τέλος, όσον αφορά στην αναφερόμενη επιταγή, ποσού 750.000 δρχ., για την οποία είχε εκδοθεί η 701/1991 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ανακοπή που άσκησε κατ’ αυτής η ενάγουσα απορρίφθηκε αμετακλήτως, όπως προαναφέρθηκε, με την 2967/2006 αμετάκλητη ήδη, απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με την 1623/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι κατά το χρόνο καταθέσεως αλλά και συζητήσεως της αιτήσεως πτωχεύσεως υφίστατο η ως άνω οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη, καθώς και η οφειλή της από συναλλαγματική ποσού 450.000 δρχ., για την οποία είχε εκδοθεί η 1282/1991 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία αυθαίρετα και ενεργώντας αμελώς συμπεριέλαβε στην ως άνω αίτηση περί κηρύξεως της ενάγουσας σε κατάσταση πτωχεύσεως ανακριβή περιστατικά ως προς το ότι όφειλε αυτή μεγάλα χρηματικά ποσά στους δανειστές της και ότι γενικότερα είχε παύσει τις πληρωμές της προς τρίτους, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της.

Αντιθέτως, από όλα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, πιστεύοντας καλόπιστα ότι διατηρεί απαίτηση σε βάρος της ενάγουσας, απορρέουσα από τις ως άνω τέσσερις συναλλαγματικές και τις αντίστοιχες διαταγές πληρωμής, και μη μπορώντας να ικανοποιήσει τη σχετική της απαίτηση, ποσού 3.000.000 δρχ.

λόγω οικονομικής αδυναμίας της, καθόσον οι πληροφορίες που είχε για την ενάγουσα εταιρεία ήταν ότι η τελευταία δεν κατέβαλε τα μισθώματα και για το λόγο αυτό είχε αποβληθεί από τα καταστήματα που είχε μισθώσει για να ασκεί σ’ αυτά την εμπορική της δραστηριότητα, ότι είχε εγκατασταθεί πλέον εκτός της πόλεως της Θεσσαλονίκης σε χώρο που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ως αποθήκη, χωρίς μάλιστα να χρησιμοποιεί προσωπικό για τις λειτουργικές της ανάγκες, και ότι ορισμένοι από τους δανειστές της, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, είχαν προβεί σε κατασχέσεις περιουσιακών της στοιχείων, αναγκάσθηκε (η εναγομένη), προκειμένου να ικανοποιήσει την παραπάνω απαίτησή της, να υποβάλει τη σχετική αίτηση, ώστε να κηρυχθεί η ενάγουσα σε κατάσταση πτωχεύσεως, επειδή η ικανοποίησή της με αναγκαστική εκτέλεση ήταν αδύνατη λόγω μη ανευρέσεως περιουσιακών της στοιχείων.

Η ενέργειά της αυτή αντικειμενικώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα με πρόθεση, όπως κρίθηκε ήδη αμετάκλητα με την 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά ούτε βεβαίως μπορεί να γίνει δεκτό ότι επέδειξε αυτή αμελή συμπεριφορά, καθόσον κατά το χρόνο της εκ μέρους της υποβολής της ως άνω αιτήσεως πτωχεύσεως δεν ήταν δυνατό να προβλέψει ότι οι διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν σε βάρος της ενάγουσας θα ακυρώνονταν, ενόψει και της εκδόσεως αντίθετων αποφάσεων ως προς την αιτία εκδόσεως και αποδοχής των αντίστοιχων συναλλαγματικών, με βάση τις οποίες είχαν εκδοθεί αυτές.

Εξάλλου, το γεγονός ότι η απόφαση με την οποία η ενάγουσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως ανακλήθηκε μεταγενεστέρως λόγω μη επαληθεύσεως των απαιτήσεων πλέον του ενός δανειστών δεν μπορεί να θεμελιώσει σε καμιά περίπτωση αμέλεια της εναγομένης στην υποβολή της αιτήσεως, και συνακόλουθα αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως σε βάρος της, εφόσον η αίτηση πτωχεύσεως που είχε υποβάλει η εναγομένη έγινε τελεσιδίκως δεκτή ως βάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αιτιολογίες, που επιτρεπτώς συμπληρώνονται εν μέρει με τις αιτιολογίες της παρούσας αποφάσεως, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης εφέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, κατά το μέρος που ήσαν ερευνητέοι στα όρια που είχε θέσει η 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμοι. Η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης - εναγομένης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας - ενάγουσας, λόγω της ήττας της στη δίκη αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, λαμβάνοντας υπόψη ότι για την εκδίκαση της εφέσεως, λόγω της αναιρέσεως των αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η υπόθεση συζητήθηκε τρεις φορές, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, εκ παραδρομής στο διατακτικό της 1047/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 590/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν περιλήφθηκε διάταξη για την επιστροφή του παραβόλου που είχε καταβάλει η αναιρεσείουσα - ενάγουσα κατά την κατάθεση της από 15 Ιουλίου 2014 αιτήσεώς της, και πρέπει να συμπληρωθεί το διατακτικό της, έτσι ώστε να περιληφθεί διάταξη για την απόδοσή του, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 5 Δεκεμβρίου 2006 έφεση και τους από 24 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους εφέσεως κατά της 33124/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την εκκαλούσα - ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης - εναγομένης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας και καθορίζει αυτά στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Συμπληρώνει το διατακτικό της 1047/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, ούτως ώστε μετά τη διάταξη αυτής περί αναιρέσεως της 590/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να τεθεί η φράση: "Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα".

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ