Legislator Case Law & Legislation
62/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-appealable claim failure and orders costs against appellant.

Case Number 62/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the First Instance Court's rejection of a partial claim regarding rent reduction. The appellant argued the lower court failed to consider a specific request, but the court found no formal appeal was lodged to the Court of Appeal for this issue. Consequently, the Supreme Court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested judgment fails to rule on a specific claim that was not properly appealed to the Court of Appeal, as the appellant must explicitly challenge the lower court's decision via a formal appeal to transfer the case.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility partial claim rejection formal appeal requirement legal costs allocation non-appealable claim inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005
Supreme Court Cases 27 and 28/1998
Supreme Court Case 1486/1997
Supreme Court Case 845/2009
Supreme Court Case 394/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 62 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 62/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-9-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο ...", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Σκουλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5202/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1845/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλομΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλομΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλομΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1678/ 2017, ΑΠ 468/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, που εφαρμόζεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 7 § 4 ΠΔ 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει είναι:

α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.

Εξάλλου, η αναφορά στο νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου (388 ΑΚ) δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας σε κάθε οφειλή διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ. Ο μισθωτής, επομένως, δεν αποκλείεται, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 44 του πιο πάνω ΠΔ, που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μίσθιου ακινήτου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του παραπάνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο και αποκαθιστά την καλή πίστη που διαταράχθηκε.

Επομένως, για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ' άρθρο 288 ΑΚ απαιτείται και, συνακόλουθα, αρκεί: α) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της επαγγελματικής μίσθωσης και τον αρχικό συμβατικό προσδιορισμό του μισθώματος ή από το χρόνο της αναπροσαρμογής (συμβατικής ή νόμιμης) μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και το απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, β) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετ' αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο, με τον αρχικό ή μετ' αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο και γ) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος, ώστε η αναπροσαρμογή να αποκλείεται αν η απόκλιση θα επερχόταν και χωρίς μεταβολή των συνθηκών (ΑΠ 1464/2009).

Περαιτέρω, η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή είτε με βάση το άρθρο 388 ΑΚ είτε με βάση το άρθρο 288 του ίδιου Κώδικα συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου.

Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται η διαφορά, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, εξαιτίας ουσιώδους αύξησης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή, με την μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με την αύξηση του μισθώματος, αλλά, επίσης, και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον μισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη μείωση του μισθώματος.

Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που προκύπτει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΟλομΑΠ 3/2014, ΑΠ 55/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 1845/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:

Με την από 13-3-2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι, μετά από δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, μίσθωσε (εμπορική μίσθωση) το κυλικείο του εναγόμενου ΝΠΔΔ νοσοκομείου (αναιρεσίβλητο) για χρονικό διάστημα πέντε ετών, από 22-7-2010 έως 21-7-2015, έναντι μηνιαίου μισθώματος 43.860 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως ανάλογα με τον τιμάριθμο.

Ότι η απρόβλεπτη επιδείνωση της οικονομικής κρίσης προκάλεσε μείωση των εσόδων της με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον αναλογία παροχής - αντιπαροχής και ότι τούτο (η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης, η οποία επέδρασε μειωτικά στον όγκο των συναλλαγών της μέσω των γεγονότων που αναλυτικά αναφέρει στην αγωγή της) συνιστά απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών, κατά το άρθρο 388 του ΑΚ, ώστε να είναι εύλογη η μείωση του μισθώματος σε ποσοστό 30%, όπως έχει συμβεί και στις περιπτώσεις ομοειδών επιχειρήσεων που αναφέρει στη αγωγή της, επικουρικώς δε ότι για την ανωτέρω μείωση συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ.

Ζήτησε δε, αφενός να μειωθεί το μίσθωμα, από την επίδοση της αγωγής και εφεξής, στο ποσό των 31.939 ευρώ μηνιαίως και επικουρικά στο κατά την κρίση του δικαστηρίου προσήκον μέτρο, αφετέρου το μειωμένο μίσθωμα να παραμείνει σταθερό έως τη λήξη της σύμβασης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 5202/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή, σύμφωνα με τα άρθρα 288 ΑΚ και 44 ΠΔ 34/1995, του οποίου οι διατάξεις εφαρμόζονται και στις μισθώσεις ακινήτων που καταρτίζονται με ΝΠΔΔ ως εκμισθωτή, με την προϋπόθεση ότι αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού (ΑΠ 762/2015, ΑΠ 304-305/2014, ΑΠ 806/2012, ΑΠ 304-305/2010), όπως είναι και η επίδικη μίσθωση και, ειδικότερα, αναπροσάρμοσε - μείωσε το εν λόγω μηνιαίο μίσθωμα κατά ποσοστό 10% ήτοι στο ποσό των 41.064,97 ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την άσκηση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε τη με αρ. κατάθ. δικογρ. 1350/2-4-2014 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης παραπονούμενη με τους λόγους εφέσεως για το μικρό ποσοστό της μειώσεως του μισθώματος βάσει της ΑΚ 288 και με το αιτητικό αυτής (εφέσεως) ζήτησε να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή της.

Και επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 1845/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Εφετείο, επί του κρίσιμου ζητήματος του ύψους του μισθώματος δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Δυνάμει της …./17.3.2010 προκήρυξης του εφεσίβλητου …..

Νοσοκομείου της …., διεξήχθη στις 15.4.2010 πλειοδοτικός διαγωνισμός για την μίσθωση του χώρου του κυλικείου του νοσοκομείου, εμβαδού 82 τ.μ. περίπου, αποτελούμενου από κύριο χώρο, προθάλαμο, αποθήκη και δύο WC, στον οποίο πλειοδότρια αναδείχθηκε η εκκαλούσα, εγκρίθηκε δε το αποτέλεσμα της σχετικής δημοπρασίας με το 15/17.5.2010 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου του εφεσίβλητου.

Υπογράφηκε το από 22.7.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο το εφεσίβλητο εκμίσθωσε στην εκκαλούσα το ως άνω ακίνητο, έναντι μηνιαίου μισθώματος 43.860 ευρώ για μια πενταετία, δηλαδή από τις 22.7.2010 έως τις 21.7.2015. Συμφωνήθηκε ακόμη ότι η μισθώτρια θα βαρύνεται με το αναλογούν χαρτόσημο και ότι το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται ετησίως σε ποσοστό ίσο με τον τιμάριθμο.

Η εκκαλούσα παρέλαβε το μίσθιο και με την άδεια του εφεσίβλητου τοποθέτησε δεκατέσσερις αυτόματους πωλητές σε κοινόχρηστους χώρους του νοσοκομείου, ανέπτυξε τραπεζοκαθίσματα σε συνολική έκταση 118 τ.μ. και κατασκεύασε μίνι μάρκετ, εμβαδού 20 τ.μ., καθώς και δεύτερη αποθήκη. Επεκτεινόμενη δε πέραν των ορίων του κυλικείου, κατέληξε να έχει καταλάβει με τις εγκαταστάσεις και τον κινητό εξοπλισμό της έκταση περί τα 390 τ.μ.

Οι προσθήκες αυτές δεν είχαν προβλεφθεί στο μισθωτήριο, αλλά συνιστούσαν οικειοθελείς παραχωρήσεις του εφεσίβλητου προς την εκκαλούσα. Σημειώνεται ότι το νοσοκομείο καταλαμβάνει σε έκταση ένα οικοδομικό τετράγωνο, η δομημένη επιφάνειά του ανέρχεται σε 54.920 τ.μ. και το τακτικό προσωπικό του αριθμεί 1.910 άτομα, σε αυτό δε προστίθεται σημαντικός αριθμός εκπαιδευομένων από σχολές του ΑΠΘ, των ΤΕΙ και των ΙΕΚ, ενώ ανάλογος είναι και ο αριθμός των συνοδών των ασθενών.

Τα παραπάνω αποδεικνύονται από το υπηρεσιακό σημείωμα που υπογράφει ο διοικητής του εφεσίβλητου και το οποίο παράγει πλήρη απόδειξη, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 650 του ΚΠολΔ, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα. Κατά την προκήρυξη του διαγωνισμού το εφεσίβλητο, λαμβάνοντας υπόψη του την οικονομική κρίση, η οποία είχε ήδη ενσκήψει, έθεσε τιμή εκκίνησης για το μίσθιο το ποσό των 40.000 ευρώ, δηλαδή τιμή μειωμένη κατά 30% από το μίσθωμα που κατέβαλε ο προηγούμενος μισθωτής και ανερχόταν στο ποσό των 56.000 ευρώ.

Κατά το χρόνο της κατάρτισης της μίσθωσης οι δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις της προσφυγής της Χώρας στο ΔΝΤ και της υπογραφής του Μνημονίου I, όπως η μείωση της κατανάλωσης, του διαθέσιμου εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, της αύξησης της φορολογίας και των περικοπών των δαπανών στις παροχές της δημόσιας υγείας, είχαν ήδη αναφανεί και ήταν γνωστές όταν η εκκαλούσα πλειοδοτούσε έναντι των ανταγωνιστών της για να επιτύχει τη μίσθωση του κυλικείου.

Όσα δε αιτιάται για την πτώση του τζίρου της λόγω απεργιών του νοσηλευτικού προσωπικού (φαινόμενο συχνό στον ελληνικό δημόσιο χώρο), της ύπαρξης ανταγωνιστικών επιχειρήσεων στη γειτονική περιοχή κλπ, της μεταφοράς τροφίμων από συνοδούς και εταιρίες ταχυφαγείων κλπ, ήταν και αυτά συνθήκες γνωστές κατά τη σύναψη της σύμβασης και τα είχε υπόψη της κατά τη διενέργεια του πλειοδοτικού διαγωνισμού και την υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου.

Περαιτέρω, για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της ότι το μίσθωμα που συμφωνήθηκε ήταν, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής υπέρμετρα υψηλό, η εκκαλούσα επικαλείται στην αγωγή της τα ακόλουθα συγκριτικά στοιχεία: 1) απόσπασμα πρακτικών διοικητικών συμβουλίων των Νοσοκομείων του ..., ... και των διασυνδεόμενων νοσοκομείων ..., ...

και ..., που αποφασίζουν του μεν ... μείωση στο μίσθωμα του κυλικείου του σε ποσοστό 8,2%, του δε των διασυνδεόμενων νοσοκομείων την μείωση του μισθώματος στα κυλικεία Α' και Β' κατά ποσοστά 25% και 20% αντίστοιχα με την απαραίτητη προϋπόθεση ο μισθωτής να μειώσει αντίστοιχα τις τιμές των πωλούμενων από αυτά (κυλικεία) προϊόντων κατά ίδια ποσοστά και της ...

για μείωση του μισθώματος του οικήματος όπου στεγάζεται το αγροτικό ιατρείο ... σε ποσοστό 20%, 2) έγγραφο της λιμενικής επιτροπής …. που αποφασίζει την μείωση του μισθώματος κατά ποσοστό 20% καταστήματος που εκμισθώνει στην …, 3) το από 19.10.2012 έγγραφο της Κεντρικής Ένωσης δήμων Ελλάδος προς το δήμο ... που τον ενημερώνει ότι μπορεί να προβαίνει σε μειώσεις των μισθωμάτων των κυλικείων των σχολείων, 4) αντίγραφο του αποσπάσματος της απόφασης της σχολικής επιτροπής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Δήμου …., που αποφασίζει την μείωση των μισθωμάτων κυλικείων σχολείων κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά, 5) την από 31.10.2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας Α.Ε.

για μείωση μισθώματος κυλικείου στην ιχθυόσκαλα …., 6) αντίγραφο της απόφασης του Γ.Ν. ... με την οποία κατακυρώθηκε στην εκκαλούσα το κυλικείο του αντί μηνιαίου μισθώματος 23.900 ευρώ, και 7) διακήρυξη πλειοδοτικού διαγωνισμού για το κυλικείο του Γ.Ν…... ….. με τιμή εκκίνησης των προσφορών το ποσό των 17.000 ευρώ ως μηνιαίο μίσθωμα, που επιμερίζεται σε 10.000 ευρώ για το κυλικείο και 7.000 ευρώ για τους αυτόματους πωλητές.

Ωστόσο τα στοιχεία αυτά, ακόμη και αν εκληφθούν ως ακριβή (από την επισκόπηση της εκκαλουμένης προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο παρόν δικαστήριο, ωστόσο, δεν προσκομίζονται), δεν κρίνονται πρόσφορα προς σύγκριση, δεδομένου ότι το εφεσίβλητο πλεονεκτεί δραματικά σε σχέση με τα προαναφερθέντα δημόσια καταστήματα ως προς τον αριθμό προσέλευσης των επισκεπτών του, είτε είναι εργαζόμενοι, είτε ασθενείς, είτε συνοδοί τους, ενώ και έναντι του δεύτερου στην τάξη νοσοκομείου, που είναι το /////, εμφανίζει πολύ υψηλότερη επισκεψιμότητα λόγω της πολυσυλλεκτικότητάς του και του μεγάλου αριθμού υπηρεσιών που παρέχει.

Το κρισιμότερο ωστόσο στοιχείο είναι το γεγονός ότι η εκκαλούσα υπεισήλθε πλειοδοτώντας στη μισθωτική σχέση, ενώ η οικονομική κρίση και οι συνέπειές της ήταν ήδη γνωστές σε αυτήν, όπως και η εξελισσόμενη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, επεδίωξε δε να εξασφαλίσει τη μίσθωση του συγκεκριμένου κυλικείου με το ανωτέρω μίσθωμα, έχοντας πλήρη επίγνωση των προαναφερθεισών συνθηκών.

Τούτο συνδυαζόμενο με το γεγονός ότι το μίσθωμα του κυλικείου είναι πόρος του νοσοκομείου, προορισμένος να καλύπτει τις δημόσιου χαρακτήρα ανάγκες του και, επομένως, η οποιαδήποτε μείωσή του αντανακλά στις παρεχόμενες από αυτό υπηρεσίες, αλλά και με το γεγονός ότι το τελευταίο επέτρεψε στην εκκαλούσα, χωρίς να έχει συμβατική υποχρέωση γι' αυτό, να αναπτύξει αυτόματους πωλητές, χωρίς αντάλλαγμα και ενώ το ίδιο στερήθηκε τα όποια έσοδα θα είχε από την εκμίσθωση των θέσεών τους, οδηγεί το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν επήλθε ουσιώδης μείωση μεταξύ του μισθώματος που θα έπρεπε να καταβάλλεται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και του πράγματι καταβαλλόμενου, αλλά ότι η εκκαλούσα συνέχισε να αντλεί οφέλη από τη μίσθωση, χωρίς το μίσθωμα να έχει καταστεί επαχθές γι' αυτήν.

Εξάλλου η εκκαλούσα δεν προσκομίζει ισολογισμούς (ενώ και στις προτάσεις που κατέθεσε ουδενός εγγράφου γίνεται επίκληση) για να αποδείξει τον ισχυρισμό της περί μείωσης του τζίρου της και πολύ περισσότερο των κερδών της. Επομένως δεν έσφαλε το δικαστήριο μη επιδικάζοντας μεγαλύτερη μείωση στο καταβαλλόμενο μίσθωμα και ο σχετικός λόγος έφεσης αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος".

Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως βάλλει κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως, για έλλειψη νομίμου αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως νόμου κατ' άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη ότι με τη χρήση των επιθέτων "σημαντικός" και "ανάλογος" άφησε χωρίς προσδιορισμό δύο σημαντικά μεγέθη που επηρεάζουν την επισκεψιμότητα του κυλικείου και άρα επιδρούν στη μισθωτική του αξία, ήτοι τον αριθμό των εκπαιδευομένων και τον αριθμό των συνοδών, ότι ασχολήθηκε με το τι έλαβαν υπόψη τους τα μέρη κατά τη σύναψη της μισθώσεως (την οικονομική κρίση που ήδη είχε ενσκήψει), σκέψεις που είναι αδιάφορες αναφορικώς με την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ότι απέρριψε τα από την αναιρεσείουσα προσκομισθέντα συγκριτικά στοιχεία αόριστα και χωρίς να παραθέτει κανένα αριθμητικό δεδομένο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το αναιρεσίβλητο πλεονεκτεί αυτών "δραματικά", ότι έπληξε την ισότητα των διαδίκων λαμβάνοντας υπόψη ότι "το μίσθωμα του κυλικείου είναι πόρος του νοσοκομείου", ότι λαμβάνει υπόψη τις άνευ ανταλλάγματος παροχές του νοσοκομείου (χώρους τοποθέτησης των αυτόματων πωλητών) στερούμενη αριθμητικών δεδομένων ως προς την ύπαρξη της ωφέλειάς της, ότι δεν έλαβε υπόψη την επί τα χείρω εξέλιξη της Ελληνικής οικονομίας, ούτε και τους ισολογισμούς και τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισε, ως προς τα οποία εσφαλμένα αναφέρει ότι δεν επικλήθηκαν και προσκομίστηκαν.

Ωστόσο, το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η ίδια για την αναπροσαρμογή με μείωση του καταβαλλομένου από αυτήν στο αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο μισθώματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 1 Ν. 813/1978, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν δικαιολογούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, την επέλευση από τη σύναψη της συμβάσεως και μέχρι την άσκηση της αγωγής αλλά και μέχρι την πρώτη συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μεγαλύτερης αναπροσαρμογής του μισθώματος.

Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα οι αιτιολογίες αυτές δεν είναι ελλειπείς και ανεπαρκείς, αλλά ούτε και αντιφατικές, διότι κρίνουν ότι δεν επήλθε ουσιώδης μείωση μεταξύ του μισθώματος που θα έπρεπε να καταβάλλεται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και του πράγματι καταβαλλόμενου, αλλά ότι η εκκαλούσα συνέχισε να αντλεί οφέλη από τη μίσθωση, χωρίς το μίσθωμα να έχει καταστεί επαχθές γι αυτήν και καταλήγει (ενν.

ενόψει και της αρχής του άρθρου 536 § 1 ΚΠολΔ), ότι, "επομένως δεν έσφαλε το (πρωτοβάθμιο) δικαστήριο μη επιδικάζοντας μεγαλύτερη μείωση στο καταβαλλόμενο μίσθωμα και ο σχετικός λόγος έφεσης αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος". Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κρίνονται αβάσιμα.

Περαιτέρω, οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα στον ίδιο πρώτο λόγο αναιρέσεως, ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι υπό τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προσβαλλόμενης πλημμέλειας, της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Τέλος η βεβαίωση του Εφετείου ότι δεν προσκομίστηκαν τα αναφερόμενα έγγραφα, ως αναγόμενη σε πραγματικά γεγονότα είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 1522/2014).

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8, 9 και 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εξέτασε την ορθότητα υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ήτοι το νόμω βάσιμο της αγωγής, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος (ειδικός) λόγος εφέσεως, καθότι η αναιρεσείουσα με τους λόγους εφέσεώς της παραπονέθηκε απλώς για το ύψος της μειώσεως του μισθώματος βάσει της ΑΚ 288.

Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεπεία του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τα ζητήματα που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι η νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 1436/ 2002, ΑΠ 1713/1997).

Σε κάθε περίπτωση είναι και αλυσιτελής, αφού δεν έχει επίδραση στο διατακτικό. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας από το άρθρο 559 αρ. 8, 9 και 19 ΚΠολΔ που περιέχονται στον αυτό ως άνω λόγο, περί του ότι, εφόσον δεν εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ουδείς πλην αυτής (αναιρεσείουσας) άσκησε έφεση ή αντέφεση κατ' αυτής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να κρίνει όσα έκρινε, τα οποία επιπροσθέτως προξένησαν αντιφατικότητα στην αιτιολογία του, είναι παντελώς αόριστες και απορριπτέες.

Εξάλλου, η παράθεση επιχειρημάτων από την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την αβασιμότητα της αξίωσης της αναιρεσείουσας δεν πλήττει τη λειτουργία του δεδικασμένου ούτε την αρχή της έκδοσης επιβλαβέστερης για την εκκαλούσα απόφασης, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλομΑΠ 3/1997, ΟλομΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".

Αν ο αναιρεσείων ήταν ο εκκαλών, πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός του που θεμελιώνει το λόγο αυτό αναιρέσεως υποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι τα "πράγματα" προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα, είναι αόριστος και απορριπτέος.

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν η σχετική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε πρωτοδίκως δεν μεταβιβάστηκε με λόγο εφέσεως στο εφετείο και επομένως εκείνο δεν είχε την εξουσία να επιληφθεί (ΚΠολΔ 522, ΑΠ 1057/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1486/97).

Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 845/2009).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και επιδίκασε αίτηση (κεφάλαιο) της αγωγής, που όμως δεν είχε εκκληθεί και συνεπώς δεν είχε μεταβιβαστεί (ΑΠ 394/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετήριο λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη άφησε αδίκαστο το μερικότερο αίτημα της αγωγής της να διατηρηθεί η μείωση του μισθώματος έως το τέλος της μίσθωσης, το οποίο (αίτημα) απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη, με το σκεπτικό ότι "...η επίδικη αναπροσαρμογή του μισθώματος πέραν της διετίας από την άσκηση της αγωγής ενέχει τον κίνδυνο το Δικαστήριο να προβεί σε πρόωρη εκτίμηση-κρίση και να οδηγήσει σε ανεπιεικές αποτέλεσμα".

Ωστόσο δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι την απορριπτική αυτή κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσέβαλε με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ώστε να μεταβιβαστεί κατά τούτο η υπόθεση ενώπιον αυτού και επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, ορθώς εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι απορριπτέος ως αόριστος.

Όπως δε αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: "μολονότι η εκκαλούσα ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης με σκοπό να γίνει δεκτό και το μερικότερο αίτημα της αγωγής της να διατηρηθεί η μείωση του μισθώματος έως το τέλος της μίσθωσης, αίτημα που απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη... δεν προσβάλει την εν λόγω κρίση με ειδικό και ορισμένο λόγο έφεσης".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ, παραβόλου και η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ (άρθρα 176, 183 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 28 § 4 Ν. 2579/1998 και 22 §§ 1, 3 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/ 1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 Ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-1-2016 και με αριθμό καταθέσεως 5/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1845/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ