Supreme Court dismisses appeal regarding invalidity of donation recall due to breach of contractual conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a donation recall. The appellant argued the donation was invalid due to the donee's failure to fulfill a specific contractual obligation, but the Court of Appeal had already ruled the claim legally admissible for that specific ground. The Court found the lower court correctly applied the law, noting that the donee institution failed to meet the stipulated conditions, thereby justifying the recall.
Legislator headnote
AI generatedArticles 505, 507, 498, 559 of the Civil Code; The court held that a donation made with a specific condition is validly recalled if the donee fails to fulfill that condition, and an appeal challenging the legality of such a recall is inadmissible if the lower court properly assessed the breach.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 636 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 636/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Σ. Ζ., το γένος Φ. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Οδυσσέα Ευσταθόπουλο .
Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΜΠΕΝΑΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βενιέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7753/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2162/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 553, 558 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και το Εφετείο αποφάνθηκε επί της ουσίας της εφέσεως και της υποθέσεως, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση.
Τούτο όμως ισχύει κατά το μέρος της υποθέσεως και της πρωτόδικης αποφάσεως που έχει μεταβιβαστεί στο Εφετείο δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων της. Καθόσον όμως αφορά τα κεφάλαια που δεν έχουν εκκληθεί, η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται μόνον η ίδια σε αναίρεση, η οποία πρέπει για το παραδεκτό της να απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη αυτή και αφορούν τα εν λόγω κεφάλαια και να κατατίθεται στο πρωτόδικο δικαστήριο(ΑΠ 581/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2006 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η νομιμότητα και εγκυρότητα της γενόμενης από την ίδια με ημερομηνία 30-10-2006 εξώδικης ανάκλησης της δωρεάς προς το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, να καταδικασθεί το εναγόμενο σε δήλωση βουλήσεως για την επαναμεταβίβαση σ'αυτήν της δωρηθείσας ψιλής κυριότητας του περιγραφόμενου σ'αυτήν ακινήτου και να υποχρεωθεί να την αποδώσει σ'αυτήν.
Η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά το μέρος με το οποίο ζητήθηκε η αναγνώριση της εγκυρότητας της ανάκλησης της δωρεάς, λόγω της υπαίτιας παράλειψης του δωρεοδόχου να εκτελέσει τον φερόμενο ως συνομολογηθέντα τρόπο στη δωρεά και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος που η ενάγουσα είχε επικαλεσθεί αχαριστία του δωρεοδόχου.
Ακολούθως ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα, η οποία απορρίφθηκε στην ουσία της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η αναιρεσείουσα που έχει ήδη αποβιώσει μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης [ισότυπο της οποίας έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου], η συζήτηση της οποίας νόμιμα επισπεύδεται με κλήση της μοναδικής κληρονόμου της αναιρεσείουσας, προβάλλει τις ίδιες αιτιάσεις κατ'αμφοτέρων των πιο πάνω αποφάσεων, χωρίς παράλληλα να επικαλείται, ότι με την ασκηθείσα έφεση, δεν είχαν μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όλα τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης.
Από την επισκόπηση δε των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή η υπόθεση είχε μεταβιβασθεί εξ ολοκλήρου στο Εφετείο. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Κατά το μέρος που στρέφεται όμως κατά της απόφασης του Εφετείου, η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολ Δικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της[άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ ] .
2. Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις [ΑΠ 1473/2008].
Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...Η Ε. χήρα Σ. Ζ., το γένος Φ. Λ.......δώρησε τη ψιλή κυριότητα [παρακρατώντας δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας] στο εναγόμενο κοινωφελές ίδρυμα ...το με αριθμό δέκα(10) διαμέρισμα του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας, κείμενης στην … (στην οδό …)....Το διαμέρισμα αυτό...περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας, με το υπ'αριθ. .../13.12.1946 συμβόλαιο πώλησης...που μεταγράφηκε νόμιμα.....
Στη δωρεά αυτή προέβη η ενάγουσα, κατά τη δήλωση της, που περιλαμβάνεται στο αντίστοιχο συμβόλαιο, έχοντας υπόψη την πολιτιστική και κοινωφελή δράση του Μουσείου Μπενάκη και με την βούληση να περιέλθουν τα δωρηθέντα σε αυτό για την προαγωγή της μελέτης του Ινδικού Πολιτισμού και των Ανατολικών Τεχνών.
Ειδικότερα, στο δωρητήριο συμβόλαιο διαλαμβάνονται επί λέξει τα ακόλουθα. Το παραπάνω ίδρυμα, με δήλωση του νομίμου εκπροσώπου και Διευθυντή αυτού Α. Δ. του Σ....αποδέχθηκε τη δωρεά της ενάγουσας. Περαιτέρω, κατά την 30.10.2006, η ενάγουσα δωρήτρια επέδωσε στο δωρεοδόχο την από 27.10.2006 εξώδικο δήλωση της με την οποία επικαλούμενη λόγους αχαριστίας και ειδικότερα ότι το ίδρυμα δεν φρόντισε για την υγιεινή διαβίωση, την διατροφή και γενικά την ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη αυτής, αναλαμβάνοντας τις αντίστοιχες δαπάνες, ανακάλεσε την επίδικη δωρεά, βούληση που επαναλαμβάνει με την εγερθείσα αγωγή.
Η ενάγουσα είναι αρχαιολόγος και είχε ασχοληθεί ενδελεχώς στο παρελθόν με τη μελέτη του Ινδικού Πολιτισμού και των Ανατολικών Τεχνών. Στην δωρεά της προέβη, ορμώμενη από την πρόθεση να προάγει την επιστήμη της και όχι σκοπεύοντας να εξασφαλίσει ιατρική φροντίδα, ή φαρμακευτική περίθαλψη κατ'ανταπόκριση του ευεργετηθέντος.
Τούτο προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα προέβη στην επιλογή του δωρεοδόχου ιδρύματος, λαμβάνοντας υπό ψη τον επιδιωκόμενο σκοπό του εναγομένου καθώς και την πολιτιστική και κοινωφελή δράση αυτού. Τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεώς της για την προαγωγή της επιστήμης η ενάγουσα ρητά εξέφρασε αυτή στο περιεχόμενο του συμβολαίου, δηλαδή την προαγωγή της μελέτης του Ινδικού Πολιτισμού και των Ανατολικών Τεχνών και απ το γεγονός ότι η μόνη επιθυμία που δια- τύπωσε στο συμβόλαιο ήταν η διατήρηση των ενοτήτων των δωρηθέντων βιβλίων ώστε να διευκολυνθεί η μελέτη τους.
Κατά τη κατάρτιση της ένδικης .σύμβασης δωρεάς, η δωρήτρια είχε συμπληρώσει το 84ο έτος της ηλικίας της και δεν προέκυψε ότι έχει πλησιέστερο συγγενείς. Γνώριζε προσωπικά τον Ά. Δ., που είναι και αυτός αρχαιολόγος. Λόγω της προσωπικής σχέσης της με τον ως άνω Διευθυντή του μουσείου, η δωρήτρια απέβλεψε και στο ενδιαφέρον και στην φροντίδα που θα επεδείκνυε το δωρεοδόχο ίδρυμα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για την πράξη ελευθεριότητας, στην οποία αυτή προέβη.
Αυτό υπήρξε όμως δευτερεύουσα ενδιάθετη βούληση της ενάγουσας καθώς δεν περιελήφθηκε ως όρος της συναφθείσας σύμβασης, ούτε όμως αποδείχθηκε ακόμα και η προφορική κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Άλλωστε, εάν η κύρια πρόθεση της δωρήτριας ήταν η εξασφάλιση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης της, ευχερώς θα μπορούσε να επιλέξει κάποιο ευαγές ίδρυμα με ανάλογο καταστατικό σκοπό και υποδομή ή έστω θα μπορούσε να εντάξει ανάλογο ρητό όρο στη σύμβαση της δωρεάς καθώς, όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω είχε την απαραίτητη πνευματική ικανότητα και μόρφωση να αντιληφθεί και να επιδιώξει.
Περαιτέρω. το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, δίχως να έχει αναλάβει συμβατική υποχρέωση φροντίδας και περίθαλψης της ενάγουσας, ενδιαφερόταν για αυτήν φρόντιζε για την κάλυψη εξόδων της και την ιατροφαρμακευτική -περίθαλψη της. Ειδικότερα, το εναγόμενο, από το χρόνο της δωρεάς και μετά αναλάμβανε τις δαπάνες για την συντήρηση του διαμερίσματος....Επιπρόσθετα, το εναγόμενο φρόντισε, δια των νομίμων αντιπροσώπων του για την πρόσληψη καθαρίστριας στην οικία της ενάγουσας και καταβολή της αμοιβής για τις υπηρεσίες της....
και την υγιεινή της εν γένει...".Ακολουθεί η αναφορά σειράς αποδείξεων σχετικών με τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε το αναιρεσίβλητο για την εξυπηρέτηση αναγκών της αναιρεσείουσας. Καταλήγει δε ως εξής:".... Εξάλλου, η ίδια η ενάγουσα παραδέχθηκε με την προσθήκη των προτάσεων (που υπέβαλε ότι το εναγόμενο προέβη για την φροντίδα της σε δαπάνες που υπερβαίνουν το ποσό των 60.000 ευρώ.
Ενόψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω το εναγόμενο ίδρυμα, μέσω των νομίμων αντιπροσώπων, των υποκατάστατων προσώπων και των υπαλλήλων αυτού, από την κατάρτιση της επίδικης δωρεάς και εντεύθεν, εκδήλωσε έντονο το ενδιαφέρον και την ευγνωμοσύνη του προς την δωρήτρια, δίχως να έχει αναλάβει συμβατική προς τούτο υποχρέωση, αλλά κατά την γενική υποχρέωση που υπέχει ο δωρεοδόχος έναντι του δωρητή, μεριμνώντας για την ιατρική και φαρμακευτική φροντίδα αυτής, ιδίως σε στιγμές που αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως όταν τραυματίστηκε, ή όταν έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, επιδιώκοντας την υγιεινή της διαβίωση, αναλαμβάνοντας την διεκπεραίωση εργασιών για την συντήρηση του διαμερίσματος που διαμένει, προσφέροντας την αρωγή και την οικονομική κάλυψη για τις τρέχουσες ανάγκες της.
Αυτονόητο είναι ότι το εναγόμενο παρείχε όλες τις παραπάνω υπηρεσίες στο μέτρο που αυτό συνάδει με την υφή του ως νομικό και όχι ως φυσικό πρόσωπο, αφού δεν μπορεί ως τέτοιο να εκ δηλώσει αισθήματα στοργής, αλλά επαφίεται στην φιλοτιμία των εκάστοτε υπαλλήλων του στους οποίους ανέθετε την κάλυψη των αναγκών της ενάγουσας και με δεδομένο τον καταστατικό σκοπό που επιδιώκει, δηλαδή την προαγωγή του πολιτισμού και των τεχνών, αλλά και τον τρόπο λειτουργίας του, καθώς δεν πρόκειται για νομικό πρόσωπο που διαθέτει ιατρικό τμήμα ή εγκαταστάσεις φιλοξενίας και παροχής φροντίδας.
Δεν καταδεικνύει παραμέληση της ενάγουσας, ούτε μπορεί να αποδοθεί σε αδιαφορία του μουσείου, το γεγονός ότι η οικόσιτη οικιακή βοηθός, την οποία προσέλαβε αυτό, αποδείχθηκε ανεπαρκής στην εκτέλεση των υπηρεσιών που της ανατέθηκαν, εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία της ηλικιωμένης δωρήτριας, προσκαλούσε στην οικία γνωστούς της που προκάλεσαν ζημιές στο ακίνητο και αφαίρεσε κάποια αντικείμενα από αυτό.
Ενδεικτική του ενδιαφέροντος του, είναι η ενέργεια στην οποία προέβη το εναγόμενο μετά το συμβάν αυτό, δεδομένου ότι φρόντισε για την ανάθεση της φύλαξης της οικίας της ενάγουσας σε ιδιωτική επιχείρηση υπηρεσιών ασφαλείας. Επομένως, το εναγόμενο ίδρυμα δεν προέβη σε πράξεις ή παραλείψεις που συγκροτούν αχάριστη συμπεριφορά που να δικαιολογεί την ανάκληση της επίδικης δωρεάς...Επομένως, η ένδικη αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατόπιν αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το μέρος, που αφορά την αχαριστία, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή τον νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως είναι αβάσιμοι..". Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ισχυρίζεται τα εξής:" Τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν ή δεν έλαβαν χώραν ανεξάρτητα αν συνιστούν ή δεν συνιστούν βαρύ παράπτωμα και αχαριστία αφού και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, δεν αξιολογήθηκαν αν αυτά τα περιστατικά που έλαβαν χώραν, όπως τα δέχθηκαν οι προσβαλλόμενες, πληρούν ή όχι την πραγματική έννοια του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείου την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ [ΑΠ 905/2002,ΑΠ 1669/2005].
Οι προσβαλλόμενες δεχθείσες ότι δεν αποδείχθηκε πως το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο προέβη σε πράξεις ή παραλείψεις που συγκροτούν αχάριστη συμπεριφορά, έσφαλαν και στέρησαν την απόφασή του από νόμιμη βάση και πρέπει να εξαφανισθούν γιατί υπέπεσαν στο σφάλμα της περ.19 του άρθρου 559 Κ ΠολΔ.". Καταλήγει δε η αναιρεσείουσα με ανάλυση της έννοιας της αχαριστίας με τις σχετικές παραπομπές στην νομολογία του Αρείου Πάγου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού το Εφετείο, με τις πιο πάνω σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ουσιαστικές παραδοχές του, ήτοι με την παράθεση των περιστατικών που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και που ήταν αναγκαία για τη κρίση του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και κατέστησε έτσι εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
3."Πράγμα" κατά την έννοια του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ. λόγου αναιρέσεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και διατυπώνεται δι' αυτού παράπονο για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπό ψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό [ΑΠ120 /2008].Στη προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν από το αναιρεσίβλητο και, αντιθέτως, δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από την ίδια και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι με την ασκηθεί σα έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει στην ουσία της την αγωγή της, προέβαλε τα εξής: α] ότι το αναιρεσίβλητο είχε αναλάβει την υποχρέωση να την διατρέφει, να την περιθάλπει και να την φροντίζει αφού διήγε το 84ο έτος της ηλικία της και αντιμετώπιζε σοβαρά κινητικά και σωματικά προβλήματα καθώς και πρόβλημα τα όρασης β] ότι είχε τις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου ότι μετά τη δωρεά θα τύχει της συνδρομής και συμπαραστάσεως στις ανάγκες της και ότι ανεξάρτητα αν αυτά δεν τέθηκαν ως όρος στο συμβόλαιο δωρεάς ήταν διαβεβαιώσεις δεδομένες και υπεσχημένες που δεν εκπληρώθηκαν και για το λόγο αυτό προέβη στην ανάκληση της γενόμενης δωρεάς με εξώδικο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τους παραπάνω αγωγικούς ισχυρισμούς της κατά την έρευνα του σχετικού λόγου έφεσης και έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη καθόσον αφορά την επικαλούμενη με αυτήν ανάκληση της δωρεάς λόγω αχαριστίας [απορρίπτοντας στη συνέχεια τον σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο στην ουσία του] και μη νόμιμη καθόσον αφορά την επικαλούμενη ανάκληση (λόγω υπαίτιας παράλειψης εκτέλεσης του φερόμενου ως συνομολογηθέντος τρόπου) δωρεάς, αφού αυτή η υποχρέωση [όρος] δεν υποβλήθηκε στον συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Κατά το μέρος δε που με τον ίδιο λόγο πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου, προβάλλεται απαράδεκτως [άρθρο 561 παρ.1 Κ ΠολΔικ].
4. Κατά μεν το άρθρο 505 ΑΚ ο δωρητής δικαιούται να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του, ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του, νόμιμη ή συμβατική, να διαθρέψει τον δωρητή, κατά δε το άρθρο 507 ΑΚ ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίον έγινε η δωρεά, τέτοιος δε μπορεί να είναι και η παροχή διατροφής προς τον δωρητή, από τον δωρεοδόχο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 498 παρ 1 ΑΚ για τη σύσταση δωρεάς ακινήτου απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και για την μεταβίβαση της κυριότητας τούτου μεταγραφή. Τέλος στην δωρεά υπό τρόπο, στον συμβολαιογραφικό τύπο υποβάλλεται και η πρόσθετη υποχρέωση (όρος), που υπό την μορφή του τρόπου βαρύνει τον δωρεοδόχο [ΑΠ 1711/2006].
Ενόψει αυτών το Εφετείο που με τη προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι επειδή ο αναφερόμενος στην αγωγή τρόπος δεν αποτέλεσε και όρο του συμβολαίου της δωρεάς, με βάση τα εκτιθέμενα σ'αυτήν, η αγωγή ήταν μη νόμιμη κατά το μέρος που με αυτήν επιδιωκόταν η αναγνώριση της ανάκλησης της δωρεάς ως έγκυρης και νόμιμης εξ αιτίας της παραβίασης από το δωρεοδόχο ίδρυμα του όρου αυτού, δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, και συνεπώς ο τρίτος και τελευταίος αναιρετικός λόγος, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176 ΚΠολΔικ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμό κατάθεσης ενώπιον της γραμματείας του Εφετείου Αθηνών 819/10-10-2011 αίτηση της Ε. Ζ. για αναίρεση της με αριθμό 2162/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την με αριθμό κατάθεσης 123/10-10-2011 ενώπιον γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, αίτηση αυτής για αναίρεση της 7753/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ