Supreme Court partially allowed appeal on tort liability, distinguishing breach of contract from tort due to lack of explicit illegal construction agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a tort claim for damages arising from a lease agreement. The plaintiff argued the defendant was liable for damages caused by the leased premises' illegal construction, while the defendant contended the lease did not explicitly include this defect. The court ruled that without a specific agreement stating the building's illegal status, the liability falls under breach of contract rather than tort, yet the appeal was granted regarding the specific damages awarded by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 et seq. of the Civil Code; where a damaging event stems from a prior contractual obligation rather than an independent illegal act by a third party, liability is contractual, not tortious, unless specific circumstances constitute a crime.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 590 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 590/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Μ. ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Γ.Μ. Α.Ε.Β.Ε." που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Βελέντζα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παύλου Καββάγια και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 16-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1646/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 796/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 31-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το πρώτο σκέλος του της από 17-6-2013 αιτήσεως για αναίρεση της 796/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Αδικοπρακτική ευθύνη, κατά το άρθρο 914 επ. ΑΚ, γεννιέται όταν το ζημιογόνο γεγονός είναι ανεξάρτητο από προηγούμενη υποχρέωση και μπορεί να προέλθει από οποιουδήποτε τρίτο, ο οποίος με παράνομη πράξη ή παράλειψη του προσβάλλει απόλυτο δικαίωμα του προσώπου που ζημιώθηκε. Αν αντίθετα η πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε τη ζημία δεν είναι καθ'εαυτή παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρέωσης που είχε ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη, συνιστάμενη στο διαφέρον στο οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση (υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κλπ), εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που στοιχειοθετούν αδίκημα (λ.χ.
απάτη), οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 750/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρεία (ΑΠ 750/1995) με την επωνυμία "Γ.Μ. Α.Ε.Β.Ε." με την από 16-5-2010 αγωγή της εκθέτει ότι ο αναιρεσίβλητος (εναγόμενος) εκμίσθωσε σε αυτήν την 21-9-2007 με μηνιαίο μίσθωμα 6.300 ευρώ ένα ισόγειο χώρο που αποτελείται από ενιαία αίθουσα 900 τ.μ.
και γραφείο στον πρώτο όροφο 12 τ.μ. περίπου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τη στέγαση επιχείρησης διαχείρισης αυτοκινήτων - τέλους κύκλου ζωής αυτοκινήτων και εξαρτημάτων αυτών (κοινώς επιχείρηση ανακύκλωσης αυτοκινήτων) με σκοπό την ένταξη της εταιρείας στο Γ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης 2000 - 2006.
Ότι ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να επιτύχει τη μίσθωση αυτή, με εξαπάτηση των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, παρέστησε σ' αυτούς ψευδώς, ότι το μίσθιο ήταν καθ' όλα νόμιμο και πληρούσε όλες τις προδιαγραφές για να εκδοθεί σχετική "Βεβαίωση Κύριας Χρήσης" από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, αποκρύπτοντας εν γνώσει του ότι το επίδικο μίσθιο έφερε τις αναφερόμενες στην αγωγή πολεοδομικές παραβάσεις, με αποτέλεσμα να μη καταστεί δυνατή η λήψη από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή της απαραίτητης για την ένταξη της αναιρεσείουσας στο επιχειρηματικό πρόγραμμα, που προαναφέρθηκε, του Υπουργείου Ανάπτυξης "Βεβαίωσης Χώρου Κύριας Χρήσης", την οποία θα προσκόμιζε στο Τμήμα Εγκρίσεων και Αδειών της Δ/νσης Προστασίας Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Αθηνών για την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιδότησης της αμέσως μετά την ένταξή της στο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης οχημάτων τέλους ζωής.
Εξαιτίας αυτής της παράνομης και υπαίτιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου δαπάνησε 1) για ειδικές εργασίες επισκευής του βιομηχανικού πατώματος, ώστε να εξυπηρετεί τη διενέργεια εργασιών ανακύκλωσης αυτοκινήτων και τμημάτων αυτοκινήτων, το ποσό των 7.300 ευρώ, 2) για τοποθέτηση βιομηχανικού φωτισμού εντός του ισογείου ορόφου 16.400 ευρώ, 3) για αγορά δύο ειδικών μεταφερομένων κάδων απορριμμάτων και εξαρτημάτων αυτοκινήτων 15.000 ευρώ και 4) για αμοιβή πολιτικών μηχανικών και συμβούλων για το έργο προετοιμασίας, εκπόνησης κ.λπ., ποσό 5.000 ευρώ.
Επίσης εκθέτει στην αγωγή ότι απώλεσε 387.536,80 ευρώ, που θα λάμβανε μετά βεβαιότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ως επιχορήγηση αμέσως μετά την ένταξή της στο ανωτέρω σύστημα. Ζήτησε δε να της επιδικασθούν τα ανωτέρω ποσά, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για ηθική της βλάβη, ... με την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου υπέστη πλήγμα στο κύρος, τη φήμη, την επαγγελματική υπόληψη και το εμπορικό της μέλλον.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αοριστία τα υπ' αριθμ. 1 και 2 ανωτέρω κονδύλια και ως μη νόμιμα τα υπόλοιπα. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη διότι απερρίφθη η αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη ως προς τα κεφάλαια της αποζημίωσης ύψους 15.000, 5.000 και 387.536,80 ευρώ και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης 200.000 ευρώ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμα τα κεφάλαια αυτά παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, διότι τα ανωτέρω κεφάλαια αποζημίωσης, κατά τα οποία προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 932 ΑΚ, αφού από το ιστορικό της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα επικαλείται σαφώς, ότι οδηγήθηκε στην κατάρτιση της μισθώσεως συνεπεία της ανωτέρω απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου).
Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
2. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ενώπιον του Εφετείου ότι η άσκηση της από 27-9-2009 αγωγής του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση καθυστερουμένων μισθωμάτων είναι καταχρηστική, διότι άσκησε αυτήν προς αντιπερισπασμό σε σχέση με υφιστάμενη δική της απαίτηση από δικαστικές διεκδικήσεις σε βάρος του, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου και έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων. Τα περιστατικά αυτά δεν καθιστούν την αγωγή του αναιρεσιβλήτου καταχρηστική. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση ως νόμω αβάσιμη, δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος.
3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν το από τις αποδείξεις πόρισμα του δικαστηρίου σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι ανεπαρκές ή αντιφατικό, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι διαλαμβάνει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της έλλειψης ή μη συμφωνημένης ιδιότητας στον επίδικο μίσθιο και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 21-9-2007 μισθωτηρίου εγγράφου, δεδομένου ότι η συμφωνημένη ιδιότητα της έλλειψης πολεοδομικής παράβασης σε σχέση με τη δόμηση του κτιρίου όχι μόνο μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, αλλά και περαιτέρω ρητά αναφέρεται σ' αυτό, ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί ως χώρος διαχείρισης αυτοκινήτων - τέλους κύκλου ζωής.
Το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα αυτό δέχτηκε τα εξής: "Δεν αποδείχθηκε όμως ότι συνομολογήθηκε ρητά ως ιδιότητα του αντικειμένου της μίσθωσης η έλλειψη οποιασδήποτε πολεοδομικής παράβασης σε σχέση με τη δόμηση του κτιρίου, αφού στη σύμβαση δεν αναφέρεται καμία ειδική σχετική δήλωση του εκμισθωτή, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρώς συμφωνηθείσα, αφού από το όλο περιεχόμενο της μίσθωσης δεν μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο".
Ενώ από τον όρο υπ' αριθμ. 5 του ανωτέρω μισθωτηρίου προκύπτει, ότι το μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί ως χώρος διαχείρισης αυτοκινήτων - τέλους κύκλου ζωής και εξαρτημάτων αυτοκινήτων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το ως άνω αρνητικό αποδεικτικό πόρισμα είναι επαρκές και σαφές, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε.
Εξάλλου, με την ανωτέρω παραδοχή του το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, δεν προέβη δηλαδή σε εσφαλμένη ανάγνωση των ανωτέρω μισθωτηρίου εγγράφου, αλλά στην ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμησή του, από την οποία κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.
Επομένως, οι αντίθετοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο, που αφορά τη βάση από αδικοπραξία της από 16-5-2010 (αριθ. κατ. 143468/2010) αγωγής της αναιρεσείουσας και ειδικότερα τα κονδύλια που απέρριψε η προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμα, ήτοι: 1) ποσού 15.000 ευρώ για αγορά δύο ειδικών κάδων απορριμμάτων και εξαρτημάτων αυτοκινήτων, 2) ποσού 5000 ευρώ για αμοιβή πολιτικών μηχανικών και συμβούλων για το έργο προετοιμασίας εκπόνησης, 3) ποσού 387.536,80 ευρώ για απώλεια της δημόσιας χρηματοδότησης (επιχορήγησης) και 4) ποσού 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθρ.495 παρ.4 εδ.ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 796/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Και
Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο με αριθμούς διπλοτύπων 2358072, 2358073, 2358070, 2358071 σειρά Α' (Δημοσίου) και 029257, 029258, 029259 σειρά Α' (ΤΑΧΔΙΚ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ