Legislator Case Law & Legislation
653/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against second-instance judgment for insufficient reasoning regarding debt offsetting.

Case Number 653/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the second-instance judgment regarding a debt offsetting dispute. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient legal reasoning for its decision to offset claims. The court found the reasoning inadequate because it did not explain why the appellant would accept offsetting without actual payment, nor did it address the mandatory nature of accounting entries.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 416 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if the reasoning is insufficient to establish the legal basis for the decision, particularly when it fails to explain why a party would accept debt offsetting without actual payment.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning debt offsetting legal basis appeal grounds accounting entries

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 416 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 653 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 653/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Κοπακάκη και Ιωάννη Δεληκωστόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο 8ο χλμ της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2014 μη οριστική και 192/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 538/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-1-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 509/2020).

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 130/2020). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 509/2020, ΑΠ 918/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ότι πράγματι δικαιούται, σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ προκύπτει, ότι απόσβεση της ενοχής μπορεί να επέλθει και με δόση αντί καταβολής. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίνεται αντί καταβολής (pro soluto, in solutum), συνάμα δε να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίνεται αντί της οφειλόμενης.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα, που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας.

Μόνη η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή, κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως από αυτήν υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.

Με τη γένεση, δηλαδή, της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής. Έτσι, δεν αποκλείεται η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από το μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ.

επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής (ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1319/2018, ΑΠ 20/2018, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 1620/2014). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, πραγματικά περιστατικά: "..........

αναφορικά με τα υπόλοιπα μισθώματα για τα οποία η εφεσίβλητη-εκκαλούσα επικαλείται καταβολή με μετρητά ή μέσω ενταλμάτων πληρωμής, ή με την παράδοση στον εκκαλούντα - εφεσίβλητο αξιογράφων και την είσπραξη των ποσών αυτών από τον τελευταίο, αποδείχθηκε ότι κατά πάγια τακτική που τηρούσε αυτή, τα μισθώματα πληρώνονταν στους δικαιούχους, ενόψει του ότι, όπως πιο πάνω αναφέρεται, και άλλοι μέτοχοι και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της μισθώτριας εταιρίας, εκτός από τον εκκαλούντα, εκμίσθωναν φορτηγά αυτοκίνητα σε αυτήν, για τη διενέργεια μεταφορών στα πλαίσια της δραστηριότητάς της, αντί μηνιαίου μισθώματος, με την παράδοση και την είσπραξη αξιογράφων, για τα οποία εκδίδονταν (από την μισθώτρια εταιρία) πινάκιο παράδοσης αξιογράφων και τοις μετρητοίς, είτε άμεσα, με την έκδοση των σχετικών φορτωτικών, όταν υπήρχε η σχετική ταμειακή ευχέρεια, είτε μετά από λίγους μήνες.

Στην τελευταία περίπτωση, γινόταν η πληρωμή, με μετρητά, περισσότερων καθυστερούμενων μισθωμάτων και η έκδοση από την πληρώτρια εταιρία-εφεσίβλητη-εκκαλούσα σχετικού εντάλματος πληρωμής, στο οποίο αναγράφονταν, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία του δικαιούχου, η ημερομηνία και το ποσό της καταβολής. Τα στοιχεία αυτά στη συνέχεια καταχωρίζονταν στο καθολικό τριτοβαθμίων της εταιρίας και γενικά στα στοιχεία της εναγομένης εταιρίας.

Στα ανωτέρω καθολικά φαίνονται συνοπτικά οι σχετικές καταβολές μισθωμάτων προς τους δικαιούχους και ο τρόπος καταβολής και δη με τις ακόλουθες ενδείξεις: α) "εξόφληση", όταν η καταβολή γινόταν άμεσα με την έκδοση της φορτωτικής, β) "έναντι - ένταλμα" και ο αριθμός του εντάλματος, όταν η πληρωμή γινόταν μετά από κάποιο χρονικό διάστημα με την έκδοση και του σχετικού εντάλματος πληρωμής και γ) "επιταγές" και ο αριθμός του πινακίου παράδοσης αξιογράφων, όταν η πληρωμή γινόταν με την παράδοση στον ενάγοντα και την είσπραξη από αυτόν αξιογράφων.

Τα αντίστοιχα ποσά των μισθωμάτων, όπως αυτά ειδικότερα παρακάτω αναφέρονται, καταβλήθηκαν στον εκκαλούντα - εφεσίβλητο με μετρητά, όπως πιο κάτω θα εκτεθεί. Μεταξύ των ενταλμάτων πληρωμής που προσκομίζει η εφεσίβλητη-εκκαλούσα είναι και τα με αριθμούς 555/28-9-07 ποσού 10.000 ευρώ, 826/19-6-09 ποσού 38.000 ευρώ και 840/26-8-2009 ποσού 50.000 ευρώ, που δεν φέρουν την μονογραφή ή υπογραφή του εκκαλούντα-εφεσίβλητου, πλην όμως όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Α.

Μ., ο οποίος ήτανε ο υπεύθυνος λογιστής της εναγομένης από το έτος 1978 έως και την 31-12-2009, ο εκκαλών έχει εισπράξει τα εν λόγω ποσά. Συγκεκριμένα, κατέθεσε, μετά λόγου γνώσης, μεταξύ άλλων ότι "ρητά και κατηγορηματικά, τύποις και ουσία, τα μισθώματα πληρώθηκαν. Τέλος του μήνα, εξέδιδε τη φορτωτική που αφορούσε το μήνα.

Εφόσον υπήρχαν μετρητά, έπαιρνε μετρητά. Αν δεν υπήρχαν, πληρωνόταν και με εντάλματα πληρωμής, άλλως έπαιρνε αξιόγραφα πελατών. Λογιστικά η φορτωτική είναι η αμοιβή για το μίσθωμα. Ο φορτηγατζής για οποιαδήποτε παροχή υπηρεσίας έχει τη φορτωτική, δεν μπορεί να εκδώσει άλλο φορολογικό στοιχείο. Κάθε τέλος του μήνα, εξέδιδε φορτωτική που αφορά το μίσθωμα του τάδε μήνα. ....

Έπρεπε να έχει το Νο 3... Από τη στιγμή που ο παραλήπτης πάρει το Νο 3, αυτό βάσει του ΚΒΣ αποτελεί εξόφληση". Επιπλέον, τα στοιχεία των ανωτέρω καταβολών καταχωρούνταν όχι μόνον στα παραπάνω, έστω ανυπόγραφα εντάλματα πληρωμής, αλλά και στα λοιπά στοιχεία της εκκαλουμένης - εφεσίβλητης εταιρίας, όπως τα προαναφερόμενα καθολικά και τελικά στους οικείους ισολογισμούς αυτής, ο δε εκκαλών, λόγω της ιδιότητάς του ως Προέδρου του Δ.Σ.

αυτής και της ενεργής ανάμειξής του στα της διοίκησης της εταιρίας, κατά τη χρονική διάρκεια που ήτανε νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, είχε πλήρη και σαφή γνώση όλων αυτών των στοιχείων. Άλλωστε, ο εκκαλών - εφεσίβλητος, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς του και της ενεργού ανάμειξής του στα της διοίκησης της εταιρίας, κατά τη διάρκεια που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, είχε πλήρη και σαφή γνώση όλων αυτών των στοιχείων και ουδέποτε αντέδρασε, αλλά αντίθετα υπέγραφε τους σχετικούς ισολογισμούς (βλ.

ισολογισμούς της εναγομένης των ετών 2006 έως 2010 και τα προσαρτήματα των ισολογισμών των ετών 2006-2010). Η μισθώτρια εταιρία κατέβαλε κανονικά τον Φ.Π.Α. των ποσών των φορτωτικών, ενώ και ο εκκαλών, όπως και ο ίδιος δέχεται, δήλωνε κανονικά τα μισθώματα στις αντίστοιχες δηλώσεις φόρου εισοδήματος που υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., υποβαλλόμενος στη σχετική φορολόγηση (βλ.

και τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα αντίγραφα μηχανογραφικών δελτίων οικονομικό στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών Ε3, που υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τα οικονομικά έτη 2006, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012 ). Πρέπει, στο σημείο τούτο να σημειωθεί, ότι τα άνω ανυπόγραφα εντάλματα πληρωμής, αλλά και τα καθολικά της εκκαλούσας - εφεσίβλητης λαμβάνονται υπόψη, παρότι τα πρώτα δεν φέρουν υπογραφή του εφεσιβλήτου - εκκαλούντος και τα δεύτερα δεν φέρουν θεώρηση από την αρμόδια Αρχή, δοθέντος, ότι σε κάθε περίπτωση, στην παρούσα ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω στην υπ' αριθμ. 4 νομική σκέψη της παρούσας, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο ως δικαστικά τεκμήρια (......), απορριπτόμενων των 2ου και 4ου λόγων της εφέσεως του εκκαλούντος εφεσιβλήτου ως ουσία αβάσιμων.

Επίσης, με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, ο εκκαλών-εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι, παρά τον νόμο, έγινε δεκτή η προβαλλόμενη εκ μέρους της εφεσίβλητης-εκκαλούσας ένσταση εξοφλήσεως των μισθωμάτων μέσω παράδοσης επιταγών στον ίδιο: α) διότι δεν επικαλέσθηκε η αντίδικός του ότι οι επιταγές δόθηκαν αντί καταβολής και όχι χάριν καταβολής και β) διότι δεν επικαλέσθηκε ότι οι εν λόγω επιταγές εισπράχθησαν.

Ως προς το πρώτο σκέλος του κρινόμενου λόγου έφεσης δεν απαιτείται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην υπό στοιχείο (5) μείζονα σκέψη της παρούσας, επίκληση σχετικής συμφωνίας αλλά ανάγεται στα αποδεικτέα θέματα της προβληθείσας ένστασης εξοφλήσεως. Από τα όσα δε αποδείχθηκαν ανωτέρω, προέκυψε ότι οι επιταγές δόθηκαν αντί καταβολής ήτοι προς εξόφληση των εκδοθέντων από τον εκκαλούντα φορτωτικών, γι' αυτό το λόγο εγγράφονταν άμεσα στο καθολικό ισοζύγιο της εταιρίας με την παράδοση αυτών, σε χρονικό διάστημα που ο ίδιος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, γεγονός που καταμαρτυρεί και τη σύμπτωση βουλήσεων τόσο της εταιρίας όσο και του ιδίου να δίδονται οι επίδικες επιταγές αντί καταβολής.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του λόγου έφεσης, πέραν του γεγονότος ότι η εφεσίβλητη - εκκαλούσα σαφώς επικαλείται, στις προτάσεις της, είσπραξη αυτών "κατά συνέπεια, η παράδοση των προαναφερομένων επιταγών σ' αυτόν επέφερε την απόσβεση της αρχικής ενοχής εκ των συμβάσεων μισθώσεως, δημιουργώντας νέα ενοχή εκ των αξιογράφων, αποσβεσθείσα ακολούθως, με την είσπραξή των" (βλ.

σελ.138-139 των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), αποδείχθηκε ότι πράγματι αυτές εξοφλήθηκαν καθόσον, όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο εκκαλών ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την μη πληρωμή τους, πολλώ δε μάλλον λόγω της προαναφερομένης ιδιότητάς του, αλλά και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δεν αρνείται την είσπραξη αυτών.

Κατόπιν τούτων και ο λόγος αυτός έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ...". Με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο, απέρριψε τον τρίτο λόγο έφεσης του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός ισχυρίστηκε ότι, παρά το νόμο, έγινε δεκτή, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η προβαλλόμενη εκ μέρους της εφεσίβλητης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, ένσταση εξοφλήσεως των μισθωμάτων, μέσω παράδοσης επιταγών στον ίδιο, διότι:

α) δεν επικαλέστηκε η αντίδικός του εταιρία ότι οι επιταγές δόθηκαν "αντί καταβολής" και όχι "χάριν καταβολής" και β) δεν επικαλέστηκε ότι οι εν λόγω επιταγές εισπράχθηκαν. Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο ότι η οπισθογράφηση εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης επιταγών πελατών της, η παράδοση αυτών στον ήδη αναιρεσείοντα προς ικανοποίηση των κατ' αυτής απαιτήσεών του εκ μισθωμάτων και η καταγραφή των σχετικών δοσοληψιών στο καθολικό ισοζύγιο της (αναιρεσίβλητης) με την ένδειξη "επιταγές", συνιστούσε, κατά σύμπτωση των βουλήσεών τους, υπόσχεση, η οποία δινόταν αντί καταβολής των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος και όχι χάριν καταβολής αυτών και ότι οι επιταγές αυτές πράγματι εξοφλήθηκαν, με συνέπεια την απόσβεση των απαιτήσεων του τελευταίου.

Συγκεκριμένα το Εφετείο έκρινε ότι η παράδοση των αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφασή του επιταγών έγινε αντί καταβολής και ότι οι επιταγές αυτές πράγματι εξοφλήθηκαν. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του όρθρου 421 του Α.Κ., την οποία εφάρμοσε, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Τούτο δε διότι: α) εάν, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, η παράδοση των επιταγών συνιστούσε υπόσχεση χάριν καταβολής, τότε η έρευνα του βάσιμου της ενστάσεως εξοφλήσεως απαιτούσε και έλεγχο της εισπράξεως των επιταγών, β) εάν η παράδοση αυτών συνιστούσε υπόσχεση αντί καταβολής (όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση) τότε η έρευνα του βάσιμου της ενστάσεως εξοφλήσεως ήταν ανεξάρτητη της τελικής εισπράξεως των επιταγών.

Η αιτιολόγηση, επομένως, της παραδοχής περί της υποσχέσεως αντί καταβολής και όχι χάριν καταβολής στο γεγονός ότι οι παραδοθείσες επιταγές εξοφλήθηκαν είναι αντιφατική και καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στον ορθό κανόνα δικαίου, αφού καθιστά αμφίβολο το εάν τελικά η αναιρεσιβαλλομένη υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στον κανόνα δικαίου του άρθρου 421 Α.Κ.

περί υποσχέσεως χάριν καταβολής ή στην εξαίρεση του κανόνα αυτού περί υποσχέσεως αντί καταβολής. Επίσης στην προσβαλλομένη απόφαση, καίτοι γίνεται δεκτό ότι η παράδοση των επιταγών συνιστούσε, κατά σύμπτωση των βουλήσεων των διαδίκων, υπόσχεση, η οποία δινόταν αντί καταβολής των απαιτήσεων του ήδη αναιρεσείοντος και όχι απλώς χάριν καταβολής αυτών, δεν αιτιολογείται επαρκώς και με τρόπο που να καθιστά δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα της Α.Κ. 421, η παραδοχή ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει στην απόσβεση των απαιτήσεων του ήδη αναιρεσείοντος απλώς και μόνον με την παράδοση των εν λόγω επιταγών και ασχέτως του αν οι επιταγές αυτές θα εξοφλούντο ή όχι, ούτε προσδιορίζονται επακριβώς οι περιστάσεις, από τις οποίες προκύπτει σαφώς η ανωτέρω θέση, σημειουμένου περαιτέρω ότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση περί της καταθέσεως του μάρτυρα ανταποδείξεως Α.

Μ. ότι "...... ρητά και κατηγορηματικά, τύποις και ουσία, τα μισθώματα πληρώθηκαν εφόσον υπήρχαν μετρητά, έπαιρνε μετρητά. Αν δεν υπήρχαν, πληρωνόταν και με εντάλματα πληρωμής, άλλως έπαιρνε αξιόγραφα πελατών ....", πέραν του ότι δεν αφορούν στο κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα (της υπάρξεως δηλαδή, συμφωνίας - ρητής ή έστω σιωπηρής - μεταξύ των διαδίκων ότι η παράδοση των αξιογράφων γίνεται αντί καταβολής), αντίθετα αφορούν στο μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι "έπαιρνε (ο ήδη αναιρεσείων) αξιόγραφα", όπερ, όμως, δεν σημαίνει αυτοδικαίως ότι έπαιρνε τα αξιόγραφα αυτά αντί καταβολής των απαιτήσεών του, δεν εξηγούν γιατί αυτός (ο ήδη αναιρεσείων) θα δεχόταν να αποσβένυνται οι απαιτήσεις του με την λήψη επιταγών, ακόμη και εάν αυτές δεν θα πληρώνονταν και ασχέτως του αν αυτές θα πληρώνονταν, δοθέντος ότι ο δανειστής, κατά κανόνα, δεν έχει λόγο να αντικαταστήσει την απαίτησή του με μία απλή υπόσχεση.

Περαιτέρω και ανεξάρτητα από τα παραπάνω, δεν συνιστά επαρκή αιτιολόγηση της προαναφερόμενης κρίσεως η αναφορά στο γεγονός της καταγραφής της παραδόσεως των επιταγών στο καθολικό της αναιρεσίβλητης, δοθέντος ότι η τοιαύτη καταγραφή συνιστά απλώς τήρηση των λογιστικών κανόνων και είναι υποχρεωτική για τους τηρούντες τα λογιστικά στοιχεία μιας επιχειρήσεως, είτε η παράδοση των επιταγών γίνεται χάριν καταβολής, όπως είναι ο κανόνας, είτε γίνεται, κατ' εξαίρεση, αντί καταβολής.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι συναφείς πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και παρελκούσης πλέον της έρευνας των ως άνω λόγων, κατά τα λοιπά σκέλη τους, εφ' όσον η αναιρετική εμβέλεια των προαναφερομένων βάσιμων λόγων αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 παρ. 4, όπως ήδη ισχύει) και η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 538/2019 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της (που αφορά στην προβληθείσα από την ήδη αναιρεσίβλητη ένσταση εξοφλήσεως).

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος της, για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ