Legislator Case Law & Legislation
656/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on real estate purchase price exceeding fair market value claim.

Case Number 656/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding a real estate transaction. The appellants argued that the purchase price exceeded the property's fair market value, claiming unjust enrichment, while the appellee company maintained the price was reasonable. The court rejected this claim because the payment of the purchase price constitutes a factual act rather than a legal relationship subject to recognition via civil action.

Legislator headnote

AI generated

Art. 70 Civil Procedure Code; Art. 416 Civil Code: A claim for recognition of a legal relationship cannot be used to challenge the factual act of paying a purchase price, as such payment is a material act not constituting a legal relationship.

Keywords

AI generated
purchase price fair market value legal relationship unjust enrichment civil procedure real estate factual act

Cited Legislation

AI generated
Art. 70 of the Civil Procedure Code
Art. 416 of the Civil Code
Art. 559 of the Civil Procedure Code
Art. 561 of the Civil Procedure Code
Art. 495 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 656 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 656/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στη ... και 2. Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αθανασόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Της αναιρεσιβλήτου: της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … του Δήμου … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τους εκκαθαριστές αυτής Β. Φ. του Δ. και Δ. Φ. του Β., οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο και διόρισαν πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον δικηγόρο Αθηνών Απόστολο Γκουτίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17 Νοεμβρίου 2009 και 28 Δεκεμβρίου 2009 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7/2013 του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Ιουνίου 2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου εταιρείας ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από την ουσιαστικού δικαίου αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει, ότι είναι δυνατή η αναγνώριση δι' αγωγής της υπάρξεως ή μη έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον, ως έννομη δε σχέση νοείται η βιοτική σχέση του προσώπου η αναφερομένη προς έτερο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο, ασχέτως του εάν εγεννήθη απ` αυτήν αξίωση ή όχι.

Δεν μπορούν επομένως, να αποτελέσουν αντικείμενο τέτοιας αγωγής οι διατάξεις του νόμου καθ` εαυτές ή η ερμηνεία ασαφών νομικών εννοιών ή απλά πραγματικά γεγονότα, τα οποία καθ` εαυτά δεν αποτελούν έννομη σχέση, έστω και αν έχουν νομική σημασία για τις έννομες σχέσεις του προσώπου (ΑΠ 240/1971, 750, ΑΠ 959/1972, ΑΠ 1582/1979).

Τέτοιο γεγονός είναι κατά το άρθρο 416 ΑΚ και η καταβολή ή εξόφληση του χρέους (ΑΠ 287/80), που αποτελεί υλική πράξη και όχι σύμβαση ή μονομερή δικαιοπραξία (ΑΠ 113/2012, 626/2010,907/205) και επομένως δεν μπορεί να είναι αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. Εξάλλου, στην άσκηση καταψηφιστικής αγωγής για έννομη σχέση που τελεί σε αβεβαιότητα, ενυπάρχει αναγκαίως και αναγνωριστικό αίτημα για την ίδια έννομη σχέση, και επομένως η σώρευση στην ίδια αγωγή και αναγνωριστικού αιτήματος για την ίδια έννομη σχέση καθίσταται πλεοναστική, εφόσον δε το δικαστήριο απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αναγνωριστικό αίτημα αυτής, που είναι το ίδιο με αυτό της καταψηφιστικής και στηρίζεται στην ίδια έννομη σχέση, κρίνει όμως νόμιμη την αγωγή ως προς το καταψηφιστικό αίτημά της, που και αυτό μπορεί να περιορισθεί σε αναγνωριστικό, και προβεί περαιτέρω στην κατ' ουσίαν έρευνά της, ο λόγος αναιρέσεως για την απόρριψη της αναγνωριστικής αγωγής καθίσταται αλυσιτελής και εντεύθεν απορριπτέος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των ένδικων αγωγών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τις από 17-11-2009 (αριθ. κατ. 203/27-11-2009) και από 28-12-2009 (αριθ. καταθ. 4/7-1-2010) αγωγές τους εναντίον της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως, στην οποία τους εκπροσώπησε ως πληρεξούσιός τους ο πατέρας τους, αγόρασαν από την εναγομένη εταιρεία, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το περιγραφόμενο ακίνητο αντί του αναγραφέντος στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος ποσού 110.000 ευρώ και πραγματικού τιμήματος ποσού 540.000 ευρώ.

Ότι ο πατέρας τους κατέβαλε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Β. Φ., με τον οποίο διατηρούσε στενή φιλική σχέση, τον Οκτώβριο του 2007 συνολικό ποσό 200.000 ευρώ τμηματικώς, εντός του έτους 2008 συνολικώς ποσό 110.000 ευρώ, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με άλλες τμηματικές καταβολές του πατέρα τους προς τον Β. Φ., να έχει εξοφλήσει το συμφωνηθέν τίμημα, αφού συνολικώς κατέβαλαν 548.060 ευρώ.

Ότι λόγω διαφωνιών του πατέρα τους με τον Β. Φ. ως προς το ύψος των καταβληθέντων ποσών και την ανάκληση από αυτούς (ενάγοντες) τριών επιταγών τους, που αφορούσαν μέρος του τιμήματος, η εναγομένη προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον τους και πέτυχε την κατάσχεση του πωληθέντος ακινήτου και ότι η εναγομένη σε δίκες που αφορούσαν την επισπευθείσα εις βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση και σε σχετικά δικόγραφά της (προτάσεις κλπ) διά των αρμοδίων οργάνων της ομολόγησε ότι το πραγματικό τίμημα της πωλήσεως του επίδικου ακινήτου ορίσθηκε σε 365.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να προκύπτει, αφενός μεν, η εξόφλησή του από αυτούς, αφετέρου δε, ότι η εναγομένη έχει καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας τους.

Με βάση τα περιστατικά αυτά οι ενάγοντες ζήτησαν με την πρώτη αγωγή τους, μετά από νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό και τη νόμιμη διόρθωση του αναγραφέντος στο δικόγραφο της αγωγής τους ποσού, αφενός μεν, να αναγνωρισθεί ότι η περιουσία της εναγομένης αυξήθηκε αδικαιολόγητα και εις βάρος της περιουσίας τους κατά το ποσό των 173.004 ευρώ, αφετέρου δε, να αναγνωρισθεί ότι οι η τελευταία οφείλει να τους καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό για την παραπάνω αιτία, ενώ με την δεύτερη αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι δεν υφίσταται καμία έννομη σχέση, που να τους συνδέει με την εναγομένη, καθόσον η όποια προερχόμενη απαίτησή εκ του υπ' αριθ. .../8-10-2007 συμβολαίου αγοράς της Συμβολαιογράφου Αράχοβας Μαρίας Μόσχου έχει αποσβεσθεί με την ολοσχερή καταβολή απ' αυτούς του συνολικού τιμήματος της αγοραπωλησίας.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο και αίτημα της δεύτερης των ως άνω αγωγών, αυτή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον ζητείται με την τελευταία η αναγνώριση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών και όχι κάποιας έννομης σχέσης, και συγκεκριμένα, η αναγνώριση της εξοφλήσεως του οφειλομένου στην εναγομένη τιμήματος για την αγορά του επίδικου ακινήτου με την ολοσχερή καταβολή του τιμήματος αυτού εκ μέρους των εναγόντων.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, αφού δεν αξίωσε περισσότερα από όσα η διάταξη αυτή απαιτεί για την νομική βασιμότητας της ένδικης (δεύτερης) αγωγής.

Συνεπώς, ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την πρώτη των ένδικων αγωγών, εφόσον στο αρχικώς καταψηφιστικό αίτημά της, που ακολούθως και αυτό περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό, εμπεριείχετο και χωριστό αναγνωριστικό αίτημα της αναγνώρισης της έννομης σχέσης βάσει της οποίας επιδιώκετο η επιδίκαση του ως άνω ποσού, επρόκειτο περί μιας αγωγής με ενιαίο αίτημα, αφού στο αρχικώς καταψηφιστικό αίτημα εμπεριείχετο ως εκ περισσού και αναγνωριστικό αίτημα της έννομης σχέσης βάσει της οποία επιδιώκετο η καταψήφιση, και κατά περιορισμό της αγωγής η αναγνώριση, του ανωτέρω ποσού, ώστε η κρίση του Εφετείου ως προς την νομιμότητα της αγωγής αυτής έπρεπε να είναι ενιαία. Εφόσον, όμως, το Εφετείο, έκρινε νόμιμη την εν λόγω αγωγή με το αρχικώς καταψηφιστικό και ακολούθως περιορισθέν σε αναγνωριστικό αίτημά της (άρθρα 70 ΚΠολΔ, 904 επ. ΑΚ), η απόρριψη της αγωγής αυτής, ως προς το περιεχόμενο πλεοναστικά αναγνωριστικό αίτημα της ίδιας έννομης σχέσης βάσει της οποίας επιδιώκετο η καταψήφιση του ανωτέρω ποσού, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επομένως, ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της και προκειμένου για ακίνητο πρέπει να καλύπτει τόσο την μεταβιβαστική της κυριότητάς του εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή ως προς το πράγμα και το τίμημα.

Όμως η μη τήρηση του τύπου ως προς μέρος του τιμήματος ακινήτου, όπως στην περίπτωση που αυτό συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που εικονικά (άρθρ. 138 ΑΚ) αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν καθιστά άκυρη την όλη σύμβαση, αλλά άκυρη είναι μόνον η συμφωνία για το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, όπως αυτό συνάγεται από τη διάταξη του άρθρ. 13§3 του ν. 1587/1950, κατά την οποία: "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφωνήθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος νόμου, είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθή υπ` όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ` οιασδήποτε ετέρας Αρχής".

Με τη διάταξη, δηλαδή, αυτή ρητά περιορίσθηκε η ακυρότητα της πώλησης ακινήτου μόνο στην άτυπη συμφωνία για καταβολή τιμήματος μεγαλύτερου από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο, χωρίς κατά τα λοιπά να επηρεάζεται το κύρος της πώλησης υπό το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο εικονικό τίμημα (ΑΠ 543/1996). Επομένως το εκτός συμβολαίου μεγαλύτερο τίμημα, αν δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή ούτε με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού ο αγοραστής απέκτησε το πωληθέν ακίνητο για νόμιμη αιτία με βάση το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο και συνεπώς έγκυρα συμφωνημένο μικρότερο τίμημα, οπότε αντίστοιχα ως προς το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, που δεν κατέβαλε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ωφελούμενος χωρίς νόμιμη αιτία.

Εξ άλλου αν το επιπλέον αυτό τίμημα έχει ήδη καταβληθεί, μπορεί μεν ο αγοραστής να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όμως μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, διότι εφόσον ανταποκρίνεται σ` αυτή, δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός του πωλητή, παρά το ότι αποτελεί περιουσιακή επίδοση χωρίς νόμιμη αιτία (ΟλΑΠ 560/1974, ΑΠ 543/1996, ΑΠ 1566/2001, ΑΠ 1126/2002).

Συνακόλουθα δεν στερείται έννομων συνεπειών η άτυπη συμφωνία πωλητή και αγοραστή ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα υπολείπεται του πραγματικού και μπορεί, χωρίς εμπόδιο από την παραπάνω διάταξη του άρθρ. 13 §3 ν.1587/1950, να γίνει επίκληση της άκυρης για το επιπλέον τίμημα συμφωνίας, εφόσον από την επίκλησή της δικαιολογείται έννομο συμφέρον προκειμένου να προταθεί ή να αποκρουσθεί η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 560/1974, ΑΠ 543/1996).

Η απόδειξη της συμφωνίας αυτής δεν επιτρέπεται να γίνει με τη χρήση αντεγγράφου, το οποίο από την ίδια παραπάνω διάταξη χαρακτηρίζεται ως άκυρο και απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, όμως τα λοιπά αποδεικτικά μέσα είναι επιτρεπτά και η απόδειξη της συμφωνίας δεν συνιστά ανεπίτρεπτη απόδειξη κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου ή τροποποιητικής αυτού συμφωνίας, αφού δεν αμφισβητείται το περιεχόμενό του, όπως εξωτερικά έχει, αλλά η σπουδαιότητα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών ως προς το ύψος του τιμήματος, γι` αυτό και δεν ισχύουν οι περιορισμοί των άρθρ. 164 ΑΚ και 393, 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 586/2004, ΑΠ 713/2006).

Κατά την ίδια έννοια δεν ισχύουν οι περιορισμοί αυτοί και προκειμένου για την απόδειξη της αγοραίας αξίας του πωληθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφού και πάλι η απόδειξη δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου ούτε αφορά σε τροποποιητική αυτού συμφωνία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Δυνάμει του υπ' αριθ. .../8-10-2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αράχοβας Μαρίας Μόσχου, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως και στο οποίο, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2007 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Αποστολάκη, συμβλήθηκε ως πληρεξούσιος των εκκαλούντων-εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) ο πατέρας τους Γ.

Κ., ο οποίος μετείχε και στις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις, η εφεσίβλητη-εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) πώλησε και μεταβίβασε στους εκκαλούντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα αυτών, την με στοιχεία ΚΤ1 οριζόντια ιδιοκτησία-κατοικία που βρίσκεται στο … και ανήκει σε συγκρότημα τεσσάρων (4) κατοικιών.

Το εν λόγω συγκρότημα ανεγέρθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 233/2007 άδειας της Πολεοδομίας Λιβαδειάς σε εκτός σχεδίου αγροτεμάχιο στη θέση "..." στο …, εκτάσεως αυτού 4.031,60 τετραγωνικών μέτρων. Η επίδικη κατοικία βρίσκεται στην βόρεια πλευρά του οικοπέδου και συνδέεται με τα υπόλοιπα κτίρια του ακινήτου με πέργολα συνδέσεως, έχει κύρια είσοδο από αγροτικό δρόμο από τον ακάλυπτο χώρο του αγροτεμαχίου μέσω των κοινόχρηστων διόδων, συνορεύει με ακάλυπτο χώρο αγροτεμαχίου και αποτελείται από 3 στάθμες, υπόγειο, ισόγειο, όροφο και στέγη, που έχουν ενιαία λειτουργική ενότητα.

Συγκεκριμένα: α) το υπόγειο περιλαμβάνει την Υ-1 αποθήκη, αποτελείται από ενιαίο χώρο με WC και μία εσωτερική κλίμακα, που οδηγεί στον ισόγειο όροφο και έχει επιφάνεια 50 τετραγωνικών μέτρων, β) το ισόγειο περιλαμβάνει την με στοιχείο Ι-1 κατοικία, αποτελείται από κουζίνα, καθιστικό και εσωτερική κλίμακα, με την οποία επικοινωνεί με το υπόγειο και με την πάνω του ισογείου στάθμη και έχει επιφάνεια 50 τετραγωνικών μέτρων και γ) ο όροφος περιλαμβάνει την με στοιχεία Α-1 κατοικία, αποτελείται από ένα υπνοδωμάτιο και εσωτερική κλίμακα για να επικοινωνεί με τον ισόγειο όροφο και έχει επιφάνεια 18 τετραγωνικών μέτρων.

Επίσης στην κατοικία ανήκει ως χώρος αποκλειστικής χρήσεως ο περιβάλλων ιδιόχρηστος χώρος, επιφάνειας 1.010,01 τετραγωνικών μέτρων. Στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφηκε ως τίμημα της πωλήσεως το ποσό των 110.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός εξαμήνου, ήτοι μέχρι τις 8 Απριλίου 2008, ενώ η καταβολή του θα αποδεικνύονταν με συμβολαιογραφική πράξη εξοφλήσεως, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου.

Για την πρόσθετη εξασφάλιση της πωλήτριας εφεσίβλητης εταιρείας οι εκκαλούντες συμφώνησαν στην παραχώρηση δικαιώματος υποθήκης στο πωληθέν ακίνητο μέχρι του ποσού των 110.000 ευρώ. Το εν λόγω τίμημα, όμως, ήταν εικονικό και δεν αντιπροσώπευε την πραγματική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, που ήταν η αγορά του επίδικου ακινήτου να γίνει αντί του ποσού των 540.000 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονταν και η αποπεράτωση του ακινήτου.

Το κτίσμα κατά την υπογραφή του συμβολαίου ήταν ημιτελές και συμφωνήθηκε η εφεσίβλητη να αναλάβει και τις εργασίες αποπερατώσεώς του. Συμφωνήθηκε, επίσης, η εκτέλεση πρόσθετων εργασιών στο ακίνητο και, συγκεκριμένα, η εγκατάσταση ανελκυστήρα στο ακίνητο, αντί ποσού 18.000 ευρώ και το κλείσιμο του εμπρόσθιου ημιυπαίθριου χώρου και βεράντας, αντί ποσού 17.000 ευρώ.

Έτσι το συνολικό πραγματικό τίμημα της πωλήσεως ανήλθε στο ποσό των 575.000 ευρώ (540.000+18.000+17.000). Οι εκκαλούντες, αν και στις κρινόμενες αγωγές τους εκθέτουν ότι το πραγματικό τίμημα, χωρίς τις επιπλέον προαναφερθείσες εργασίες, συμφωνήθηκε σε ποσό 540.000 ευρώ, εν τούτοις, επικαλούμενοι το γεγονός ότι η εφεσίβλητη στα πλαίσια άλλης μεταξύ τους δίκης λόγω επισπευθείσας εις βάρος τους αναγκαστικής εκτελέσεως από την τελευταία και, συγκεκριμένα, στα πλαίσια της από 24-9-2009 αιτήσεώς τους περί αναστολής της εκτελέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 670/2009 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, αναφέρει (η εφεσίβλητη) ότι το πραγματικό τίμημα συμφωνήθηκε σε 365.000 ευρώ και υπολαμβάνοντας την αναφορά αυτή ως δικαστική ομολογία, ισχυρίζονται ότι έχουν καταβάλει διάφορα, αναφερόμενα στην πρώτη αγωγή τους ποσά, τα οποία υπερκαλύπτουν το προαναφερθέν ποσό των 365.000 ευρώ.

Κατ' αρχήν, λεκτέο ότι η όποια αναφορά της εφεσίβλητης ενώπιον του άλλου δικαστηρίου ότι το πραγματικό τίμημα πωλήσεως του επίδικου ακινήτου ανέρχεται σε 365.000 ευρώ, σύμφωνα και με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, αποτελεί εξώδικη ομολογία αυτής, η οποία εκτιμάται ελευθέρως από το Δικαστήριο τούτο και όχι δικαστική, όπως εσφαλμένως θεωρούν οι εκκαλούντες.

Πλέον αυτού, ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων δεν κρίνεται βάσιμος και κατ' ουσίαν, καθόσον δεν βρίσκεται σε αρμονία με τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός τους αυτός ανατρέπεται, αφενός μεν, από το ίδιο το περιεχόμενο της αγωγής τους, στο δικόγραφο της οποίας οι τελευταίοι ιστορούν σαφώς ότι το πραγματικό τίμημα της πωλήσεως ανέρχεται σε 540.000 ευρώ, αφετέρου δε, από την ένορκη κατάθεση του πατέρα τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το πραγματικό συμφωνηθέν τίμημα της πωλήσεως ορίστηκε σε 540.000 ευρώ, στο οποίο προστέθηκε η αξία των πρόσθετων εργασιών (ανελκυστήρος-κλείσιμο βεράντας).

Το ποσό, μάλιστα αυτό ο τελευταίος δεν το ανέφερε μια φορά, αλλά το ανέφερε κατ' επανάληψη και σε διάφορα σημεία της καταθέσεώς του, χωρίς η κατάθεσή του ως προς το ύψος του ποσού να παραλλάξει σε κάποιο άλλο σημείο. Τα ουσιώδη και κρίσιμα περιστατικά, άλλωστε, ενισχύονται και αποδεικνύονται πλήρως και από την χειρόγραφη καρτέλα λογαριασμού που τηρούσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της πωλήτριας-εφεσίβλητης Β.

Φ., στην οποία καταχωρούνταν όλες οι καταβολές, που γίνονταν για λογαριασμό των εκκαλούντων για την εξόφληση του πραγματικού τιμήματος της πωλήσεως. Αντίγραφο της καρτέλας αυτής είχε δοθεί στον πατέρα των τελευταίων και μετά από κάθε καταβολή αντικαθίστατο από άλλη, που εμφάνιζε την νέα εγγραφή. Είχε συμφωνηθεί ότι δεν θα γίνει χρήση της καρτέλας αυτής, αλλά αυτή τηρούνταν μόνο για τις μεταξύ τους σχέσεις, λόγω και της φιλικής σχέσεως που διατηρούσε ο πατέρας των εκκαλούντων με το νόμιμο εκπρόσωπο της εφεσίβλητης Β.

Φ.. Στην εν λόγω δε καρτέλα, η γνησιότητα της οποίας στο σημείο αυτό δεν αμφισβητείται, αναγράφεται ως τίμημα της αγοράς το ποσό των 540.000 ευρώ, καθώς και το κόστος των δύο πρόσθετων εργασιών συνολικού ποσού 35.000 ευρώ, διαμορφωθείσας, έτσι, της συνολικής οφειλής σε 575.000 ευρώ. Επίσης, ο ενόρκως εξετασθείς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών Β.

Β., μάρτυρας των εκκαλούντων, στην υπ' αριθ. 1060/1-2-2013 ένορκη βεβαίωσή του εκθέτει ότι το πραγματικό τίμημα της πωλήσεως συμφωνήθηκε σε ποσό 540.000 ευρώ. Τούτων δοθέντων, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο περί του ύψους του πραγματικού τιμήματος της πωλήσεως, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο μερών.

Έναντι του ποσού αυτού οι εκκαλούντες κατέβαλαν, μέσω του πατέρα τους, είτε σε μετρητά είτε με επιταγές, εκδόσεως του τελευταίου ή τρίτων, οπισθογραφημένες από τον Γ. Κ., είτε με εμβάσματα σε τραπεζικό λογαριασμό, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Στις 15-6-2007 ποσό 2.500 ευρώ, στο οποίο κοστολογήθηκε η παράδοση ενός κοντέϊνερ από τους εκκαλούντες στην εφεσίβλητη, 2) στις 3-7-2007 ποσό 4.800 ευρώ, με την παράδοση σίδερων για την οικοδομή από τους εκκαλούντες, 3) στις 27-7-2007 ποσό 20.000 ευρώ με την παράδοση μιας μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, πληρωτέας στην Τράπεζα Πειραιώς, 4) στις 8-9-2007 ποσό 10.000 ευρώ, με την παράδοση της υπ' αριθ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 10-11-2007, πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία εξοφλήθηκε στις 12-11-2007, 5) στις 8-9-2007 ποσό 10.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ... ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 10-12-2007, πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία εξοφλήθηκε στις 12-11-2007, 6) στις 8-10-2007 ποσό 7.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 4-2-2008, πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία εξοφλήθηκε, 7) στις 8-10-2007 ποσό 2.500 ευρώ, ως υπόλοιπο ποσού 20.000 ευρώ το οποίο οι εκκαλούντες κατέβαλαν με έμβασμα στον τραπεζικό λογαριασμό της εφεσίβλητης στην Τράπεζα ALPHA BANK για την πληρωμή του Φ.Π.Α.

από την αγορά ακινήτου, 8) στις 9-10-2007 ποσό 4.660 ευρώ με την παράδοση σίδερων για την οικοδομή από τους εκκαλούντες, 9) στις 9-1-2007 ποσό 450 ευρώ με την παράδοση τούβλων για την οικοδομή από τους εκκαλούντες, 10) στις 10-10-2007 ποσό 450 ευρώ με την παράδοση τούβλων για την οικοδομή από τους εκκαλούντες, 11) στις 12-10-2007 ποσό 50.000 ευρώ σε μετρητά, 12) στις 15-10-2007 ποσό 50.000 ευρώ σε μετρητά, 13) στις 15-10-2007 ποσό 7.000 ευρώ με την παράδοση μια μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην Τράπεζα MARFIN, η οποία εξοφλήθηκε, 14) στις 17-10-2007 ποσό 50.000 ευρώ σε μετρητά, 15) στις 23-10-2007 ποσό 50.000 ευρώ σε μετρητά, 16) στις 25-10-2007 ποσό 10.000 ευρώ, με την παράδοση της υπ' αριθ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, με ημερομηνία εκδόσεως 15-3-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε, 17) στις 3-11-2007 ποσό 10.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ... ισόποσης μεταχρονολογημένης επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε, 18) στις 15-11-2007 ποσό 8.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 20-4-2008, πληρωτέα στην Εγνατία Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε, 19) στις 15-11-2007 ποσό 10.000 ευρώ με την παράδοση μιας μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, πληρωτέας στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε, 20) στις 8-12-2007 ποσό 10.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 30-5-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε, 21) στις 8-12-2007 ποσό 10.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ... ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 15-6-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε στις 17-6-2008, 22) στις 31-12-2007 ποσό 4.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 25-4-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε και 23) στις 31-12-2007 ποσό 4.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ... ισόποσης μεταχρονολογημένης επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε στις 30-4-2008.

Συνολικώς, οι εκκαλούντες κατέβαλαν στην εφεσίβλητη ποσό 335.360 ευρώ. Οι ανωτέρω καταβολές από τους εκκαλούντες προκύπτουν από την προαναφερθείσα καρτέλα του λογαριασμού, που τηρούσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εφεσίβλητης, η γνησιότητα της οποίας, ως προς τις εγγραφές αυτές, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, αποδεχόμενοι τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτήν και αφορούν το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31-12-2007.

Όμως, οι τρεις τελευταίες καταχωρηθείσες εγγραφές που αφορούν καταβολή ποσού 15.000 με δύο επιταγές την 10-1-2008, καταβολή ποσού 50.000 σε μετρητά την 2-2-2008 και καταβολή ποσού 10.000 ευρώ την 9-2-2008, δεν προκύπτει ότι καταχωρήθηκαν από τον Β. Φ., που τηρούσε την καρτέλα. Η γραφή είναι τελείως διαφορετική τόσον στα γράμματα όσον και στους αριθμούς.

Αυτό, άλλωστε, διαπιστώνεται και στην από 3-11-2009 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Κ., που διεξήχθη με επιμέλεια των εκκαλούντων, προκειμένου να διακριβωθεί εάν η καρτέλα είχε γραφεί από τον Β. Φ.. Στην έκθεση αυτή διαπιστώνεται, μετά από εξέταση φωτοτυπικών αντιγράφων της καρτέλας, ότι "στο τέλος του εγγράφου προκύπτουν προστεθέντες με πρωτότυπη χειρόγραφη γραφή και με γραφίδα διαρκείας BIC (penna a sfera, Biro) μελάνης χρώματος ερυθρού, 3 στίχοι γραφής και αριθμογραφής χαραχθέντες με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα από το υπόλοιπο έγγραφο, οι οποίοι δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσης γραφολογικής διερεύνησης".

Από κανένα άλλο στοιχείο δεν προκύπτει ότι καταβλήθηκαν τα ποσά αυτά. Ο μάρτυρας αποδείξεως δεν αναφέρθηκε στις καταβολές αυτές, ούτε και οι μάρτυρες που κατέθεσαν στις ένορκες βεβαιώσεις. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες κατέβαλαν στην εφεσίβλητη και τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Στις 5-2-2008 ποσό 25.000 ευρώ σε μετρητά, όπως προκύπτει από την ομολογία της εφεσίβλητης στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, 2) στις 18-2-2008 ποσό 7.500 ευρώ, με την παράδοση της υπ' αριθμ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής της εταιρείας ΤΕΧΝΟΣΤΥΛ Ε.Π.Ε., η οποία είναι εταιρεία του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 31-7-2008, πληρωτέα στην Τράπεζα MARFIN, η οποία εξοφλήθηκε, 3) στις 18-2-2008 ποσό 7.500 ευρώ, με την παράδοση της υπ' αριθ. ... ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής εκδόσεως της εταιρείας ΤΕΧΝΟΣΤΥΛ Ε.Π.Ε., με ημερομηνία εκδόσεως 31-8-2008, πληρωτέα στην Τράπεζα MARFIN, η οποία εξοφλήθηκε, 4) στις 31-3-2008 ποσό 7.644 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 15-8-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία και εξοφλήθηκε, 5) στις 31-3-2008 ποσό 12.500 ευρώ με την παράδοση ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 15-9-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα.

Αν και δεν προσκομίζεται το σώμα της συγκεκριμένης επιταγής, η παράδοση και η εξόφλησή της συνομολογούνται από την εφεσίβλητη, 6) στις 31-3-2008 ποσό 10.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ... ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 15-10-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία και εξοφλήθηκε, 7) την 1-5-2008 ποσό 7.500 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 31-8-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε, 8) στις 6-6-2008 ποσό 20.000 ευρώ με έμβασμα στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό του νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης από την εταιρεία ΤΕΧΝΟΣΤΥΛ Ε.Π.Ε., 9) στις 8-9-2008 ποσό 12.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. 20668498-3 ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 17-12-2008, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε, 10) στις 8-9-2008 ποσό 8.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ...

ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 30-1-2009, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε, 11) στις 8-9-2008 ποσό 10.000 ευρώ με την παράδοση της υπ' αριθ. ... ισόποσης μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως του πατέρα των εκκαλούντων, με ημερομηνία εκδόσεως 28-2-2009, πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα, η οποία εξοφλήθηκε και 12) τον Σεπτέμβριο του 2008 ποσό 15.000 ευρώ σε μετρητά.

Συνολικώς οι εκκαλούντες κατέβαλαν στην εφεσίβλητη ποσό 142.644 ευρώ. Εκτός των ποσών αυτών οι εκκαλούντες παρέδωσαν στην εφεσίβλητη και τρεις μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, ποσού 15.000 ευρώ η καθεμία, εκδόσεως του πατέρα τους και, ειδικότερα, τις υπ' αριθ. ..., ... και ... επιταγές, πληρωτέες στην Εμπορική Τράπεζα, με ημερομηνίες εκδόσεως 30-8-2009, 30-9-2009 και 30-10-2009 αντιστοίχως.

Οι επιταγές αυτές, όμως, μετά τις διαφωνίες που ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων λόγω της αμφισβητήσεως εκ μέρους των εκκαλούντων ως προς το συνολικό ύψος της οφειλής, δεν πληρώθηκαν, η δεύτερη και η τρίτη, μάλιστα, σφραγίσθηκαν, λόγω της ανακλήσεώς τους από τον εκδότη τους πριν την ημερομηνία εκδόσεώς τους, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας αποδείξεως.

Ως εκ τούτου, το ποσό των επιταγών αυτών δεν μπορεί να συνυπολογισθεί στα ποσά που κατέβαλαν οι εκκαλούντες. Αποδεικνύεται, κατόπιν αυτών, ότι οι εκκαλούντες κατέβαλαν σε εξόφληση του συμφωνηθέντος πραγματικού τιμήματος της πωλήσεως του επίδικου ακινήτου συνολικό ποσό 478.004 ευρώ (335.350+142.644). Άλλα ποσά δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλαν οι εκκαλούντες για τον λόγο αυτόν, όπως αβασίμως ισχυρίζονται αυτοί, επικαλούμενοι ποσό 548.060 ευρώ.

Άλλωστε, τα ποσά που η εφεσίβλητη αναφέρει στο από 29-10-2009 σημείωμά της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και επικαλούνται για το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής τους οι εκκαλούντες, δεν αποδεικνύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ η αναγραφή των ποσών από την εφεσίβλητη, αφενός μεν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν αποτελούν δικαστική ομολογία, αλλά εξώδικη και εκτιμάται ελευθέρως από το Δικαστήριο, αφετέρου δε, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι κατεβλήθηκαν.

Ο μάρτυρας αποδείξεως και πατέρας των εκκαλούντων, ο οποίος είχε αναλάβει τις διάφορες καταβολές προς την εφεσίβλητη, δεν κατέθεσε τίποτε σχετικώς, αναφέροντας μόνο ότι το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, ανερχόταν σε 527.000 ευρώ, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει ειδικότερα τον τρόπο που καταβλήθηκε το ποσό αυτό.

Δεν προσκομίζονται άλλα εμβάσματα μέσω τράπεζας ή εξοφληθείσες τραπεζικές επιταγές, που να ενισχύουν τον ισχυρισμό των εκκαλούντων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται στον δεύτερο και τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς τους ότι έχουν καταβάλει στην εφεσίβλητη συνολικό ποσό 538.004 ευρώ.

Το ποσό αυτό, ούτως ή άλλως, υπολείπεται του συμφωνηθέντος ως άνω συνολικού τιμήματος των 575.000 ευρώ. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η αξία του αγορασθέντος από τους εκκαλούντες ακινήτου δεν υπολείπεται του ανωτέρω ποσού, που έγινε δεκτό από το Δικαστήριο ότι έχουν ήδη καταβάλει στην εφεσίβλητη. Η αξία αυτή συνομολογείται και από τους εκκαλούντες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 680/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και την υπ' αριθ. .../2009 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς …, το επίδικο ακίνητο εκτιμήθηκε στο ποσό των 525.000 ευρώ, αξία την οποία οι εκκαλούντες δεν αμφισβήτησαν με καμία από τις ασκηθείσες από αυτούς ανακοπές, κατ' άρθρο 954 του ΚΠολΔ, ζητώντας μόνο τη διόρθωση της περιγραφής του ακινήτου (βλ.

τις υπ' αριθ. 680/2009 και 788/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων). Εξάλλου, ο μάρτυρας αποδείξεως στην κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι η αξία του ακινήτου κατά την παράδοσή του ανέρχονταν στο ποσό των 550.000 ευρώ.

Δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, κρίσιμο για την επιστροφή του εκτός συμβολαίου καταβληθέντος τιμήματος, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι το ποσό που συμφωνήθηκε ως αξία του πωληθέντος ακινήτου, αλλά η αγοραία-αληθινή αξία του ακινήτου και μόνο το καταβληθέν ποσό που υπερβαίνει την αξία αυτή μπορεί να διεκδικηθεί, αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες δεν κατέβαλαν στην εφεσίβλητη ποσό μεγαλύτερο της αξίας του πωληθέντος ακινήτου, ώστε η τελευταία να καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας τους και γι' αυτό το δεύτερο αίτημα της πρώτης αγωγής τους κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν>>.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την πρώτη, από 26-1-2012, αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία επιδιώκετο, κατά τα προεκτεθέντα, αφενός μεν να αναγνωρισθεί ότι η περιουσία της αναιρεσίβλητης αυξήθηκε αδικαιολόγητα και εις βάρος της περιουσίας τους κατά το ποσό των 173.004 ευρώ, λόγω του επί πλέον καταβληθέντος του πραγματικού τιμήματος του πωληθέντος σ' αυτούς ακινήτου, αφετέρου δε, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να τους καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό για την παραπάνω αιτία, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων και δικαιολογούσαν ότι δεν υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός της αναιρεσίβλητης εις βάρος της περιουσίας των αναιρεσειόντων, οι προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, ότι η αναγραφείσα στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμή του πωληθέντος στους αναιρεσείοντες ακινήτου ήταν 110.000 ευρώ, ενώ η συμφωνηθείσα πραγματική τιμή αυτού ανήρχετο στο ποσό των 575.000 ευρώ, έναντι δε του πραγματικού τιμήματος κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες 478.004 ευρώ, ενώ η αγοραία (αληθινή) αξία αυτού ανήρχετο κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και παράδοσης του ακινήτου σε 525.000 έως 550.000 ευρώ, ώστε να μην υπάρχει περιθώριο αναζήτησης ως αδικαιολογήτως καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες στην αναιρεσίβλητη για την αγορά του επίδικου ακινήτου αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο αγοραστής ακινήτου μπορεί να αναζητήσει το τίμημα που κατέβαλε επιπλέον του αναφερομένου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος μόνο κατά το μέρος που αυτό υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, περίπτωση που κατά τις άνω παραδοχές του Εφετείου δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιασμούς καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το τίμημα που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες για την αγορά του επίδικου ακινήτου κατά το επιπλέον του αναφερομένου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος δεν υπερέβαινε την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και παράδοσης σ' αυτούς του εν λόγω ακινήτου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος ως άνω λόγος της αναίρεσης, κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, ότι δηλαδή το τίμημα που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες για την αγορά του επίδικου ακινήτου κατά το επιπλέον του αναγραφομένου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος υπερέβαινε την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, ώστε να καταστεί πλουσιότερος ο αναιρεσίβλητος από την επί πλέον αυτή αύξηση της περιουσίας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 17-06-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 7/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-06-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 7/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ