Legislator Case Law & Legislation
626/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against inconsistent lower court reasoning on rent payments and remands case.

Case Number 626/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding rent payments. The appellant argued that the lower court's reasoning was contradictory, accepting some payments while rejecting others without sufficient justification. The court found these inconsistencies violated the requirement for a lawful basis in the judgment and ordered the case remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if a substantive law rule was violated or if the judgment lacks a lawful basis due to insufficient or contradictory reasoning, requiring the case to be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contradictory reasoning insufficient justification remand for retrial substantive law violation court costs rent payments

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 93(3) of the Constitution
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 626 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 626/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τασσόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την Αικατερίνη Μπαϊρακτάρη η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεόφιλου Ρουμελιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4085/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2905/2005 μη οριστική και 11/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 25/2/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανάσιου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 Α.Κ. η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή. Κατά την έννοια του ανωτέρου άρθρου, καταβολή είναι η προσήκουσα εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής σε τρόπο που να ικανοποιείται το σχετικό συμφέρον του δανειστή, όπως αυτό προκύπτει αντικειμενικά από τη σύμβαση, δηλαδή, για να είναι προσήκουσα η καταβολή πρέπει να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβληθείσας παροχής σε τρόπο που ο δανειστής να λαμβάνει από τον οφειλέτη ό,τι δικαιούται να αξιώσει απ' αυτόν σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση και δεν αρκεί τμηματική καταβολή (ΑΠ 907/2005).

Η καταβολή χρέους δεν αποτελεί δικαιοπραξία αλλά απλή εξοφλητική (υλική) πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός (ΑΠ 907/2005). Στη συνέχεια, από το συνδυασμό των άρθρων 417 παρ. 1 και 424 εδ. α' ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση, για να λειτουργήσει η καταβολή ως αποσβεστικός λόγος της ενοχής, είναι, πλην άλλων, να γίνει αυτή στο δανειστή ή σε όποιον επιτρέπεται να δεχθεί την καταβολή και τέτοιος είναι:

α) είτε ο πληρεξούσιος του δανειστή, β) είτε ο εξουσιοδοτημένος από το δανειστή να λάβει στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό αλλά υπό τη συγκατάθεση του δανειστή, γ) είτε ο δυνάμει συμφωνίας δανειστή και οφειλέτη διορισμένος ως δεκτικός της καταβολής, ενώ ο οφειλέτης προβαίνοντας σε καταβολή, υπό τις προαναφερθείσες αναγκαίες προϋποθέσεις της, έχει το δικαίωμα να ζητήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη, η απόδοση της οποίας από μεν ουσιαστική άποψη είναι οιονεί δικαιοπραξία, από δε δικονομική άποψη αυτή αποτελεί έγγραφο μαρτυρίας, που αποτελεί πλήρη απόδειξη υπέρ του οφειλέτη, μη αποκλειόμενης, όμως, της ανταποδείξεως.

Περαιτέρω, η καταβολή σε τρίτο πρόσωπο, που δεν δικαιούται σε είσπραξη, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη έναντι του δανειστή, έστω και αν έγινε από συγγνωστή πλάνη, όμως, κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, μπορεί να θεωρηθεί η προς τρίτον καταβολή που γίνεται με καλή πίστη τους αποσβεστικός λόγος της ενοχής, και μάλιστα στις περιπτώσεις που αποκαλούνται φαινόμενο δικαίου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του κομιστή (κατόχου) εγγράφου εξοφλητικής απόδειξης (ΑΚ 426), όπου ο οφειλέτης με την προσκομιδή της σχετικής έγγραφης εξοφλητικής απόδειξης δικαιούται να καταβάλει αζημίως στον κομιστή της, οπότε και ελευθερώνεται αν άσκησε το δικαίωμα του ανυπαίτια και καλόπιστα.

Τέλος, σύμφωνα με τον ν. 2190/1920 περί Ανωνύμων Εταιριών, όπως ισχύει σήμερα (και κατά το έτος 1996), κάθε μεταβολή στην σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου Αν. Εταιρίας και στην εκπροσώπηση αυτής υποβάλλεται αναγκαστικά στις διατυπώσεις δημοσίευσης (δημοσιότητας) αρθ. 7β του νόμου. Κατά δε την παράγραφο 13 του άρθρου αυτού "Η εταιρία δεν μπορεί ν' αντιτάξει στους τρίτους τις πράξεις για την οποία δεν τηρήθηκε η δημοσίευση ..." και "...

πράξεις ή στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί δεν αντιτάσσονται στους τρίτους πριν περάσουν 15 ημέρες από τη δημοσίευση, εφόσον οι τρίτοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν (ΑΠ 307/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 11/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η εκκαλούσα-ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αρ. ...

συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανθής Κρέτση, που νόμιμα μεταγράφηκε, αγόρασε από την ... τη ψιλή κυριότητα, ενός ισογείου διαμερίσματος επιφανείας 140 τ.μ., που βρίσκεται στη ... επί της οδού ..., με τον αναλογούντα σ' αυτό υπόγειο χώρο επιφανείας 30 τ.μ., μετά δε το θάνατο του επικαρπωτή της ανωτέρω ιδιοκτησίας ...

το έτος 1992 απέκτησε την πλήρη κυριότητα επ' αυτής. Το ανωτέρω διαμέρισμα ήταν ήδη εκμισθωμένο με το από 30.11.1991 μισθωτήριο κατοικίας από τον προαναφερθέντα επικαρπωτή στην εφεσίβλητη-εναγομένη, σύζυγο του γιού του ..., ως κατοικία για έξι έτη (έως 30.11.1997), αντί μηνιαίου μισθώματος 50.000 δρχ., αναπροσαρμοζόμενου ανά διετία κατά 15% επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος.

Στην παραπάνω μίσθωση υπεισήλθε εκ του νόμου ως εκμισθώτρια μετά το θάνατο του ανωτέρω επικαρπωτή η εκκαλούσα-ενάγουσα και η ανωτέρω σύμβαση συνεχίσθηκε έως 1.1.1995, οπότε συνήφθη προφορικά νέα μίσθωση αορίστου χρόνου, με την οποία εκμίσθωσε η τελευταία στην εφεσίβλητη-εναγομένη το ανωτέρω διαμέρισμα με τον αναλογούντα σ' αυτό προαναφερθέντα υπόγειο χώρο αντί μηνιαίου μισθώματος 190.447 δρχ. (ήδη 558,91 ευρώ) προκαταβαλλόμενου την 1η κάθε μήνα.

Το ύψος του πιο πάνω συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου αναγράφηκε στην αναλυτική κατάσταση για τα μισθώματα ακινήτων Οικονομικού έτους 1996 - εισοδήματα από ΙΓ έως 31/12/1995 (έντυπο Ε2), που εμπεριέχεται στην υποβληθείσα την 17.5.1996 προς την Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε Πειραιά δήλωση φορολογίας εισοδήματος από τον τότε Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εκκαλούσας-ενάγουσας ..., η οποία παρελήφθη από τον αρμόδιο υπάλληλο ....

Οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης-εναγομένης α) ότι δεν συνήφθη νέα μίσθωση μεταξύ των διαδίκων την 1.1.1995, αλλά ότι συνεχιζόταν η ήδη αρξαμένη σύμβαση κατά τα ανωτέρω την 30.11.1991 με την εκκαλούσα-ενάγουσα, πλέον, ως εκμισθώτρια υπεισελθούσα στη θέση του θανόντος το έτος 1992 πιο πάνω αρχικού εκμισθωτή ... και β) ότι την 1.1.1996 εκείνη (εκκαλούσα-ενάγουσα) αξίωσε την καταβολή 190.000 δρχ.

ως μηνιαίο μίσθωμα, λόγω δε της έντονης διαμαρτυρίας της για την αιτηθείσα αύξηση της προτάθηκε τότε απ' εκείνη μέσω του προαναφερθέντος Ζ και συμφώνησε για μακροχρόνια μίσθωση του επιδίκου μισθίου με προκαταβολή όλων των μισθωμάτων και αισθητά χαμηλότερο μίσθωμα, χωρίς, όμως, να λάβει εις χείρας της το συνταγέν τότε ανανεωτήριο, δεν κρίνονται κατ' ουσίαν βάσιμοι και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι.

Ειδικότερα, 1) τα αναγραφόμενα ποσά των 68.000 δρχ. στις αποδείξεις εισπράξεως μισθωμάτων εκ μέρους της εκκαλούσας-ενάγουσας προς την εφεσίβλητη-εναγομένη για του μήνες Μάιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1995 και 2) τα αναγραφόμενα ποσά στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της εφεσίβλητης -εναγομένης των κρίσιμων οικονομικών ετών α) 1996 (αποκτηθέντων εισοδημάτων από 1.1.1995 - 31.12.1995) και β) 1997 (αποκτηθέντων εισοδημάτων από 1.1.1996 -31.12.1996), όπου στην οικεία στήλη του ενοικίου που πληρώθηκε για κύρια κατοικία της οικογένειας δηλώθηκε απ' αυτήν ως πληρωθέν σ' εκείνη ετησίως για το επίδικο μίσθιο ποσό 816.000 δρχ., άρα 68.000 δρχ.

μηνιαίως (816.000 δρχ./12μην.), δεν συμπίπτουν με το μηνιαίο μίσθωμα (50.000 δρχ.) της ανωτέρω (αρχικής) μισθωτικής σύμβασης της 30.11.1991, όπως αυτό έπρεπε μετά τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή του (15% ανά διετία) να διαμορφωθεί, δηλαδή να ανέρχεται από 1.12.1993-30.11.1995 στο ποσό των 57.500 δρχ., εάν εξακολουθούσε να ισχύει αυτή (αρχική σύμβαση) και όχι στο ανωτέρω καταβαλλόμενο μηνιαίως ως μίσθωμα μεγαλύτερο ποσό και συνεπώς τα παραπάνω εκάστοτε καταβαλλόμενα ποσά είχαν την έννοια καταβολών έναντι των οφειλομένων μηνιαίων μισθωμάτων.

Εξάλλου κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνει με. επάρκεια τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εφεσίβλητης-εναγομένης. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη-εναγομένη από την 1.1.1996 και μετέπειτα έως την έγερση της ένδικης από 2.3.2003 αγωγής καθυστερούσε υπαίτια την καταβολή προς την εκκαλούσα-ενάγουσα του πιο πάνω συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος, με αποτέλεσμα να περιέλθει έκτοτε σε υπερημερία ως μισθώτρια περί την καταβολή του προσήκοντος μισθώματος.

Και ναι μεν η εφεσίβλητη-εναγομένη εκ των υστέρων κατέβαλε εκπροθέσμως στην εκκαλούσα-ενάγουσα τα παρακάτω ποσά, πλην όμως αυτά δεν ανταποκρίνονταν στο συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα των 190.447 δρχ. (ή 558,91 ευρώ), ώστε με την ανωτέρω, καταβολή να αποσβεσθεί η οφειλή της, κατά τον προβληθέντα πρωτοδίκως κατ' αντένσταση βάσιμο ισχυρισμό εκείνης σύμφωνα με τα σχετικά προ εκτεθέντα στην υπό στοιχείο 1 μείζονα σκέψη, που στηρίζει τον 6° λόγο της κρινόμενης εφέσεως.

Συγκεκριμένα, η εφεσίβλητη-εναγομένη κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά: 1) την 8.5.1996 στον τότε Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εκκαλούσας-ενάγουσας Ζ εκδοθέντος του υπ' αρ. 4/8.5.1996 τιμολογίου της παροχής υπηρεσιών για μισθώματα α) από 1.5.1996 - 30.11.1996 συνολικά 476.000· δρχ. (68.000 δρχ. Χ 7μην.), β) από 1.12.1996-30.11.1997 938.400 δρχ. (78.200 δρχ.Χ12μην.) με γενικό σύνολο 1.414.400 δρχ και 2) την 27.5.1996 στον προαναφερθέντα Ζ, ο οποίος όμως ήδη από την 25.5.1996 είχε παραιτηθεί από τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εκκαλούσας-ενάγουσας, εκδοθέντων των υπ' αρ. 6 και 23/27.5.1996 τιμολογίων της παροχής υπηρεσιών για μισθώματα από 1.12.1997 έως 31.12.2020 συνολικού ύψους 11.785.765 δρχ.

και 19.646.928 δρχ. αντίστοιχα. Πρέπει να σημειωθεί ότι στα δύο ανωτέρω τελευταία εκδοθέντα τιμολόγια της 27.5.1996, για το ενδιαφέρον εν προκειμένω διάστημα (έως το Μάρτιο 2003), το καταβληθέν μίσθωμα αναγράφεται ως ακολούθως: 1) από 1.12.1997-30.11.1998 938.400 δρχ., άρα καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 78.200 δρχ., 2) από 1.12.1998-30.11.1999 938.400 δρχ., άρα καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 78.200 δρχ., 3) από 1.12.1999-30.11.2000 1.032.240 δρχ., άρα καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 86.020 δρχ. 4) από 1.12.2000-30.11.2001 1.032.240 δρχ., άρα καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 86.020 δρχ., 5) από 1.12.2001-30.11.2002 135.464 δρχ., άρα καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 94.622δρχ.

και 6) από 1.12.2002-30.11.2003 1.135.464 δρχ., άρα καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 94.622 δρχ.. δηλαδή. Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι την επομένη της παραπάνω καταβολής (28.5.1996) η εκκαλούσα-ενάγουσα τέθηκε υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, ανακληθείσας της αδείας συστάσεως και λειτουργίας της με την υπ' αρ. Κ3-4407/28.5.1 996 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.

Από τις παραπάνω καταβολές της εφεσίβλητης-εναγομένης εκείνη της 27.5.1996 έγινε προς τρίτο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, κατά τον προβληθέντα πρωτοδίκως κατ' αντένσταση βάσιμο ισχυρισμό της εκκαλούσας-ενάγουσας, σύμφωνα με τα σχετικά προαναφερθέντα στην υπό στοιχείο 1 μείζονα σκέψη, που στηρίζει τον 3° λόγο της κρινόμενης έφεσης, αφού ο τρίτος προς τον οποίο έγινε αυτή, Ζ, είχε κατά το χρόνο εκείνο ήδη, όπως προαναφέρθηκε, παραιτηθεί από τη θέση του Προέδρου και διευθύνοντος Συμβούλου της και συνεπώς δεν ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, ώστε με την καταβολή σ' αυτόν να απαλλαγεί η πρώτη της οφειλής της έναντι της τελευταίας.

Εξάλλου, εφόσον τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών εκδίδονται μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 ΠΔ186/1992 (Κώδικας Βιβλίων & Στοιχείων), και ειδικότερα στις περιπτώσεις α) παροχής υπηρεσιών από επιτηδευματία σ' άλλον επιτηδευματία· β) χονδρικής πωλήσεως αγαθών, γ) είσπραξης από τον επιτηδευματία επιδοτήσεων, οικονομικών ενισχύσεων, αποζημιώσεων, επιστροφές φόρων, δασμών, τελών, κ.λπ, δ) αγορών από τον επιτηδευματία αβαθών ή υπηρεσιών από πρόσωπα αρνούμενα την έκδοση τιμολογίων ή εκδίδοντα ανακριβές τιμολόγιο ή μη έχοντα υποχρέωση για έκδοση τιμολογίων και ε) αγορών από τον επιτηδευματία αγροτικών προϊόντων, τα σχετικά εκδοθέντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της 27.5.1996 δεν αποτελούν εξοφλητικές αποδείξεις, ώστε να θεωρηθεί ότι η γενόμενη εκ μέρους της εφεσίβλητης-εναγομένης καλοπίστως, όπως ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως κατ' επαντένσταση, καταβολή στον κάτοχο των πιο πάνω εγγράφων Ζ, που δεν δικαιούτο ως τρίτος προς είσπραξη ως μη εξουσιοδοτημένο κατά το χρόνο εκείνο πρόσωπο, την απαλλάσσει και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός εκείνης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι μόνον τα οφειλόμενα από την εφεσίβλητη-εναγομένη στην εκκαλούσα-ενάγουσα μηνιαία μισθώματα του διαστήματος από 1.1.1996 έως και 31.12.1997, δηλαδή τα οφειλόμενα μισθώματα των ετών 1996 και 1997, έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη πενταετή παραγραφή, κατά τα σχετικά προεκτεθέντα στην υπό στοιχείο 2 μείζονα σκέψη, εφόσον από το τέλος του έτους, οπότε αυτά έγιναν απαιτητά (31.12.1996 και 31.12.1997 αντίστοιχα) έως και την έγερση της ένδικης από 2.3.2003 αγωγής παρήλθε πενταετία.

Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω η εκκαλούσα-ενάγουσα κατήγγειλε, με την ένδικη αγωγή της, την επίδικη σύμβαση μισθώσεως λόγω της υπαίτιας καθυστέρησης εκ μέρους της εφεσίβλητης-εναγομένης των παρακάτω οφειλομένων μηνιαίων μισθωμάτων, δικαιούμενη στην απόδοση της χρήσεως του επιδίκου μισθίου και στην επιδίκαση αυτών.

Ειδικότερα, οφείλονται από την εφεσίβλητη-εναγομένη στην εκκαλούσα-ενάγουσα τα μηνιαία μισθώματα του διαστήματος από 1.1.1998 έως 31.3.2003 που ανέρχονται σε 35.211,33 ευρώ (558,91 ευρώ Χ 5 έτη & 3 μην. = 63 μην.), εκ του οποίου ποσού όμως πρέπει να αφαιρεθούν τα προαναφερθέντα καταβληθέντα από εκείνη για το εν λόγω διάστημα ποσά έναντι των συμφωνηθέντων μηνιαίων μισθωμάτων και συγκεκριμένα: 1) από 1.1.1998-30.11.1998 καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 78.200 δρχ., 2) από 1.12.1998-30.11.1999 938.40 δρχ. (καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 78.200 δρχ.), 3) από 1.12.1999-30.11.2000 1.032.240 δρχ. (καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 86.020 δρχ.), 4) από 1.12.2000- 30.11.2001 1.032.240 δρχ. (καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 86.020 δρχ.), 5) από 1.12.2001-30.11.2002 1.135.464 δρχ. (καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 94.622 δρχ.) και 6) από 1.12.2002-31.3.2003 καταβληθέν μηνιαίο μίσθωμα 94.622 δρχ., δηλαδή 234.600 δρχ. (78.200 δρχ.

χ 3μην.) + 1.032.240 δρχ. + 1.032.240 δρχ. + 1.032.240 δρχ. + 1.135.464 δρχ. + 283.868 δρχ. (94.622δρχ. 3μην) = 4.750.652 δρχ. ή 13.941,75 ευρώ και συνεπώς απομένει υπόλοιπο οφειλής 21.269,58 ευρώ (35.211,33ευρώ - 13.941,75 ευρώ). Επομένως η εκκαλουμένη, που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δεχόμενη ως βάσιμες τις ενστάσεις της εφεσίβλητης-εναγομένης:

α) της παραγραφής των οφειλομένων μισθωμάτων για το μέχρι 1.3.1998 διάστημα και 2) της εξοφλήσεως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις". Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί έχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ,με τις οποίες παραβιάζονται ευθέως και εκ πλαγίου οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 574, 595 και 597 του ΑΚ, 416 του ΑΚ για την καταβολή, 417 και 424 του ΑΚ, για καταβολή σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, κομιστή εξοφλητικής αποδείξεως, 7α παρ. 1 και 13 7β του Ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", κατά τα οποία πρέπει να δημοσιεύονται στο μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Ανωνύμων εταιρειών και ΕΠΕ ανακοινώσεις, που εκτός άλλων έχουν ως περιεχόμενο την αλλαγή της σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου και των προσώπων που εκπροσωπούν την εταιρεία και ότι οι μεταβολές αυτές δεν αντιτάσσονται κατά τρίτων, εάν δεν τηρήθηκε η δημοσίευση εκτός εάν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι γνώριζαν τις μεταβολές.

Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο, ότι η αναιρεσίβλητη εναγομένη βρισκόταν στο μίσθιο ακίνητο με έγγραφη σύμβαση μίσθωσης από 30-11-1991 έως 30-11-1997, δηλαδή για μία εξαετία με καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα 50.000 δρχ., αναπροσαρμοζόμενο κατά 15% κάθε διετία, και ότι το 1992 η αναιρεσίβλητη Ασφαλιστική Εταιρεία υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση, ως μέχρι τότε ψιλή κυρία, μετά το θάνατο του επικαρπωτή που είχε καταρτίσει το μισθωτήριο του 1991 ως εκμισθωτής.

Ενώ, όμως, με βάση τις παραδοχές αυτές η μίσθωση αυτή θα διαρκούσε μέχρι της 30-11-1997, δέχεται ότι την 1-1-1995, δηλαδή τρία περίπου έτη μετά την υπεισέλευση της αναιρεσίβλητης στη μισθωτική σχέση, συνήφθη προφορικά νέα μίσθωση αορίστου χρόνου, με την οποία η αναιρεσίβλητη συμφώνησε να καταβάλει μίσθωμα 190.447 δρχ., χωρίς να δικαιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο, και ενώ απέμενε ακόμη συμβατικός χρόνος στο πλαίσιο της υφισταμένης έγγραφης σύμβασης δύο ετών, και ενώ δεν δέχεται ότι συμφωνήθηκε κατάργηση εκείνης της σύμβασης, δέχεται ότι συνήφθη στη συνέχεια προφορικά η νέα μίσθωση και μάλιστα αορίστου χρόνου, που εκάλυπτε κατά δύο χρόνια την προηγουμένως υφισταμένη μίσθωση, και μάλιστα με το κατά πολύ μεγαλύτερο από το μέχρι τότε καταβαλλόμενο μίσθωμα 68.000 δρχ., που ορίσθηκε σε 190.447 δρχ..

Εξάλλου, σε σχέση με την ένσταση εξοφλήσεως, που πρότεινε η αναιρεσείουσα και δέχθηκε το Πρωτοδικείο, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι καταβολές αυτές δεν έγιναν σε πρόσωπο δεκτικό καταβολής, γιατί ο Ζ, στον οποίο έγινε η καταβολή στις 27-5-1996, ποσού 31.000.000 δρχ. είχε ήδη παραιτηθεί από τις 25-5-1996. Συγχρόνως δε απέρριψε και την επαντένσταση της αναιρεσείουσας, ότι ήταν καλόπιστη, με την αιτιολογία ότι οι καταβολές αυτές βεβαιώθηκαν επί Τιμολογίου Παροχής Υπηρεσιών που κατά τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων δεν επέχει θέση εξοφλητικής απόδειξης.

Ενώ, όμως απορρίφθηκε η πιο πάνω επαντένσταση της αναιρεσείουσας, και έγινε δεκτή η αντένσταση της αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής Εταιρείας, ότι ο Ζ δεν την εκπροσωπούσε νομίμως κατά το χρόνο της καταβολής, δεν περιλαμβάνεται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης το εάν η αναιρεσείουσα γνώριζε ή αγνοούσε κατά το χρόνο της καταβολής την έλλειψη εκπροσώπησης του Ζ λόγω της προηγηθείσης παραίτησής του πριν δύο ημέρες, που δικαιολογούσε την κρίση του Εφετείου για την απόρριψη της επαντένστασης της αναιρεσείουσας αλλά και εάν είχε δημοσιευθεί προσηκόντως η ίδια μεταβολή κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν.2190/1920.

Περαιτέρω, ενώ δέχθηκε, ότι οι προαναφερθείσες προβαλλόμενες καταβολές εκ μέρους της αναιρεσείουσας δεν δεσμεύουν την αναιρεσίβλητη, στη συνέχεια κατά την έρευνα του αιτήματος επιδίκασης των οφειλομένων μισθωμάτων προχώρησε σε συμψηφισμό μέρους των οφειλομένων μισθωμάτων με τις καταβολές της αναιρεσείουσας, που κατά τα προαναφερθέντα θεώρησε ως ανύπαρκτες και μη δεσμεύουσες την αναιρεσίβλητη.

Με το συμψηφισμό αυτό το Εφετείο, καίτοι ευνοϊκό για την αναιρεσείουσα, αντιφατικά σε σχέση με την μέχρι τότε συνολική προηγηθείσα κρίση του, δέχεται ως υπαρκτές τις καταβολές της 27-5-1996 προς τον Ζ, τις οποίες εκτιμά ως μερικές καταβολές μόνο για το ένδικο χρονικό διάστημα, μέχρι το τέλος του 2003, χωρίς, όμως, να δικαιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο στο πλαίσιο των ίδιων καταβολών, που δέχεται ως υπαρκτές για το μερικό συμψηφισμό των οφειλομένων μισθωμάτων, είχαν μεσολαβήσει και οι υπόλοιπες καταβολές για το μέχρι 2020 χρονικό διάστημα, αλλά και για ποιο λόγο η αναιρεσίβλητη δέχθηκε να καταβάλει εφάπαξ για 25 σχεδόν χρόνια προκαταβολικά μέρος μόνο του οφειλομένου μισθώματος, αφού το Εφετείο δέχεται ότι όλες αυτές οι καταβολές αντιπροσώπευαν μέρος μόνο του οφειλομένου μισθώματος.

Επίσης, ενώ δέχθηκε ότι οι καταβολές της αναιρεσίβλητης για τις οποίες εκδόθηκε από τον Ζ τιμολόγιο δεν αποδεικνύονταν από το τιμολόγιο αυτό, στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικά ότι οι καταβολές για το ένδικο χρονικό διάστημα αποδεικνύονται από το ίδιο τιμολόγιο, όταν προχώρησε σε συμψηφισμό. Η αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί ότι το Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών ήταν εικονικό και κατασκευασμένο, θ' αρκούσε δε η παραδοχή του ισχυρισμού αυτού από το Εφετείο για να απορριφθούν όλοι οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης.

Αφού όμως δεν δέχθηκε αυτό τον ισχυρισμό αλλά δέχθηκε τις μερικές καταβολές για το μέχρι το τέλος του 2003 ένδικο χρονικό διάστημα, θα έπρεπε να πάρει θέση στο πλαίσιο ποιας σχέσης έγιναν οι μερικές αυτές καταβολές τις οποίες ανέχθηκε η αναιρεσείουσα για 8 σχεδόν χρόνια, δηλαδή από 9-5-03, αλλά και για ποιο λόγο έγινε εφάπαξ προκαταβολή μισθωμάτων του 1995 για 20 χρόνια συνολικά 31.000.000 δρχ., από την οποία αποχώρησε μόνο τις καταβολές μέχρι το 2003, που, όμως, είχαν καταβληθεί ενιαία με τα υπόλοιπα ποσά και με το ίδιο τιμολόγιο.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους προβάλλονται κατά ορισμένο τρόπο αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα και συνακόλουθα βάσιμοι οι συναφείς λόγοι, οι οποίοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και συνεπώς (πρέπει) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 11/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ