Supreme Court dismisses appeal in expropriation compensation case, upholding lower court's rejection of claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting its claim for expropriation compensation. The company argued for the reversal of the benefit assessment and the return of withheld funds, but the court found the appeal arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17(1), 2, 4 of the Constitution; Article 1 of Law 797/1971: The Supreme Court holds that an appeal challenging the benefit assessment in expropriation proceedings is inadmissible if the lower court's decision is based on sound legal reasoning and sufficient grounds, thereby rejecting the appeal as legally unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 662 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 662/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Κ. και ΣΙΑ ΟΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18304/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1719/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-8-2010 αίτησή του. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1884/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κρίνεται απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως. Την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2012 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 12-10-2011 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση ... 4.Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια ...
Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενης ενόψει της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ...", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξη της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.
Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγομένων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το αρθ.62 παρ.9 και 10 Ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατώσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977 (αρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγρ.1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία, για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας, αναφορικά με το απαλλοτριωθέν τμήμα των 364 τ.μ. της ΚΠ 161 ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, το οποίο θεωρήθηκε, ως αυτοαποζημιούμενο και με το τμήμα 9 τ.μ.
της ΚΠ 162 ιδιοκτησίας, για το οποίο υποχρεούται σε αποζημίωση η ΚΠ 161 ιδιοκτησία, ως ωφελούμενη, υπέπεσε στη πλημμέλεια, την προβλεπόμενη α) από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 3 του Ν. 653/1977, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 παρ.1 και 2, 25 παρ.1 και 28 παρ.1 του Συντάγματος (πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης), β) από το άρθρο 559 αριθμ.13 ΚΠολΔ, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο, ως προς το βάρος της απόδειξης, διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, όρισε ότι έπρεπε να αποδειχθεί όχι μόνο η μη ύπαρξη ωφέλειας, αλλά απαραίτητα και η ύπαρξη ζημίας (τρίτος λόγος) και γ) από το άρθρο 559 αριθμ.16 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι, παρεβίασε το δεδικασμένο, που προέκυπτε από την υπ' αριθμ. 2611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα των 3.747 τ.μ., ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας υφίσταται μείωση της αξίας του και καθορίσθηκε η ιδιαίτερη αποζημίωση και χωρίς να αιτιολογεί γιατί δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση των λόγων αναίρεσης, ζήτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας: "ότι το ακίνητο της ενάγουσας, πριν την απαλλοτρίωση, έχοντας εμβαδό 4.587,00 τ.μ, ήτοι μεγαλύτερο των 4000 τ.μ, ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, μετά όμως την επίμαχη απαλλοτρίωση που το εμβαδόν του εναπομείναντος ακινήτου, αφαιρεθέντος του απαλλοτριωθέντος τμήματος, διαμορφώθηκε σε 3747.00 τ.μ.
παρέμεινε μεν άρτιο, πλην όμως, είναι πλέον οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση και δη κατά τις ισχύουσες παρεκκλίσεις του Π. Δ/τος 24/5/85 για την δόμηση εκτός σχεδίου. Στο εναπομείναν ακίνητο υπήρχε ως προαναφέρθηκε κατά το χρόνο της επίμαχης απαλλοτρίωσης κτήριο όπου στεγαζόταν η βιοτεχνία επίπλων που διατηρεί η ενάγουσα εταιρεία.
Μετά την απαλλοτρίωση, ως διαλαμβάνεται στην από 30.01.2008 τεχνική έκθεση του εξετασθέντος μάρτυρα ανταποδείξεως Κ. Α., το περιεχόμενο της οποία επιβεβαίωσε κατά την κατάθεση του, έγινε επέκταση του κτηρίου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../97 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Δυτικής Θεσσαλονίκης, εξαντλώντας έτσι τους προαναφερόμενους όρους δόμησης (κάλυψη 30%, συντελεστής δόμησης 0.9), που είναι οι πλέον αυξημένοι για την εκτός σχεδίου δόμηση.- Τούτο δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε όμως αμφισβητείται από την ενάγουσα εταιρεία.
Συνακόλουθα τούτων από την επίμαχη απαλλοτρίωση και από την κατασκευή του έργου αυτής, δεν δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις στην αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του επίδικου ακινήτου, καθόσον ανεξαρτήτως της ως άνω κατά παρέκκλιση οικοδομησιμότητάς του, έχει ήδη δομηθεί η ίδια επιφάνεια αυτού με εκείνη που θα δομεί πριν την απαλλοτρίωση επί του αρχικού οικοπέδου.
Επίσης, η προμνημονευόμενη βιοτεχνία επίπλων που λειτουργούσε στο αρχικό ακίνητο πριν από την επίμαχη απαλλοτρίωση και αποτελούσε την κύρια κατά προορισμό χρήση του, συνέχισε να λειτουργεί και μετά την απαλλοτρίωση και την κατασκευή του έργου αυτής, και μάλιστα χωρίς το τελευταίο να δημιουργήσει ουδεμία δυσμενή επίπτωση στην προαναφερόμενη χρήση και την εκμεταλλευσιμότητά του.
Αντίθετα, στα εν λόγω προσδιοριστικά της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου στοιχεία, είχε θετική επίδραση η κατασκευασθείσα οδός, που έχουσα τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά, παρέχει εκτός από την ασφαλέστερη και ταχύτερη μεταφορά και τη δυνατότητα, τόσο της διαφήμισης της επιχείρησης της ενάγουσας σε πολύ ευρύ κύκλο υποψηφίων αγοραστών, όσο και τη δυνατότητα οποιασδήποτε άλλης προσοδοφόρου αξιοποίησης και επιχειρηματικής εκμετάλλευσης του επιδίκου ακινήτου.
Τούτο συνάγεται εκ του ότι, μετά την απαλλοτρίωση, έγινε, ως προαναφέρθηκε, περαιτέρω επέκταση της βιοτεχνίας επίπλων, γεγονός που υποδήλωνει, κατά τους κανόνες της κοινής λογικής και πείρας, όχι μόνο το αμετάβλητο και ανεμπόδιστο της χρήσεως του επιδίκου, αλλά και την αύξηση της εκμεταλλευσιμότητάς του.
Κατά συνέπεια η απαλλοτρίωση και το έργο αυτής δημιούργησε θετικές προϋποθέσεις και ευνοϊκές συνθήκες για την αποδοτικότερη χρήση και προσφορότερη εκμεταλλευσιμότητα του επίδικου, που αποτελούν αναμφιβόλως ωφέλεια για το εναπομείναν επίδικο ακίνητο και την ενάγουσα εταιρεία. Περαιτέρω, αναφορικά με την πρόσοψη επί της οδού και την προσβασιμότητα σ' αυτήν του επιδίκου ακινήτου πριν και μετά την επίμαχη απαλλοτρίωση αποδείχθηκαν από τα ίδια αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα:
Το μήκος του προσώπου του αρχικού ακινήτου, δεν επηρεάσθηκε από την απαλλοτρίωση και έτσι παρέμεινε το ίδιο και στο εναπομείναν ακίνητο. Το αρχικό ακίνητο της ενάγουσας, είχε πρόσωπο επί της Εθνικής οδού Θεσσαλονίκης Καβάλας, που βρισκόταν εν επαφή και στο ίδιο ύψος με το ακίνητο, ενώ το εναπομείναν ακίνητο απέκτησε πρόσωπο επί της κατασκευασθείσας παράπλευρης οδού (5Κ) της νέας Εθνικής Οδού.
Όπως απεικονίζεται το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση ακίνητο στις επισυναπτόμενες στις τεχνικές εκθέσεις φωτογραφίες, η εν λόγω παράπλευρη οδός κείμενη έμπροσθεν του επίδικου ακινήτου και ευρισκόμενη στο ίδιο ύψος μ' αυτό, εφάπτεται με την νέα Εθνική οδό, με την οποία έχει το ίδιο ύψος και διαχωρίζεται απ' αυτήν με σχετική περίφραξη.
Συνεπώς και το επίδικο δεν έχει υψομετρική διαφορά με την κατασκευσθείσα Εθνική οδό και βρίσκεται στο ίδιο ύψος μ' αυτήν και παρόλο που παρεμβάλλεται η ανωτέρω παράπλευρος οδός, έχει απεριόριστη θέα προς αυτήν και η έλλειψη μεταξύ των υψομετρικής διαφοράς καθιστά το επίδικο απόλυτα ορατό από τους διερχόμενους από την άνω Εθνική οδό.
Ενόψει τούτων, η μετά την απαλλοτρίωση απώλεια της άμεσης επαφής που είχε το ακίνητο με την παλαιά Εθνική οδό, δεν μπορεί να εκληφθεί ως δυσμενής επίδραση σ' αυτό προκληθείσα από το έργο της απαλλοτρίωσης, καθόσον ναι μεν το επίδικο δεν βρίσκεται πλέον σε επαφή με την νέα Εθνική οδού, αλλά έχει πρόσωπο σ' αυτήν και η παράπλευρη οδός που παρεμβάλλεται μεταξύ των, λειτουργεί αποτρεπτικά στην οποιασδήποτε μορφής επιβάρυνση του επιδίκου από τη συνήθη χρήση της εν λόγω οδού.
Εξάλλου, το αρχικό ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση είχε μεν πρόσωπο επί της παλαιάς Εθνικής οδού και άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, πλην όμως δεν υπήρχε κόμβος μπροστά στο ακίνητο, επομένως δεν είχε νόμιμη και ασφαλή πρόσβαση. Επίσης, λόγω του μικρού μήκους της προσόψεως του αρχικού ακινήτου (περίπου 39.50μ.) δεν είχε και τις κατά νόμο προϋποθέσεις κατασκευής του απαραίτητου κόμβου, (ήτοι, πρόσωπο μεγαλύτερο 100 μέτρων), και κατά συνέπεια δεν υπήρχε η ευχέρεια κατασκευής κόμβου προς εξασφάλιση νόμιμης και ασφαλούς πρόσβασης στο ακίνητο, χωρίς τη σύμπραξη και άλλων ιδιοκτητών ομόρων ακινήτων.
Μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν ακίνητο έχει άμεση πρόσβαση στην κατασκευασθείσα παράπλευρη οδό (5Κ), ενώ η επικοινωνία του ακινήτου με την Εθνική οδό - η οποία είναι κλειστή, ήτοι περιφραγμένη με μεταλλικές και τσιμεντένιες μπάρες - και η απευθείας πρόσβαση σ' αυτήν είναι αδύνατη, και επιτυγχάνεται με δύο κόμβους. 0 πρώτος που βρίσκεται σε απόσταση μόλις 250 μ.
παρέχει στο επίδικο την δυνατότητα κίνησης εισόδου από Θεσσαλονίκη και εξόδου προς Καβάλα -Σέρρες κλπ. Ο δεύτερος που βρίσκεται σε απόσταση 1400-1500 μέτρα, γνωστός ως κόμβος "Γηροκομείου" εξασφαλίζει στο ακίνητο όλες τις δυνατές κατευθύνσεις από και προς Θεσσαλονίκη και αντίστοιχα από και προς Καβάλα-Σέρρες κλπ.
Ενόψει τούτων, η μη απευθείας πρόσβασης του επίδικου ακινήτου στην κατασκευασθείσα οδό και η δυνατότητα πρόσβασης σ' αυτήν με ως τους άνω διαμορφούμενους κόμβους, δεν επιδρά μειωτικά στην αξία του και στην εμπορική αξία των υπαρχόντων σ' αυτό κτισμάτων της επιχειρήσεως επίπλων που στεγάζεται σ' αυτά, καθόσον είναι νόμιμη και ασφαλής και εντεύθεν αναμφιβόλως βελτιωμένη σε σχέση με την υπάρχουσα αρχική επί της παλαιάς Εθνικής οδού, η οποία γινόταν κατά παράβαση του ΚΟΚ και εγκυμονούσε κινδύνους στους χρήστες αυτής".
Και υπό τις ως άνω παραδοχές, έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είναι ωφελούμενη ιδιοκτήτρια, για το επίδικο τμήμα των 364 τ.μ. που απαλλοτριώθηκε και θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενο, καθώς και ότι η ενάγουσα ιδιοκτήτρια της ΚΠ 161 ιδιοκτησίας υποχρεούται σε αποζημίωση τμήματος 9 τ.μ., απαλλοτριούμενου της ΚΠ 162 ιδιοκτησίας και ότι η κρινόμενη αγωγή της, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και να αποδοθεί στην ενάγουσα η παρακρατηθείσα από το εναγόμενο-νυν αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση για το θεωρηθέν ως αυτοαποζημιούμενο απαλλοτριούμενο τμήμα, καθώς και για το τμήμα της ΚΠ 162 ιδιοκτησίας, είναι απορριπτέα, ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις οι οποίες είναι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων και δεν υπέπεσε στην από το αρθρ. 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, αποδιδόμενη, με τους πρώτο, δεύτερο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, πλημμέλεια. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως προϋποθέτει έκδοση αποφάσεως περί διεξαγωγής αποδείξεων, η οποία όμως δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία του καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κλπ.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά την υπό την επίκληση της διατάξεως αυτής αιτίαση, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά την εν λόγω διαδικασία και χωρίς να τάξει αποδείξεις.
Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το από το αρθρ. 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ μέρος αυτού, πέραν του ότι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσας ουδόλως επικαλείται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού (ΑΠ 51/2006), ότι πρότεινε την ύπαρξη δεδικασμένου ενώπιον του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, είναι σε κάθε περίπτωση και αβάσιμος, διότι η επικαλούμενη ως δήθεν δημιουργούσα δεδικασμένο απόφαση αποφάνθηκε επί διαφορετικού αιτήματος και ειδικότερα επί του αιτήματος για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το απομένον, εκτός απαλλοτρίωσης, τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας, ενώ, με την κρινόμενη αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, ζητείται η ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, για το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου της. Ο ίδιος (τέταρτος) λόγος, κατά το από το αρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ μέρος αυτού, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι με τον λόγο αυτό ελέγχονται μόνον οι (εκ πλαγίου) παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι περί δεδικασμένου διατάξεις των αρθρ. 321, 322 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-8-2010 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Κ. και ΣΙΑ ΟΕ" για αναίρεση της 1719/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ