Legislator Case Law & Legislation
661/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559(10) Civil Procedure Code ground regarding evidence acceptance.

Case Number 661/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a labor dispute involving a company transfer. The appellant argued that the Court of Appeal accepted an unproven fact regarding a company transfer without evidence, violating Article 559(10) of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim because the lower court had properly evaluated and relied upon specific documentary and testimonial evidence presented by both parties to form its finding.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if the appellate court merely evaluates evidence or engages in argumentation, and it is unfounded if the court explicitly relied on specific evidence rather than accepting facts without proof.

Keywords

AI generated
Article 559(10) Code of Civil Procedure acceptance of facts without proof evaluation of evidence appellate review standards labor dispute company transfer dismissal of appeal burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 661 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 661/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "WEB ENTERTAINMENT ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο WEB ENTERTAINMENT Α.Ε., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον 'Αλιμο Αττικής, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φώτιου Σπυρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Μ. του Ν., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 707/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4109/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 10.7.2020 και αριθ. κατάθ. 4510/546/15.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 4109/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 6.5.2019 και αριθ. κατάθ. 41836/3242/7.5.2019 έφεσης της εναγομένης και επί της από 22.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 47269/3656/22.5.2019 έφεσης της ενάγουσας κατά της υπ` αριθ. 707/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 24.10.2014 και αριθ. κατάθ. 137646/4552/10.12.2014 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίστηκε ότι αρχικά το έτος 1996 προσλήφθηκε από την εταιρία "Next Marketing Systems AE" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εργασιακή σχέση στην οποία υπεισήλθε το έτος 2000 η Ανώνυμη Εμπορική και Εκδοτική Εταιρία με την επωνυμία "Μοντέρνοι Καιροί" και τον διακριτικό τίτλο "modern times Α.Ε.Ε.", στην οποία εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες της ως διευθύνουσα υπάλληλός της, αντί μηνιαίου μισθού 6.000 ευρώ, έως και τις αρχές φθινοπώρου του έτους 2012, οπότε το εκδοτικό τμήμα της εταιρίας ("modern times Α.Ε.Ε.") μεταβιβάστηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία έτσι κατέστη διάδοχος εργοδότης της.

Ότι στην τελευταία πρόσφερε τις υπηρεσίες της μέχρι τις 22.9.2014, οπότε και καταγγέλθηκε άκυρα η σύμβαση εργασίας της, αφού έλαβε χώρα λόγω εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές της για τον Δεκέμβριο του έτους 2011, για το έτος 2012, καθώς και για διαφορές αποδοχών της για τα έτη 2013- 2014 το συνολικό ποσό των 176.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας από 22.9.2014 και εφεξής με αποδοχές, ύψους 6.000 ευρώ και γ) επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 74.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Επί της ως άνω αγωγής, μετά από κατ' αντιμωλία συζήτησή της, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 707/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την δέχτηκε κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν η από 6.5.2019 έφεση της εναγομένης και η από 22.5.2019 έφεση της ενάγουσας, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία τις δέχτηκε τυπικά και τις απέρριψε κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η ενάγουσα απασχολείτο από το έτος 2000 στην Ανώνυμη Εμπορική και Εκδοτική Εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "Modern Times Α.Ε.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως διευθύνουσα υπάλληλος, λαμβάνοντας ως μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 6.000 ευρώ. Ότι, η ανωτέρω εταιρεία, είχε, σύμφωνα με το καταστατικό της, ευρύ αvτικείμεvο επιχειρηματικής δραστηριότητας και μεταξύ άλλων την παραγωγή, εισαγωγή, αντιπροσωπεία και εμπορία κάθε είδους βιβλίων και περιοδικών, την συμμετοχή στην έρευνα, την ανάπτυξη, εφαρμογή και εκμετάλλευση νέων τεχνολογιών, μέσων και προγραμμάτων για τις εκδόσεις παντός είδους εντύπων, τη μουσική, το εμπόριο βιντεοκασετών, την εμπορική εκμετάλλευση (μέσω αδειών χρήσης), πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων πάσης φύσεως επί κιvηματοyραφικώv, τηλεοπτικών και λοιπών οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, την εισαyωyή, παραγωγή και εμπορία παιχνιδιών και λοιπών δώρων, ενώ για την επίτευξη των στόχων της απασχολούσε 220, περίπου, άτομα ως προσωπικό.

Ότι, στην ενάγουσα είχε ανατεθεί η διεύθυνση των εκδόσεων και του home video, με τα επιμέρους τμήματα των διευθύνσεων αυτών, ήτοι του δημιουργικού τμήματος, του τμήματος δικαιωμάτων και συμβολαίων, του τμήματος παραγωγής, του τμήματος προώθησης και επικοινωνίας και του τμήματος διαφήμισης. Ότι, ωστόσο, από το έτος 2011 η ως άνω εταιρεία, άρχισε να αντιμετωπίζει έντονα οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, να δημιουργεί οφειλές προς τρίτους, παύοντας παράλληλα να εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναvτι του προσωπικού της, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου (περίπου το 80 με 90%) σταδιακά σταμάτησε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτή.

Ότι, εξαιτίας των προβλημάτων αυτών, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι την εποχή εκείνη (έτη 2011-2012) ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας αντιμετώπιζε δικαστικές εμπλοκές, κρίθηκε, από τα αρμόδια όργανά της, ότι η εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί", υπό το πρόσωπο του φορέα της, δεν ήταν βιώσιμη, αφού η συνέχιση της δραστηριότητάς της ήταν ζημιογόνος και έτσι περίπου από τον Αύγουστο έως το Σεπτέμβριο του έτους 2012 μεταβιβάστηκε τμήμα της επιχείρησης και δη το εκδοτικό τμήμα αυτής, ως οικονομική οντότητα, ήτοι όλη η υποδομή που αφορούσε το ως άνω τμήμα της (υλικά στοιχεία, άυλα αγαθά και έμπειρο προσωπικό), στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "WEB ENTERTAINMENT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε", η οποία και αποτέλεσε τη διάδοχο αυτής, κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002 και του Ν. 2112/1920.

Ότι, πιο συγκεκριμένα, η εvαγομέvη εταιρεία- η οποία ήταν ιδίων συμφερόντων με την εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί", αφού ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της τελευταίας ήταν ο πατέρας του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εvαγομέvης- ιδρύθηκε το έτος 2008 (ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, αριθμός φύλλου 1505/13-3-2008), με την επωνυμία "WEB TIMES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΚΑΙ ΤΗΛΕΦΩΝΙΑΣ" και το διακριτικό τίτλο "WEB TIMES Α.Ε" με έδρα την Καλλιθέα Αττικής και σύμφωνα με το καταστατικό της ως σκοπό είχε, μεταξύ άλλων, την παροχή μέσω του διαδικτύου στο κοινό υπηρεσιών μουσικού, οπτικού ή οπτικοακουστικού περιεχομένου μη ενημερωτικού χαρακτήρα, καθώς και την εν γένει πώληση και διανομή σε τελικούς χρήστες μουσικού, οπτικού ή οπτικοακουστικού υλικού, την παραγωγή και εκμετάλλευση μουσικών, οπτικών και οπτικοακουστικών προγραμμάτων και πάσης φύσεως υλικού και περιεχομένου πολυμέσων, την εγκατάσταση, διαχείριση και εκμετάλλευση δικτυακής και τηλεπικοινωνιακής υποδομής για την παροχή και διανομή υπηρεσιών και προι?όντων που εντάσσονται στους σκοπούς της εταιρείας και την παροχή υπηρεσιών Συμβούλου, καθώς και τηv εκπόνηση μελετών και υλοποίηση έργων σε θέματα σχετικά με τους σκοπούς της εταιρίας.

Ότι, ακολούθως, το έτος 2012, ήτοι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα που, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία "Modern Times", υπό το πρόσωπο του φορέα της αντιμετώπιζε προβλήματα βιωσιμότητας, τροποποίησε την επωνυμία της, το σκοπό της και την έδρα της, όπως προκύπτει από το από 4-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας "Μοντέρνοι Καιροί", στο οποίο, αναφέρονται ήδη οι ως άνω τροποποιήσεις, οι οποίες εν συνεχεία καταχωρήθηκαν στο ΓΕΜΗ στις 13-7-2015.

Ότι, πιο συγκεκριμένα, η επωνυμία της εναγομένης μεταβλήθηκε σε "WEB ENTERTAINMENT ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", η έδρα της μεταφέρθηκε στον Άλιμο Αττικής και το αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, διαφοροποιήθηκε-διευρύνθηκε περιλαμβάνοντας και τον τομέα που δραστηριοποιείτο η εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί", ήτοι στο σκοπό της προστέθηκε η έκδοση, εισαγωγή αντιπροσωπεία, διανομή και εμπορία εντύπων, βιβλίων, περιοδικών, ειδικών εφημερίδων και κάθε είδους εντύπου γενικού ή ειδικού περιεχομένου, η εισαγωγή, παραγωγή και εμπορία παιχνιδιών και λοιπών ειδών δώρων, η εμπορική εκμετάλλευση (μέσω αδειών χρήσης) πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων πάσης φύσεως επί κινηματογραφικών τηλεοπτικών και λοιπών οπτικοακουστικών έργωv στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς επίσης και η εμπορική εκμετάλλευση των πνευματικών δικαιωμάτων εικαστικών, ηχητικών, εκδοτικών, κινηματογραφικών και λοιπών αναλόγων δημιουργημάτων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, η καθοιοvδήποτε τρόπο χρήση και εκμετάλλευση πάσης φύσεως θεατρικών αιθουσών, χώρων τέχνης, αιθουσών προβολής κινηματογραφικών ταινιών κλπ, η δημιουργία και εκμετάλλευση τυπογραφείων, πιεστηρίων, λιθογραφείων, βιβλιοδετείων, η παραγωγή διαφημιστικού υλικού για εκτύπωση καθώς και η εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών και όλων των εργασιών που υπάγονται στις γραφικές τέχνες.

Ότι, ακολούθως, στην εvαγομέvη μεταφέρθηκαν από την εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί", 23 εργαζόμενοι (που αποτελούσαν σημαντικό μέρος του προσωπικού, που είχε απομείνει κατά το χρόνο της μεταβίβασης στην εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί"), μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, η εναπομείνασα πελατεία της, ο χρήσιμος εξοπλισμός, όπως κομπιούτερ, εξυπηρετητές- σέρβερ, τηλεφωvικές συσκευές, φαξ, κλιματιστικά αναλώσιμα όλα τα αρχεία και η αλληλογραφία με οίκους, προμηθευτές, εταιρείες διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων, ενώ η εναγομένη συνέχισε να εκδίδει τα βιβλία των συγγραφέων που είχαν συνεργασία με την εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί" και με τους οποίους (συγγραφείς) επιπροσθέτως προέβαινε και σε οικονομικούς διακανονισμούς τακτοποιώντας εκκρεμότητες που πρου?πήρχαν από την εκχωρήτρια εταιρεία.

Ότι, δηλαδή, η εναγομένη, συνέχισε να ασκεί την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας "Μοντέρνοι Καιροί", η οποία έκτοτε έπαψε να ασκεί την οιαδήποτε λειτουργική δραστηριότητα για την προώθηση του σκοπού της, χωρίς ωστόσο να λυθεί, διατηρώντας την νομική της προσωπικότητα, υποβάλλοντας ακόμα και αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις στο ΙΚΑ για εργαζομένους, οι οποίοι όμως στην πραγματικότητα δεν απασχολούνταν πλέον σ' αυτή.

Ότι, σταχυολογώντας όλα τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, αφού η εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί ΑΕΕ", με την ιδιότητα του εκχωρητή μεταβίβασε στην εναγομένη ως διάδοχο - εκδοχέα ως σύνολο το εκδοτικό τμήμα αυτής, χωρίς να μεταβληθεί επί της ουσίας, η ταυτότητα της επιχείρησης, αποκτώντας έτσι πλέον η τελευταία (εναγομένη) την ιδιότητα του εργοδότη.

Ότι, το γεγονός αυτό της μεταβίβασης του εκδοτικού τμήματος και της συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας από την εvαyομέvη δεν αναιρείται, από τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η τελευταία περί συνέχισης λειτουργίας της εταιρείας "ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΑΕΕ", περί παράλληλης απασχόλησης της ενάγουσας στην εταιρεία αυτή, περί αγοράς καινούργιου εξοπλισμού, συνολικού ύψους 112.000 ευρώ, περί σύναψης συμβάσεων με άλλες εταιρείες, περί απασχόλησης μόνο μικρού μέρους του δυναμικού της ως άνω εταιρείας και περί διαφορετικών σκοπών τωv δύο εταιρειών τις οποίες συνέδεε μόνο η από 4-10-2012 σύμβαση διανομής, αφού κάποιοι από τους ανωτέρω ισχυρισμούς δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, ενώ άλλοι, ακόμα και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν αρκούν για vα αναιρέσουν την μεταβίβαση της επιχείρησης, κατά την έννοια του νόμου.

Ότι, πιο συγκεκριμένα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι από τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο του έτους 2012 η εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί" ασκούσε οποιαδήποτε δραστηριότητα, αφού, μεταξύ άλλων, δεν είχε πλέον προσωπικό. Ότι, εξάλλου, από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη από 31-12-2014 αναλυτική κατάσταση προσωπικού της εταιρείας "Μοντέρνοι Καιροί" προκύπτει ότι η τελευταία κατέγραφε ως εργαζομένους της συνολικά 116 άτομα, εκ των οποίων όμως 23 άτομα απασχολούνταν στην εναγομένη (κατά παραδοχή της ιδίας), 68 άτομα βρίσκονταν σε επίσχεση εργασίας, η πλειοψηφία των οποίων από το Μάρτιο του έτους 2012 (χωρίς να προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι αυτοί ενδιαφέρονταν να συνεχίσουν την απασχόλησή τους στην εναγομένη), 3 εργαζόμενοι είχαν συνταξιοδοτηθεί κατά τα έτη 2011-2012, 13 είχαν παραιτηθεί εντός του έτους 2012 και ένας είχε απολυθεί τον Απρίλιο του έτους 2012.

Ότι, ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η προσκομιζόμενη από 4-10-2012 σύμβαση διανομής που συνήφθη μεταξύ των δύο εταιρειών ( σύμβαση, η οποία σημειωτέον λύθηκε φιλικά και αζημίως και για τις δύο πλευρές με το από 17-10-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό) και την οποία επικαλείται η εναγομένη προκειμένου να αντικρούσει τη μεταβίβαση της επιχείρησης και να αποσείσει την ευθύνη της για τις αξιώσεις που εγείρει η ενάγουσα σε βάρος της με την ιδιότητά της ως "διάδοχου εργοδότη", δεν αποτελεί στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο από ένα νομικό εγχείρημα αμφισβήτησης της μεταβίβασης της επιχείρησης.

Ότι, το τελευταίο αυτό γεγονός προκύπτει άλλωστε ευχερώς, αφενός από το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης διανομής με την οποία, επί της ουσίας, παραχωρείται στην εναγομένη όλη η δραστηριότητα και η διαχείριση του εκδοτικού τμήματος της επιχείρησης της "MODERN TIMES ΑΕ", αφετέρου από το ότι η σύμβαση διανομής, η οποία είναι μια διαρκής αμφοτεροβαρής ενοχική σύμβαση, πρου?ποθέτει τη λειτουργία δύο συμβαλλομένων μερών εν προκειμένω δύο εταιρειών, που όμως στην υπό κρίση υπόθεση εν λειτουργία υπήρχε μόνο το ένα μέρος και δη η εναγομένη, αφού το έτερο συμβαλλόμενο μέρος, ήτοι η εταιρεία "MODERN TIMES ΑΕ", στην ουσία, ήταν ανενεργής, χωρίς αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ότι, τα επικαλούμενα από την εναγομένη περιστατικά και δη, ότι απασχολούσε και πριν τηv επίδικη μεταβίβαση προσωπικό, ότι μετά από αυτή (μεταβίβαση) προσέλαβε και έτερους εργαζόμενους, πέραν του προσωπικού του "εκχωρητή", καθώς και ότι προέβη στην αγορά σημαντικής αξίας εξοπλισμού για τις ανάγκες της επιχείρησής της, δεν αναιρούν όλα τα ανωτέρω, καθόσον, για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης δεν επιβάλλεται ο νέος εργοδότης να μην συνεχίσει να διευρύνει τη δραστηριότητά του, αγοράζοντας νέο εξοπλισμό ή να απασχολεί μόνο εργαζομένους του εκδοχέα.

Ότι, εξάλλου, ο ισχυρισμός της εvαγομέvης ότι η ενάγουσα απασχολείτο παράλληλα και στις δύο εταιρείες (ήτοι κατά τα έτη 2013-2014, όποτε είχε προσληφθεί με νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εναγομένη) δεν κρίνεται βάσιμος, αφού, πέραν του γεγονότος ότι η παράλληλη απασχόληση σε δύο εταιρείες του ίδιου Διευθύνοντος υπαλλήλου ανθίσταται στον τρόπο λειτουργίας ανεξάρτητων, αυτόνομων και μάλιστα με το ίδιο αντικείμενο δραστηριότητας εταιρειών, η εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί" δεν είχε ούτε προσωπικό, ούτε εμπορική δραστηριότητα και συνεπώς ούτε εμπορικό τμήμα, το οποίο θα μπορούσε vα διευθύνει η ενάγουσα.

Ούτε, όμως, ο περαιτέρω ισχυρισμός της εναγομέvης ότι η εvάγουσα μπορούσε να απασχολείται παράλληλα και στις δύο εταιρείες διότι αυτές δεν ήταν "ανταγωνίστριες" αλλά είχαν μεταξύ τους σχέση συvεργασίας για τη διανομή βιβλίων δυνάμει του από 4-10-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, κρίνεται πειστικός, αφού από το περιεχόμενο του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού δεν προκύπτει ότι είχε περιληφθεί κάποιος σχετικός όρος περί δυνατότητας του διανομέα (εvαγομέvης) να απασχολεί διευθύνοντες υπαλλήλους του προμηθευτή (Μοντέρνοι καιροί).

Ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται σαφές υπό ποία έννοια η εvαγομέvη, που όπως ισχυρίζεται ήταν μια αυτόνομη και ανεξάρτητη εταιρεία, με διαφορετικό προσωπικό και διαφορετικό σκοπό από αυτό της εταιρείας "Μοντέρνοι Καιροί", είχε αvάγκη των υπηρεσιών της ενάγουσας και μάλιστα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η τελευταία (ενάγουσα) ως κατ' επέκταση δεσμευόμεvη και η ίδια από την σύμβαση διανομής που είχε υπογράψει η εργοδότριά της (Μοντέρνοι Καιροί) όφειλε να παράσχει στην εvαγομέvη την αναγκαία ενημέρωση και όποια χρήσιμη πληροφορία απαιτούνταν για την ορθή τήρηση της συμφωνίας αυτής.

Ότι, επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και δη, ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης και ότι η εvαγομέvη υπεισήλθε στην εργασιακή σχέση της εvάγουσας, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο πρώτος λόγος της από 6-5-2019 εφέσεως της εναγομένης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ότι, ακολούθως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος εφέσεως της εvαγομέvης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση αυτού, μέμφεται την εκκαλουμέvη απόφαση, διότι έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ- που η ίδια (εvαγομέvη) είχε προβάλει πρωτοδίκως για το σύνολο των αγωγικώv αξιώσεων της ενάγουσας- μόνο για την αξίωση της τελευταίας ως προς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, απορρίπτοντας την ένσταση αυτή ως προς τις λοιπές αξιώσεις της ενάγουσας, ενώ αν ορθώς είχε εκτιμήσει τις αποδείξεις έπρεπε να απορρίψει στο σύνολό της τηv αγωγή ως καταχρηστικά ασκηθείσα, αφού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε καταχρηστικά όλες τις αγωγικές αξιώσεις της σε βάρος της, επινοώντας τη δήθεν σχέση μεταβίβασης επιχείρησης μεταξύ της ίδιας και της Modern Times, προκειμένου να εισπράξει από την εναγομένη το δυσθεώρητο συνολικό χρηματικό ποσό των 176.080 ευρώ, ενώ γνώριζε ότι οι εταιρείες αυτές αποτελούσαν πάντοτε δύο ασύνδετες, αυτοτελείς μονάδες με διαφορετική διοίκηση και ουδέποτε επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης.

Ότι, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, επί της ουσίας, συνέχεται με τον πρώτο λόγο της εφέσεως της εναγομένης με τον οποίο η εναγομένη αρνήθηκε την αγωγή ισχυριζόμενη αβασίμως ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης και μεταβολή στο πρόσωπο τοοj εργοδότη της ενάγουσας. Ότι, επίσης απορριπτέος, κρίνεται και ο τρίτος λόγος έφεσης της εναγομένης κατά τα σκέλη αυτού που αφορούν αφενός την αιτίαση ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως επιδίκασε στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των 1.467 ευρώ (για τα έτη 2013-2014), χωρίς να λάβει υπόψη της την ένσταση εξόφλησης που είχε υποβάλλει η εναγομένη περί εξόφλησης όλων ανεξαιρέτως των οφειλών της προς την αντίδικο, αφετέρου ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως έκρινε ότι οφείλει στην αντίδικο επιπλέον το ποσό των 1.467 ευρώ, καθώς δεν έλαβε υπόψη τις ημέρες που η αντίδικος έλλειπε αδικαιολόγητα από την εργασία της και για τις οποίες συνεπώς δεν οφείλει καταβολή δεδουλευμένων.

Ότι, από την επισκόπηση των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης της εκκαλουμένης απόφασης, αλλά και από τις έγγραφες προτάσεις της εναγόμενης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προκύπτει ότι η τελευταία δεν επικαλέστηκε την ένσταση εξόφλησης, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της και καταγραφή αυτής στα πρακτικά, ούτε όμως και εξέθεσε εν συνεχεία με τις προτάσεις της, κατά σαφή και ορισμένο τρόπο τα κατά νόμο απαιτούμενα περιστατικά για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής.

Ότι, ακολούθως, ούτε στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε όμως και με το σχετικό λόγο της εφέσεώς της διευκρινίζει - αναφέρει - πόσες και ποίες ήταν οι ημέρες που η ενάγουσα αδικαιολογήτως δεν προσέφερε καθόλου υπηρεσίες, αρκούμενη έτσι τελικά στο vα παραπονείται αορίστως περί εσφαλμένου συνυπολογισμού των ημερών αυτών στις δεδουλευμένες αποδοχές της.

Ότι, επομένως, η εκκαλουμέvη απόφαση, που δεν έλαβε υπόψη της τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εvαγομέvης δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος έφεσης, κατά τα ανωτέρω σκέλη του, κρίνεται απορριπτέος. Ότι, ακολούθως αποδείχθηκε ότι στις 18-1-2013 μεταξύ της ενάγουσας και της εvαγομέvης συνήφθη νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με πενθήμερο σύστημα εργασίας, ήτοι 40 ωρών εβδομαδιαίως και 8 ώρες ημερησίως, με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και με μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.300 ευρώ.

Ότι, η ενάγουσα έθεσε την, μη αμφισβητούμενη, υπογραφή της τόσο στο έντυπο για τη γνωστοποίηση των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, όσο και στο έντυπο για τηv αναγγελία πρόσληψης της στον ΟΑΕΔ. Ότι, η σύμβαση αυτή εργασίας είχε ως συνέπεια τη σημαντική χειροτέρευση των όρων της εργασιακής της σχέσης, αφού από Διευθύνουσα υπάλληλος "υποβιβάστηκε" σε απλή υπάλληλο, ενώ υπήρξε και σημαντική μείωση των μηνιαίων αποδοχών της.

Ότι, η ενάγουσα σε ουδεμία επιφύλαξη των δικαιωμάτων της προέβη κατά την υπογραφή της ως άνω γvωστοποίησης τωv νέων όρων της συμβάσεως εργασίας, ούτε άσκησε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος τα νόμιμα δικαιώματά που της παρείχε ο νόμος- ζητώντας είτε την αποζημίωση απόλυσης, είτε εμμένοντας στους προηγούμενους όρους της συμβάσεως εργασίας της- αλλά αντιθέτως συνέχισε κανονικά να παρέχει τις υπηρεσίες της στην εvαγομέvη αδιαμαρτύρητα για χρονικό διάστημα είκοσι περίπου μηvώv, αποδεχόμενη έτσι τους νέους όρους της εργασίας της.

Ότι, συνεπώς, η απόφαση αυτή της εvαγομέvης δημιούργησε, εφ' όσον έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα, σύμβαση ενοχικού χαρακτήρα που δέσμευε την εvάγουσα, παρότι περιέχει δυσμενέστερους όρους γι' αυτήν, ενώ παράλληλα της στερούσε τη δυνατότητα της επιλογής των ευνοι?κότερων όρων που ίσχυαν γι' αυτήν στην προηγούμενη εργοδότριά της.

Ότι, τούτο, διότι δια της αποδοχής, η μεταβολή τωv όρων της σύμβασης κατέστη συμβατική και έτσι συνήφθη κατά το άρθρο 361 Α.Κ. νέα σύμβαση εργασίας τροποποιητική, η οποία είναι έγκυρη αφού δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. Ότι, η ενάγουσα τόσο στο αγωγικό της δικόγραφο, όσο και κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αποφεύγει vα αναφερθεί στη σύναψη της συμβάσεως αυτής, εμμέvοvτας απλώς στους ισχυρισμούς της περί μεταβίβασης της επιχείρησης και στην τήρηση των εργασιακών της όρων, ως αυτοί ίσχυαν προ της συνάψεως της από 18-1- 2013 συμβάσεως.

Ότι, το ίδιο έπραξε και στις 19-9-2014, όταν κοινοποίησε στην εναγομένη την με ίδια ημερομηνία εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση- δήλωση περί επισχέσεως εργασίας με την οποία αξίωvε το πρώτον, την καταβολή του προηγούμενου ύψους αποδοχών της, ως να μην είχε συναφθεί η τροποποιητική σύμβαση εργασίας της, ισχυριζόμενη αβασίμως ότι για τη μείωση αυτή διαμαρτυρόταν συνεχώς.

Ότι, πιο συγκεκριμένα, στην ανωτέρω εξώδικη διαμαρτυρία της - δήλωση επίσχεσης εργασίας, αναφέρει επί λέξει ότι : "..Παρ' ότι δε περαιτέρω ο τελευταίος μισθός μου στην Modern Times Α.Ε.Ε αvερχόταv στο μεικτό ποσό των 6.000 ευρώ μηvιαίως η Web Entertainment Εκδοτική Α.Ε. τον Ιανουάριο 2013 μου κατέβαλε μόνο το ποσό των 770 ευρώ, ενώ από το Φεβρουάριο 2013 και εξής μου κατέβαλε μηνιαίως το κατά πολύ μειωμένο (σε σχέση με τον μεικτό μισθό μου 6.000 ευρώ) μεικτό ποσό των 2.300 ευρώ, μείωση για την οποία συνεχώς διαμαρτυρόμουν, και η οποία σε κάθε περίπτωση δεν θα ήταν επιτρεπτή σύμφωνα με τις ως άνω δημοσίας τάξεως διατάξεις, ακόμη μάλιστα και αν είχα συvαιvέσει σε αυτήν.

Περαιτέρω, η Web Entertainment Εκδοτική Α.Ε. δεν μου κατέβαλε καθόλου τον μισθό μου (δηλαδή ούτε μέρος αυτού) για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2014 ούτε και το επίδομα αδείας 2014. Επομένως η Web Entertainment Εκδοτ ική Α.Ε. μου οφείλει πλέον ...το συνολικό χρηματικό ποσό τωv 179.180 ευρώ..... Κατόπιν τούτων, ...από την Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014, προβαίνω σε επίσχεση της εργασίας μου•••".

Ότι, στην εξώδικη αυτή δήλωση της εvάγουσας, απάντησε η εvαγομέvη με την από 22-9-2014 εξώδικη απάντηση - καταγγελία, με την οποία δήλωνε, μεταξύ άλλων, ότι καταγγέλλει αζημίως τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, επειδή δολίως η τελευταία παρέβαινε συστηματικά τους τελευταίους πέντε μήνες την υποχρέωση της περί επιμελούς εκτέλεσης της εργασίας της, μη προσερχόμενη στην εργασία της προβαίνοντας σε καταχρηστική επίσχεση εργασίας και εμμένοντας εσκεμμένα, χωρίς σχετικό δικαίωμα στην τήρηση των προηγούμενων όρων εργασίας της, με μοναδικό και αποκλειστικό κίνητρο της όλως αντισυμβατικής συμπεριφοράς της τοv εξαναγκασμό της εταιρείας σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας προκειμένου να λάβει την αποζημίωση απόλυσης.

Ότι, πράγματι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα το χρονικό διάστημα από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2014, επιδείκνυε αντισυμβατική συμπεριφορά εκτελώντας πλημμελώς τα καθήκοντά της και πιο συγκεκριμένα, δεν τηρούσε το οκτάωρο ωράριο εργασίας της, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ενδεικτικά αντίγραφα από τις κάρτες εισόδου και εξόδου στην εταιρεία, ενώ, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης, υπήρχαν παράπονα από πελάτες διότι δεν μπορούσαν τη βρουν, αφού δεν ήταν στο γραφείο ούτε όμως απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις.

Ότι, στο τέλος με τηv ανωτέρω εξώδική δήλωσή της ανέφερε προς την εργοδότρια εταιρεία αναληθή πραγματικά περιστατικά, όπως ότι είχε διαμαρτυρηθεί επανειλημμένα για τη μείωση των αποδοχών της, που έλαβε χώρα από το έτος 2013, αξιώνοντας τελικά για την αιτία αυτή το συνολικό χρηματικό ποσό των 92.380 ευρώ, ποσό που αφορούσε τη διαφορά των καταβαλλομένων αποδοχών της από το έτος 2013 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2014.

Ότι, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, προέκυψε ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε τη σύναψη της τροποποιητικής σύμβασης εργασίας της και τη μείωση των αποδοχών της, ωστόσο εν συνεχεία επιθυμώντας να παύσει να παρέχει τις υπηρεσίες της στην εvαγομένη λαμβάνοντας όμως τηv αποζημίωση απολύσεως, άρχισε να παραμελεί τα συμβατικά της καθήκοντα και να εγείρει αξιώσεις που δεν της παρείχε πλέον ο νόμος, θεωρώντας ότι με την αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά θα οδηγούσε τηv εvαγομένη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της και συvεπώς στη λήψη της αποζημίωσης απόλυσης.

Ότι, η ενάγουσα δεν δικαιούται την αποζημίωση απόλυσης, καθόσον η απόλυσή της οφείλεται αποκλειστικά στην κατόπιν μεθόδευσης εκ μέρους της, παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, η οποία έλαβε χώρα κακόβουλα, προκειμένου να εξαναγκάσει την εργοδότριά της να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας της και να εισπράξει τηv αποζημίωση απόλυσης και δεv έγινε για λόγους εμπάθειας λόγω άσκησης του νομίμου δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται.

Ότι, επομένως η απόλυση της εvάγουσας δεν ασκήθηκε καταχρηστικά λυθείσης της σύμβασης εργασίας της στις 22-9-2014, για τον ανωτέρω λόγο, η καταγγελία αυτή είναι ισχυρή και έγκυρη και η ενάγουσα δεν δικαιούται έκτοτε μισθούς υπερημερίας, αλλά ούτε και αποζημίωση απόλυσης όπως βάσιμα ισχυρίστηκε η εναγόμενη, προβάλλοντας παραδεκτά τοv σχετικό ισχυρισμό της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορριπτόμενων των όσων αντιθέτων ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Ότι, επομένως, η εκκαλουμέvη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε, απορριπτόμενου του δεύτερου και τρίτου λόγου της από 22-5-2019 εφέσεως της ενάγουσας. Ότι, με βάση όσα αποδείχθηκαν, στην ενάγουσα οφείλεται: 1) το ποσό των 2.800 ευρώ για τη διαφορά του μισθού Δεκεμβρίου 2011 διαφορά που δεν της είχε καταβάλει η αρχική εργοδότριά της και με την καταβολή του οποίου ενέχεται η εναγόμεvη ως διάδοχος αυτής, 2) για τις δεδουλευμένες αποδοχές του έτους 2012 το ποσό των 81.000 ευρώ {ήτοι (6.000 Χ12 μήνες)=72.000 ευρώ + 6.000 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων + 3.000 ευρώ για δώρο Πάσχα }, χωρίς να της οφείλεται επίδομα αδείας λόγω της ιδιότητός της ως διευθύνουσας υπαλλήλου, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου εφέσεως της ενάγουσας. 3) για το έτος 2013 έπρεπε να της καταβληθεί το συνολικό χρηματικό ποσό των 32.200 {ήτοι 2.300 Χ 14 μήνες συμπεριλαμβανομένου του δώρου Χριστουγέννων, του δώρου Πάσχα και του επιδόματος αδείας), έναντι των οποίων της καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των 30.670 ευρώ, όπως δέχεται και η ενάγουσα και συνεπώς της οφείλεται η διαφορά των 1.530 ευρώ.

Ότι, από την 18-1-2013, δηλαδή το χρόνο σύναψης της τροποποιητικής σύμβασης, κατά τα ανωτέρω, η ενάγουσα έπαυσε να έχει την ιδιότητα της διευθύνουσας υπαλλήλου και απέκτησε την ιδιότητα της απλής υπαλλήλου γραφείου, συνεπώς από την ανωτέρω ημερομηνία της οφείλονταν επίδομα αδείας, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου εφέσεως της εναγομέvης, 4) για τους εννέα μήνες απασχόλησης της το έτος 2014 της οφειλόταν το ποσό των 22.387 ευρώ {ήτοι 2.300 Χ8 μήνες =18.400 + 1687 (για τις 22 ημέρες εργασίας το Σεπτέμβριο) + 1.150 (για δώρο Πάσχα) +1.150 (για επίδομα αδείας) }, έναντι του οποίου της καταβλήθηκε το ποσό των 14.950 ευρώ και συνεπώς της οφείλεται η διαφορά των 7.437 ευρώ.

Ότι, επομένως, για την εργασία της τα έτη 2013 -2014 της οφείλεται το ποσό των 8.967 ευρώ (ήτοι 7.437 + 1.530), έναντι του οποίου της καταβλήθηκε το ποσό των 7.500 ευρώ κατά την αποχώρησή της και συνεπώς για το ανωτέρω χρονικό διάστημα της οφείλεται το χρηματικό ποσό των 1.467 ευρώ και ότι, για όλες τις ως άνω αιτίες, ήτοι για τις δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011 και των ετών 2012-2014, της οφείλεται το συνολικό χρηματικό ποσό των 85.267 ευρώ, ποσό το οποίο τελικά αναγνώρισε ότι της οφείλεται και η εκκαλουμέvη απόφαση, απορριπτόμενων των σχετικών λόγων εφέσεως της ενάγουσας και κατά συνέπεια και των ενδίκων εφέσεων.

3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη δε αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 490/2017, ΑΠ 949/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προστέθησαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επιδόσεως επιμελεία του ενδιαφερομένου διαδίκου προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών προ της ημερομηνίας λήψεως της βεβαιώσεως κλήσεως προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψεως της βεβαιώσεως και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσεως δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ` ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ` όψιν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει, κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ` εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β` και 24 παρ. 1 εδ. α` ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας.

Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.

Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ` ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 673/2018, ΑΠ 927/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι, παρά το νόμο και συγκεκριμένα κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 339, 340, 438, 439, 442 και 443 ΚΠολΔ το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, τις με αριθ.

…/….4.20017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π. Σ., υπ' αριθ. …/….4.2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Γ. και υπ' αριθ. …/….4.2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Φ. Λ., τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία κλήτευσης της ενάγουσας προ δύο (2) ημερών από τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων.

Όπως προκύπτει από την κρίσιμη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, που κατά λέξη έχει ως εξής : "..... χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι διάδικοι....... της δε, εναγομένης επειδή δεν τηρήθηκε η προθεσμία κλήτευσης της ενάγουσας προ 2 ημερών από την λήψη των ένορκων βεβαιώσεων κατ' άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού η κοινοποίηση/κλήτευση της ενάγουσας έλαβε χώρα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 26.4.2017 και οι ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν στις 27.4.2017......", κατ` ορθή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, το Εφετείο, εφόσον δέχεται ανέλεγκτα ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία κλήτευσης της ενάγουσας προ 2 ημερών από την λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων κατ ' άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, έλαβαν δε χώρα (οι βεβαιώσεις αυτές) μετά την 1.1.2016 (27.4.2017), ημερομηνία ισχύος των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, όπως εισήχθησαν με το Ν. 4335/2015, δεν έλαβε υπόψη του ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και μάλιστα ανεξάρτητα δικονομικής βλάβης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, τις επίμαχες βεβαιώσεις, αφού πρόκειται για ανύπαρκτα (ανυπόστατα) αποδεικτικά μέσα και ο ως άνω πρώτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και :

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 702/2017).

5. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα : α') με τον δεύτερο λόγο της αίτησης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο με τις παραδοχές, "πλην άλλων", της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι : [".....Σταχυολογώντας όλα τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, αφού η εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί ΑΕΕ" με την ιδιότητα του εκχωρητή μεταβίβασε στην εναγόμενη ως διάδοχο- εκδοχέα ως σύνολο το εκδοτικό τμήμα αυτής, χωρίς να μεταβληθεί, επί τη ουσίας, η ταυτότητα της επιχείρησης, αποκτώντας έτσι πλέον η τελευταία (εναγόμενη) την ιδιότητα του εργοδότη...." (μέσον 2ης σελ. 13ου φύλλου αυτής), "......Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και δη, ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης και ότι η εναγόμενη υπεισήλθε στην εργασιακή σχέση της ενάγουσας, δεν έσφαλε....." (τέλος 2ης σελ. 15ου φύλου και αρχή 1ης σελ. 16ου φύλλου αυτής), "...... Ακολούθως αποδείχθηκε ότι στις 18.1.2013 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης συνήφθη νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με πενθήμερο σύστημα εργασίας, ήτοι 40 ωρών εβδομαδιαίως και 8 ώρες ημερησίως, με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου και με μηνιαίες αποδοχές, ύψους 2.300 ευρώ" (μέσον 1ης σελ. 17ου φύλλου αυτής), ".....

Συνεπώς, η απόφαση αυτή της εναγόμενης δημιούργησε, εφόσον έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα σύμβαση ενοχικού χαρακτήρα που δέσμευε την ενάγουσα, παρότι περιέχει δυσμενέστερους όρους γι' αυτήν, ενώ παράλληλα της στερούσε τη δυνατότητα της επιλογής των ευνοϊκότερων όρων που ίσχυαν γι' αυτήν στην προηγούμενη εργοδότριά της.

Τούτο δε, διότι δια της αποδοχής, η μεταβολή των όρων της σύμβασης κατέστη συμβατική και έτσι συνήφθη κατά το άρθρου 361 ΑΚ νέα σύμβαση εργασίας τροποποιητική, η οποία είναι έγκυρη αφού δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη....." (2η σελ. 17ου φύλλου αυτής), "....Το ίδιο έπραξε και στις 19.9.2014, όταν κοινοποίησε στην εναγόμενη την με ίδια ημερομηνία εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση-δήλωση περί επισχέσεως εργασίας, με την οποίαν αξίωνε, το πρώτον, την καταβολή του προηγούμενου ύψους αποδοχών της, ως να μην είχε συναφθεί η τροποποιητική σύμβαση εργασίας της....." (αρχή 1ης σελ. 18ου φύλλου αυτής), "Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, προέκυψε ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε τη σύναψη της τροποποιητικής σύμβασης εργασίας της και τη μείωση των αποδοχών της....." (1η σελ. 19ου φύλλου αυτής), "....Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι από την 18.1.2013, δηλαδή από τον χρόνο σύναψης της τροποποιητικής σύμβασης, κατά τα ανωτέρω, η ενάγουσα έπαυσε να έχει την ιδιότητα της διευθύνουσας υπαλλήλου και απέκτησε την ιδιότητα της απλής υπαλλήλου γραφείου......." (τέλος 1ης σελ. 21ου φύλου και αρχή 2ης σελ,. 21ου φύλλου αυτής) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες (άλλοτε η από 18.1.2013 σύμβαση, που συνήψε με την ενάγουσα ήταν "νέα", άλλοτε "τροποποιητική" και άλλοτε ταυτόχρονα και "νέα" και "τροποποιητική")] με αποτέλεσμα να καταλήξει σε λανθασμένο πόρισμα ότι δήθεν είναι (αναιρεσείουσα) διάδοχος της εταιρείας "Μοντέρνοι Καιροί ΑΕΕ" και ότι δήθεν υπεισήλθε στην εργασιακή σχέση της ενάγουσας με την ως άνω εταιρεία και ότι λόγω αυτού της οφείλει τις ένδικες αξιώσεις, στερήσασα τη δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4 παρ. 1 και 2 και άρθρ. 5 Π.Δ. 178/2002, αναφορικά με την διαδοχή εταιρειών και τις υποχρεώσεις του διαδόχου, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε με τις ως άνω αντιφατικές αιτιολογίες, β') με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο με τις παραδοχές, "πλην άλλων", της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι : ["....Ωστόσο, από το έτος 2011 η ως άνω εταιρεία, άρχισε να αντιμετωπίζει έντονα οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, να δημιουργεί οφειλές προς τρίτους, παύοντας παράλληλα να εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι του προσωπικού της, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου (περίπου το 80% με 90%) σταδιακά σταμάτησε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτή.

Εξαιτίας των προβλημάτων αυτών, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι την εποχή εκείνη (έτη 2011- 2012) ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας αντιμετώπιζε δικαστικές εμπλοκές, κρίθηκε, από τα αρμόδια όργανά της, ότι η εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί", υπό το πρόσωπο του φορέα της, δεν ήταν βιώσιμη, αφού η συνέχιση της δραστηριότητάς της ήταν ζημιογόνος και έτσι περίπου από τον Αύγουστο έως το Σεπτέμβριο του έτους 2012 μεταβιβάστηκε τμήμα της επιχείρησης και δη το εκδοτικό τμήμα αυτής, ως οικονομική οντότητα, ήτοι όλη η υποδομή που αφορούσε το ως άνω τμήμα της (υλικά στοιχεία, άϋλα αγαθά και έμπειρο προσωπικό), στην εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "WEB ENTERTAINMENT ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ", η οποία και απετέλεσε τη διάδοχο αυτής, κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002 και του Ν. 2112/1920....." (1η σελ.11ου φύλλου αυτής), "......Ακολούθως όμως, το έτος 2012, ήτοι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, που, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία "Modern Times", υπό το πρόσωπο του φορέα αντιμετώπιζε προβλήματα βιωσιμότητας, τροποποίησε την επωνυμία της, το σκοπό και την έδρα της.......

Πιο συγκεκριμένα, η επωνυμία της εναγόμενης μεταβλήθηκε σε "WEB ENTERTAINMENT ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ", η έδρα της μεταφέρθηκε στον Άλιμο Αττικής και το αντικείμενο ετης επιχειρηματικής της δραστηριότητας, διαφοροποιήθηκε- διευρύνθηκε περιλαμβάνοντας και τον τομέα που δραστηριοποιείτο η εταιρία "Μοντέρνοι Καιροί", ήτοι στο σκοπό της προστέθηκε η έκδοση, εισαγωγή, αντιπροσωπεία, διανομή......Ακολούθως όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας στην εναγόμενη μεταφέρθηκαν από την εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί", 23 εργαζόμενοι (που, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, αποτελούσαν σημαντικό μέρος του προσωπικού που είχε απομείνει κατά το χρόνο της μεταβίβασης στην εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί"), μεταξύ των οποίων η ενάγουσα, η εναπομείνασα πελατεία της, ο χρήσιμος εξοπλισμός, όπως κομπιούτερ, εξυπηρετητές- σέρβερ, τηλεφωνικές συσκευές, φαξ, κλιματιστικά, αναλώσιμα, όλα τα αρχεία και η αλληλογραφία με οίκους, προμηθευτές, εταιρείες διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων, ενώ η εναγόμενη συνέχισε να εκδίδει τα βιβλία των συγγραφέων που είχαν συνεργασία με την εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί" και με τους οποίους (συγγραφείς) επιπροσθέτως προέβαινε και σε οικονομικούς διακανονισμούς τακτοποιώντας εκκρεμότητες, που προϋπήρχαν από τη εκχωρήτρια εταιρεία.

Δηλαδή, η εναγόμενη, συνέχισε να ασκεί την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας "Μοντέρνοι Καιροί", η οποία έκτοτε έπαψε να ασκεί την οιαδήποτε λειτουργική δραστηριότητα για την προώθηση του σκοπού της, χωρίς ωστόσο να λυθεί, διατηρώντας την νομική της προσωπικότητα, υποβάλλοντας ακόμα και αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις στο ΙΚΑ για εργαζόμενους, οι οποίοι όμως στην πραγματικότητα δεν απασχολούνταν σ' αυτήν........" (2η σελ. 11ου φύλλου και 12 φύλλο αυτής), ".....Σταχυολογώντας όλα τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, αφού η εταιρεία "Μοντέρνοι Καιροί ΑΕΕ" με την ιδιότητα του εκχωρητή μεταβίβασε στην εναγόμενη ως διάδοχο- εκδοχέα ως σύνολο το εκδοτικό τμήμα αυτής, χωρίς να μεταβληθεί, επί τη ουσίας, η ταυτότητα της επιχείρησης, αποκτώντας έτσι πλέον η τελευταία (εναγόμενη) την ιδιότητα του εργοδότη...." (μέσον 2ης σελ. 13ου φύλλου αυτής)], εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 παρ. 1 και 2 και άρθρ. 5 του ΠΔ 178/2002, αφού τα όσα δέχτηκε δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, επί πλέον δε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι στο αιτιολογικό της δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις πραγματικά περιστατικά, που να αρκούν ώστε να κριθεί ότι η αναιρεσείουσα κατέστην διάδοχος της εταιρείας "Μοντέρνοι Καιροί" κατά την έννοια των διατάξεων του ΠΔ 178/2002, στερήσασα τη δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου ως προς την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αναφορικά με τη διαδοχή των εταιριών και τις υποχρεώσεις του διαδόχου, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε με τις ανωτέρω αντιφατικές και χωρίς σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογίες της.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, πέραν του ότι ως προς τον τρίτο λόγο δεν αναφέρονται ποια επί πλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων του ΠΔ 178/2002 και ως προς τον τέταρτο λόγο ως προς μεν την ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ως προς δε τις αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει, ενώ οι ως άνω γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, κρίνονται απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι σε αυτούς δε διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του αναφορικά με την διαδοχή των εταιρειών και δη της αρχικής εργοδότριας της ενάγουσας "Μοντέρνοι Καιροί ΑΕΕ" από την εναγομένη, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο την θεωρητική ανάλυση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, καθώς και το περιεχόμενο των υπ' αριθ. 77/2016 και 1369/2018 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, εκδοθεισών επί άλλων διαδίκων και μόνο τις ως άνω εντελώς αποσπασματικές και επιλεκτικές, πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα με αναφορά σε συγκεκριμένη σελίδα και στίχο αυτής, όπως παραπάνω αναλυτικά εκτέθηκε.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι` αυτά.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 59/2020, 275/2017, ΑΠ 212/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η μεταβίβαση τμήματος της εταιρείας "Μοντέρνοι Καιροί ΑΕΕ" σ' αυτή, λόγω μη βιωσιμότητας της συγκεκριμένης εταιρίας "κρίθηκε από τα αρμόδια όργανα" της, πράγμα το οποίο δεν είναι αληθινό, έγινε δε αυτό δεκτό χωρίς απόδειξη, και ότι η εσφαλμένη αυτή παραδοχή ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι βάσει αυτής κατέληξε το Εφετείο στο εσφαλμένο πόρισμα ότι λόγω της μεταβίβασης αυτής, που δήθεν "κρίθηκε από τα αρμόδια όργανα" της εταιρείας "Μοντέρνοι Καιροί ΑΕΕ" κατέστη (αναιρεσείουσα) διάδοχός της και υπεισήλθε στις υποχρεώσεις της, όσον αφορά την εργασιακή σχέση της ενάγουσας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για την απόδειξη του ανωτέρω αναφερόμενου ισχυρισμού και το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ` αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, ήτοι μαρτυρική κατάθεση, ένορκες βεβαιώσεις, πραγματογνωμοσύνες, γνωματεύσεις, γνωμοδοτήσεις και έγγραφα, δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.7.2020 και αριθ. κατάθεσης 4510/546/15.7.2010 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 4109/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ