Legislator Case Law & Legislation
581/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance contract termination, ruling lower court correctly interpreted clear mutual intent.

Case Number 581/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding the termination of an insurance contract. The appellants argued the appellate court erred in interpreting the parties' intent by relying on extrinsic evidence and ignoring statutory rules on interpretation. The court rejected this, finding the lower court's conclusion that the parties' oral agreement was clear and unambiguous was legally sound and free from error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 553, 558, 566 para.2, 559 no.1, 173, 200 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Articles 173, 200 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellate court's findings on evidence are based on evaluation rather than error, and a claim of violation of interpretation rules is unfounded when the lower court correctly determined the parties' intent was clear and unambiguous without needing external evidence.

Keywords

AI generated
insurance contract termination oral agreement interpretation appellate review standards clear mutual intent inadmissible appeal evaluation of evidence statutory interpretation rules

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 553, 558, 566 para.2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no.1 of the Code of Civil Procedure
Articles 173, 200 of the Civil Code
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 581 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 581/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) χ1, 2) χ2, 3) χ3 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Συμεών Γιαννιώτη-Γαλανό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ζαρναβέλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ, 2) Της εδρεύουσας στη Αθήνα, οδός Καραγεώργη Σερβίας αρ. 8, Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ - Η ΕΘΝΙΚΗ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δυνάμει της με αριθμό Κ3-7215/9.9.1997 απόφασης της Υπουργού Ανάπτυξης (Φ.Ε.Κ. 6524/11.9.1997-ΤΑΕ & ΕΠΕ), υπεισήλθε, σαν καθολικός διάδοχος, στη θέση της εδρεύουσας στη Αθήνα, Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με την οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση της τελευταίας από αυτήν και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Δ. Τριανταφύλλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8/10/1999 και από 21/8/2000 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 964/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 533/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/12/2005 αίτησή τους .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 27-1-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Πλαστήρα Αναστασάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 522, 553, 558 και 566 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Σε περίπτωση υποθέσεως, που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και το Εφετείο αποφάνθηκε επί της ουσίας της εφέσεως και της υποθέσεως, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στη οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Τούτο όμως ισχύει κατά το μέρος της υποθέσεως και της πρωτόδικης αποφάσεως που έχει μεταβιβαστεί στο Εφετείο δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων της. Καθόσον όμως αφορά τα κεφάλαια, που δεν έχουν εκκληθεί, η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται μόνο η ίδια σε αναίρεση, η οποία πρέπει για το παραδεκτό της να απευθύνεται κατά εκείνων, που ήσαν διάδικοι στη δίκη αυτή και αφορούν τα εν λόγω κεφάλαια και να κατατίθεται στο πρωτόδικο δικαστήριο.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ πλήττεται, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το κεφάλαιο της πρωτόδικης 964/201 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που αφορά την απόρριψη της από 8-10-1999 αγωγής των αναιρεσειόντων ως προς το εναγόμενο ν.π.ι.δ. Επικουρικό Κεφάλαιο. Αλλά, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) από 27-3-2003 έφεση των αναιρεσειόντων, με αυτή δεν είχε προσβληθεί η πρωτόδικη απόφαση ως προς το ανωτέρω κεφάλαιό της κι'έτσι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν ασχολήθηκε με την πιο πάνω αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο (ούτε άλλωστε η έφεση είχε απευθυνθεί και κατ'αυτού κι 'έτσι τούτο δεν είχε καταστεί διάδικος στη δευτεροβάθμια δίκη). Επομένως, η πρωτόδικη απόφαση κατά το εν λόγω κεφάλαιό της κατέστη τελεσίδικη, δεν ενσωματώθηκε κατά τούτο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ως προς αυτό υπέκειτο αυτοτελώς σε αναίρεση. Η κρινόμενη, όμως, αίτηση αναιρέσεως δεν προσβάλλει και την πρωτόδικη αυτή απόφαση και δεν απευθύνεται κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, ούτε δε προκύπτει ότι έχει κατατεθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήρο. Κατά συνέπεια, η αίτηση αυτή ως προς τον προαναφερόμενο πρώτο λόγο της είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Επειδή κατά το άρθρο 6 παρ.1 της Κ4/585/1978 κανονιστικής αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/1978 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ.5 του Ν.489/1976 και καθορίζει τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου, που καλύπτει την αστική ευθύνη από ατυχήματα αυτοκινήτων, "η ασφαλιστική σύμβασις ισχύει δια την ασφαλιστικήν περίοδον, ήτις ορίζεται εις το ασφαλιστήριον και ανανεούται εκάστοτε δι'ίσον χρονικόν διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επομένων τοιούτων, εκτός εάν 30 ημέρας προ του τέλους εκάστης ασφαλιστικής περιόδου εκάτερος των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον δια συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου.

Επί πάσης ανανεώσεως εκδίδεται νέον ασφαλιστήριον ή βεβαίωσις περί ανανεώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως (ανανεωτήριον)". Κατά δε το άρθρο 9 παρ.1 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνον, δι'εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλει την ασφαλιστικήν σύμβασιν.

Η ακύρωσις επέρχεται μετά πάροδον 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου". Από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στην κατάργηση της ασφαλιστικής συμβάσεως με μονομερή δήλωση βουλήσεως (εναντίωση ή καταγγελία), προκύπτει ότι αυτές δεν υποβάλλουν στο συστατικό τύπο του εγγράφου την αντισυμφωνία των μερών, με την οποία η ασφαλιστική σύμβαση καταργείται οποτεδήποτε κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/1994). 'Ετσι, με βάση την από το τελευταίο τούτο άρθρο αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δύνανται οι συμβαλλόμενοι οποτεδήποτε να συμφωνήσουν τη λύση της συμβάσεως με την πάροδο της συμφωνουμένης διάρκειας και μάλιστα είτε με την ίδια τη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με πρόσθετη αυτοτελή και χωριστή από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πράξη (ΑΠ 971/1999), ακόμη δε και με σιωπηρή συμφωνία (ΑΠ 930/1992).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι'έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε όχι όμως όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικώς με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, τούτο δε συμβαίνει όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς του ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία, ερμηνεία, αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικώς με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος, ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικώς με την πλαγιαστική αγωγή, που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία είχε ασφαλίσει σ'εκείνη το ζημιογόνο αυτοκίνητό της, τα ποσά που θα επιδικαστούν σε βάρος της για τις αγωγικές απαιτήσεις των αναιρεσειόντων εναντίον της, από το αυτοκινητιστικό ατύχημα, δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το υπ'αριθμό κυκλοφορίας ......

ΙΧΕ αυτοκίνητο της κυριότητας της εναγομένης ψ1 είχε ασφαλισθεί αρχικά, στην ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΤΗΡ ΑΕΓΑ", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η παρούσα εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", για το χρονικό διάστημα από 15-5-1993 μέχρι 15-5-1994 εκδοθέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. ..... ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Η ασφάλιση αυτή ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 15.5.1994 μέχρι 15.5.1995 εκδοθέντος του υπ'αριθμ. ..... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, καθώς και για το επόμενο διάστημα από 15.5.1995 μέχρι 15.5.1996 εκδοθέντος του υπ' αριθμ. ...... συμβολαίου. Κατά την διάρκεια του παραπάνω χρονικού διαστήματος δηλ. από 15.5.1995 μέχρι 15, 5.1996.

η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση διεκόπη και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ...... πρόσθετη πράξη ακυρώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως κατόπιν προφορικής αιτήσεως της ασφαλισμένης και αποδοχής της από την ασφαλιστική εταιρεία (αντισυμφωνία συμβληθέντων μερών) για τον λόγο ότι η ασφαλισμένη ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού (Ιταλίας) και το αυτοκίνητο της παρέμεινε σε ακινησία.

Αυτός άλλως τε ήταν και ο λόγος που η εναγομένη ψ1, όπως ιστορούν στην από 8.10.1999 αγωγή τους οι ενάγοντες-εκκαλούντες, τους δήλωσε αμέσως μετά το ατύχημα ότι το αυτοκίνητό της ήταν ανασφάλιστο, λόγος για τον οποίο οι ενάγοντες έστρεψαν την πρώτη τους αγωγή... εναντίον του "Επικουρικού Κεφαλαίου". Ενισχυτικό περιστατικό της απόψεως περί λύσεως της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως με αντισυμφωνία των μερών, αποτελεί και το γεγονός ότι την επομένη ημέρα του ατυχήματος το οποίο επισυνέβη στις 13.10.1997, δηλαδή μετά πάροδο έτους και πλέον από της λύσεως, στις 14.10.1997 η εναγομένη ψ1 έσπευσε να ασφαλίσει εκ νέου το παραπάνω αυτοκίνητο της στην ίδια ασφαλιστική εταιρεία εκδοθέντος προς τούτο του υπ'αριθμ. .....

συμβολαίου ασφαλίσεως το οποίο ανανεώθηκε μέχρι 14.10.1999, ενώ αν υπήρχε ενεργής ασφαλιστική σύμβαση θα επέμενε στην ισχύ αυτής και δεν θα έσπευδε να συνάψει νέα σύμβαση ασφαλίσεως. Επομένως κατά τον χρόνο πού έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός της 13-101997 το ανωτέρω ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και συνεπώς η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δεν είχε υποχρέωση να καλύψει την προαναφερθείσα ζημία...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει κατ'ουσίαν την πλαγιαστική αγωγή των αναιρεσειόντων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλά διέλαβε σ'αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα εκείνης του άρθρου 361 του ΑΚ, που εφαρμόστηκε για τη θεμελίωση της κρίσεώς του περί λύσεως της μεταξύ των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής συμβάσεως, δεδομένου ότι εκτίθενται στην απόφαση περιστατικά που συγκροτούν τους όρους εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

Επομένως, η αντίθετη αιτίαση, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη, ενώ η περαιτέρω αιτίαση, με την οποία προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν περιέχει στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η υποβολή από την ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρία προφορικήςαιτήσεως για τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως που δέχθηκε, δεδομένου ότι η πρώτη, με τις κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, είχε αρνηθεί, είναι απαράδεκτη, διότι οι προβαλλόμενες ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Και τούτο διότι για να θεμελιώσει την κρίση του περί καταρτίσεως μεταξύ των αναιρεσιβλήτων προφορικής αντισυμφωνίας για τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως προσέφυγε σε στοιχεία κείμενα έξω από το περιεχόμενο της αντισυμφωνίας και συγκεκριμένα α) ότι ο λόγος για τον οποίο η ασφαλιστική πρώτη αναιρεσίβλητη υπέβαλε προς την ασφαλιστική εταιρία δεύτερη αναιρεσίβλητη προφορική αίτηση λύσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως ήταν ότι αυτή ήταν μόνιμος κάτοικος του εξωτερικού και το αυτοκίνητό της παρέμεινε σε ακινησία και β) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη την επομένη του ατυχήματος έσπευσε να ασφαλίσει εκ νέου το αυτοκίνητο στην ίδια ασφαλιστική εταιρία δεύτερη αναιρεσίβλητη. 'Ετσι δε προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενών και αμφιβολιών ως προς την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων και για την ανεύρεσή της προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως αυτών, με την οποία, κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του περί του περιεχομένου της ως νέας συμφωνίας τους, χωρίς όμως να χρησιμοποιήσει για την ερμηνεία αυτή τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που έχει προπαρατεθεί, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενών ή αμφιβολιών στις δηλώσεις βουλήσεως των αναιρεσιβλήτων στην αντισυμφωνία, που κατάρτισαν προφορικώς και ότι κατόπιν αυτού προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων αυτών, αλλ' αντιθέτως προκύπτει, ότι το δικαστήριο δέχεται πως οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων είναι σαφείς και αναμφίβολες και αφορούν στη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γι'αυτό και δεν προβαίνει σε ερμηνεία των δηλώσεων αυτών, τα δε επιχειρήματα, που, κατά τ'ανωτέρω, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, χρησιμοποιεί όχι για την ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, αλλά για τη θεμελίωση της κρίσεώς του περί καταρτίσεως της αντισυμφωνίας, δεδομένου ότι το πρώτο από τα εν λόγω επιχειρήματα αναφέρεται στα αίτια, που οδήγησαν την ασφαλισμένη αναιρεσίβλητη στην υποβολή της προφορικής αιτήσεως για τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, το δε άλλο επιχείρημα προβάλλεται ως ενισχυτικό της κρίσεώς του περί καταρτίσεως της αντισυμφωνίας και όχι του αληθινού περιεχομένου της.

Επειδή μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2005 αίτηση των χ1 και λοιπών για αναίρεση της 533/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για κάθε μία από αυτές σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 19 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ