Legislator Case Law & Legislation
632/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for distortion of document content due to correct fact-finding and proper evidence evaluation.

Case Number 632/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Single Member Court of Appeal's decision regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court distorted the content of a responsible declaration and bank deposit records, claiming they proved the debtor had already satisfied the claim. The court rejected this, finding the lower court correctly interpreted the documents and properly weighed them alongside other evidence to reach its conclusion. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs and deposit the appeal bond into the public treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal for distortion of document content is inadmissible when the court of first instance correctly interpreted the documents and reached a different conclusion based on a proper evaluation of all evidence rather than a diagnostic error in reading the documents.

Keywords

AI generated
distortion of document content diagnostic error in reading evaluation of evidence responsible declaration bank deposit records appeal for distortion proper fact-finding

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 632 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 632/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Ε., συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Ντούμπα.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Σταμόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2378/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 730/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-1-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 13-5-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 730/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/ 2013).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 66 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ., σε περίπτωση δυστροπίας του μισθωτή για την καταβολή του μισθώματος, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει την απόδοση του μισθίου χωρίς να καταγγείλει την μίσθωση, ενώ η σχετική αγωγή του δεν ισχύει ως καταγγελία αυτής. Η δυστροπία του μισθωτή με την έννοια της υπερημερίας του για την καταβολή το μισθώματος τεκμαίρεται με την άπρακτη παρέλευση της καθορισμένης ημέρας πληρωμής του (άρθρα 340, 341 Α.Κ.).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 574 και 595 του Α.Κ., "με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα", "το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες" και "αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες, καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης και, αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα, κατά τη λήξη τους".

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 342 Α.Κ., ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία, συνεπεία της οποίας δικαιολογείται η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος. Οι ανωτέρω διατάξεις κατ’ άρθρο 44 του π.δ. 34/1995 εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ’ αριθμ. 2378/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξαφάνισε την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή αποδόσεως μισθίου και καταβολής μισθωμάτων της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 15-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης ο πατέρας της ενάγουσας Ε.

Κ. εκμίσθωσε στον εναγόμενο, για χρονικό διάστημα έξι ετών, δύο ισόγεια καταστήματα, εμβαδού 38 και 46 τ.μ., που βρίσκονται στα ... Πειραιά, επί της οδού ..., προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για την εμπορία ελαστικών ζαντών και αξεσουάρ αυτοκινήτων και για service και ευθυγραμμίσεις αυτοκινήτων, με μηνιαίο μίσθωμα το οποίο συμφωνήθηκε αρχικά στο ποσό των 270.000 δρχ.

Μετά το θάνατο του παραπάνω αρχικού εκμισθωτή τα μίσθια καταστήματα περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητα του αδελφού της ενάγουσας Ι. Κ., ο οποίος υπεισήλθε στη θέση του εκμισθωτή. Μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης παρατάθηκε αυτή αναγκαστικά, ως υπαγομένη στις διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων και το μηνιαίο μίσθωμα, μετά από αναπροσαρμογές, καθορίστηκε στο ποσό των 860,00 ευρώ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αδελφός της ενάγουσας Ι. Κ. απεβίωσε στον Πειραιά στις 16-9-2011 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την ενάγουσα και τη μητέρα της Χ. χήρα Ε. Κ.. Η τελευταία την 11-01-2012 αποποιήθηκε νομίμως την ως άνω επαχθείσα σ’ αυτή κληρονομιά (βλ. την με αριθμό ...-01-2012 σχετική δήλωσή της ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιά), ενώ αντιθέτως, η ενάγουσα την αποδέχθηκε με το ευεργέτημα της απογραφής (βλ.

τη με αριθμό ...-2013 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Περιστερίου Αντωνίνης Γιαννοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα). Επομένως, από την αποδοχή της κληρονομιάς η μισθωτική σχέση μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα κληρονόμο, η οποία υπεισήλθε στη θέση του κληρονομούμενου εκμισθωτή. Περαιτέρω από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αποδείξεις είσπραξης μισθώματος αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2009, ενώ για το υπόλοιπο ένδικο χρονικό διάστημα δεν αποδεικνύεται η καταβολή μισθωμάτων πλην όμως το δικαστήριο κρίνει ότι η παράλειψη του εναγομένου να καταβάλει τα μισθώματα αυτά δεν οφείλεται σε δυστροπία του, αλλά σε δικαιολογημένη αιτία.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στις 9-1-2009 επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στα μίσθια ακίνητα, από την εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αγγλία και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... ΑΕ", δυνάμει της υπ’ αρ. .../9-1-2009 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.

Π. Κ., για το συνολικό ποσό των 131.687,26 ευρώ και ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού των ως άνω ακινήτων η 11-3-2009. Ενόψει του κινδύνου να πλειστηριαστούν τα ως άνω ακίνητα, ο τότε εκμισθωτής Ι. Κ., ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, συμφώνησε άτυπα με το από 12-3-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο τιτλοφορείται "ιδιωτικό συμφωνητικό προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου" να μεταβιβάσει την κυριότητα των μισθίων ακινήτων στη σύζυγο του εναγομένου - εκκαλούντος μισθωτή, Σ.

Κ. του Κ.. Ειδικότερα, στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνυπέγραψαν ο τότε εκμισθωτής Ι. Κ. με την ιδιότητα του πωλητή και η σύζυγος του εκκαλούντος Σ. Κ., με την ιδιότητα της αγοράστριας, συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων, επί λέξει τα ακόλουθα: Επί των παραπάνω καταστημάτων αυτοτελών ανεξάρτητων οριζοντίων ιδιοκτησιών έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." η οποία εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...

ΑΕ", έχει επιβληθεί και αναγκαστική κατάσχεση από την παραπάνω εταιρία όπως αυτή εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα για οφειλή του ΠΩΛΗΤΗ προς αυτήν (την εταιρία) εκ ποσού ευρώ (131.687,26) πλέον εξόδων εκτελέσεως, νομίμων τόκων υπηρεσίας και λοιπών εξόδων δυνάμει της υπ’ αρ. .../2009 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.

Κ. και τα παραπάνω ακίνητα του ΠΩΛΗΤΗ - ΟΦΕΙΛΕΤΗ εκτίθενται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 11/3/2009, ο οποίος πλειστηριασμός ανεστάλη κατόπιν καταβολής χρηματικού ποσού ευρώ (10.000) από τον ΠΩΛΗΤΗ - ΟΦΕΙΛΕΤΗ στις 11/3/2009 και σύμφωνα με τους όρους της υπ’ αριθμ. .../2009 πράξεως αναστολής πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.

Δ. - Π.. Ο ΠΩΛΗΤΗΣ ήδη με το παρόν αναλαμβάνει να παραχωρήσει, μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως προς την ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ τις δύο (2) παραπάνω ιδιοκτησίες καταστήματα με το στοιχείο (Κ-3) και (Κ-4) του ισογείου ορόφου με τους παρακάτω όρους και συμφωνίες: 3. Το τίμημα για την παραπάνω πώληση συμφωνείται στο ποσόν ευρώ (180.000) εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ, το οποίο αμφότερες οι συμβαλλόμενες πλευρές αναγνωρίζουν ως εύλογο, δίκαιο και ανάλογο της αξίας των μεταβιβαζομένων ακινήτων.

Από το παραπάνω τίμημα η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ κατέβαλε στις 11/3/2009 στον ΠΩΛΗΤΗ ως προκαταβολή για την ανωτέρω πώληση το ποσόν ευρώ (10.000) σε μετρητά, του παρόντος έχοντος θέση αποδείξεως, και διατηρεί την κυριότητα του ποσού της προκαταβολής, το δε υπόλοιπο ποσόν ευρώ (170.000) ο ΠΩΛΗΤΗΣ δέχεται να εισπράξει και η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ αναλαμβάνει την ρητή και συμβατική υποχρέωση να καταβάλει ως εξής:

Αφού εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς η οφειλή του ΠΩΛΗΤΗ προς την παραπάνω δανείστρια, την οποία οφειλή θα καταβάλει η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ, υπέρ της οποίας -ΔΑΝΕΙΣΤΡΙΑΣ - έχει εγγραφεί κατά τα παραπάνω προσημείωση υποθήκης, αλλά και έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση, το υπόλοιπο ποσόν που θα εναπομείνει μέχρι την συμπλήρωση του ποσού ευρώ (180.000) αφού αφαιρεθεί και το ποσόν ευρώ (10.000) που έχει ήδη καταβληθεί, θα καταβληθεί με την οριστική μεταβίβαση των παραπάνω (2) δύο ακινήτων μέχρι την 30/12/ 2009.

Ο ΠΩΛΗΤΗΣ επίσης υποχρεούται να συναινέσει και να προβεί σε όλες τις απαραίτητες πράξεις και ενέργειες για την οριστική διαγραφή και εξόφληση των παραπάνω χρεών υπό την ποινή απόλυτης ακυρότητας του παρόντος. Ρητά συμφωνείται επίσης ότι σε περίπτωση όπου ο ΠΩΛΗΤΗΣ υπαναχωρήσει από την παρούσα συμφωνία τότε ρητώς υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως στην ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ την δοθείσα ως άνω προκαταβολή εις διπλούν και να καταβάλει στην ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ και κάθε άλλο ποσόν που θα έχει καταβάλει η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ για την εξόφληση των παραπάνω χρεών του ΠΩΛΗΤΗ, καθώς και κάθε έξοδο στο οποίο θα έχει προβεί για την παραπάνω αιτία και αγοραπωλησία η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ, ενώ σε περίπτωση όπου η ΑΓΟΡΑΣΤΡΙΑ υπαναχωρήσει από την παρούσα συμφωνία αιτιολογημένα τότε ο ΠΩΛΗΤΗΣ θα υποχρεούται να της καταβάλει την δοθείσα ως άνω προκαταβολή και τα παραπάνω ποσά...".

Από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι την 11-3-2009 η σύζυγος του εκκαλούντος, κατέβαλε στον Ι. Κ. το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος στη συνέχεια το κατέβαλε στην επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό των μισθίων ακινήτων και έτσι επέτυχε την αναβολή του πλειστηριασμού αυτού για τις 17-6-2009 (βλ.

την υπ’ αριθμ. .../12-3-2009 συναινετική αναβολή πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Δ. - Π.). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την ως άνω συμφωνία, η σύζυγος του εκκαλούντος Σ. Κ., σε εκτέλεση του ως άνω συναφθέντος μεταξύ αυτής και του Ι. Κ. ιδιωτικού συμφωνητικού, κατέβαλε σταδιακά, πέραν του ως άνω ποσού των 10.000 ευρώ και τα ακόλουθα ποσά:

Α) στον Ι. Κ. κατέβαλε σε μετρητά α) την 10.4.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. σχετική από 10.4.2009 απόδειξη είσπραξης αυτού), β) την 11.5.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. σχετική από 11.5.2009 απόδειξη είσπραξης αυτού), γ) την 12.6.2009 το ποσό των 5.000 ευρώ και την 16.6.2009 το ποσό των 5.000 ευρώ (βλ. σχετική από 16.6.2009 απόδειξη είσπραξης αυτού), δ) την 16.7.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ.

σχετική από 16.7.2009 απόδειξη είσπραξης αυτού), ε) την 16.8.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. σχετική από 16.8.2009 απόδειξη είσπραξης αυτού), στ) την 11.10.2009 το ποσό των 5.000 ευρώ (βλ. σχετική από 11.10.2009 απόδειξη είσπραξης αυτού), ζ) την 11.9.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. σχετική από 11.9.2009 απόδειξη είσπραξης αυτού) και η) 10.2.2010 το ποσό των 12.000 ευρώ (βλ.

σχετική από 10.2.2010 απόδειξη είσπραξης αυτού), Β) στην ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε. και σε εξόφληση της ως άνω οφειλής του Ι. Κ. κατέβαλε 1) την 13.4.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. το ίδιας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 2) την 29.5.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. το ίδιας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 3) την 15.6.2009 το ποσό των 5.000 ευρώ (βλ.

το ίδιας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 4) την 17.6.2009 το ποσό των 5.000 ευρώ (βλ. το ίδιας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 5) την 22.7.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 6) την 26.8.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ.

το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 7) την 9.10. 2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 8) την 13.10.2009 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 9) 12.10.2009 το ποσό των 3.000 ευρώ (βλ.

το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 10) την 17.12.2009 το ποσό των 3.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 11) την 12.2.2010 το ποσό των 3.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 12) την 17.2. 2010 το ποσό των 2.800 ευρώ (βλ.

το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 13) την 16.2.2010 το ποσό των 2.100 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 14) την 17.2.2010 το ποσό των 1.100 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 15) την 1.4.2010 το ποσό των 3.000 ευρώ (βλ.

το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 16) την 13.9.2010 το ποσό των 6.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 17) την 23.9. 2010 το ποσό των 5.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 18) την 28.9.2010 το ποσό των 600 ευρώ (βλ.

το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 19) την 29.9. 2010 το ποσό των 1000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 20) την 1.10.2010 το ποσό των 1.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 21) την 4.10.2010 το ποσό των 700 ευρώ (βλ.

το ίδιας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας), 22) την 2.12.2010 το ποσό των 1.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας) και 23) την 21.12.2010 το ποσό των 2.000 ευρώ (βλ. το ιδίας ημεροχρονολογίας πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας).

Εξ άλλου το Δικαστήριο κρίνει ότι τις ως άνω καταβολές στην ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε. και σε εξόφληση της ως άνω οφειλής του Ι. Κ. έκανε ο εκκαλών για λογαριασμό της συζύγου του και όχι ο Ι. Κ., παρά το γεγονός ότι στα ως άνω από 1 έως και 18 πρωτότυπα αντίγραφα πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας αναγράφεται ως όνομα καταθέτη αυτό του Ι.

Κ., καθόσον στα υπόλοιπα από 19 έως και 23 πρωτότυπα αντίγραφα πελάτη των σχετικών δελτίων κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας αναγράφεται ως όνομα καταθέτη αυτό του εκκαλούντος εναγόμενου, από δε την αντιπαραβολή των υπογραφών του τελευταίου τόσο στο σχετικό ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης όσο και στα τελευταία ως άνω πρωτότυπα αντίγραφα πελάτη που φέρεται ως καταθέτης ο ίδιος (εκκαλών) με τις υπογραφές που υπάρχουν στα ως άνω από 1 έως και 18 πρωτότυπα αντίγραφα πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας στα οποία εμφανίζεται ως καταθέτης ο Ι.

Κ. προκύπτει ότι οι υπογραφές ταυτίζονται και ότι όλες ανήκουν στο πρόσωπο του εκκαλούντος με εξαίρεση το ως άνω υπ’ αρ 13 πρωτότυπο αντίγραφο πελάτη του σχετικού δελτίου κατάθεσης, όπου η υπογραφή είναι μεν διάφορη της υπογραφής του εκκαλούντος, πλην όμως δεν προσομοιάζει ούτε με την υπογραφή του Ι. Κ., όπως αυτή εμφανίζεται στις ως άνω σχετικές αποδείξεις είσπραξης, που ο ίδιος έχει υπογράψει και το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά την ως άνω ημεροχρονολογία τη σχετική κατάθεση έκανε άλλο πρόσωπο, πλην του εκκαλούντος, για λογαριασμό όμως της συζύγου αυτού.

Εξ άλλου, στην ως άνω κρίση, ότι δηλαδή τις σχετικές καταβολές προς την Τράπεζα, κατά τις ως άνω ημεροχρονολογίες έκανε ο εκκαλών για λογαριασμό της συζύγου του και όχι ο Ι. Κ., άγεται το παρόν Δικαστήριο, εκτός από την αντιπαραβολή των υπογραφών και από το γεγονός ότι ο εκκαλών έχει εις χείρας του τα ως άνω πρωτότυπα αντίγραφα πελάτη των σχετικών δελτίων κατάθεσης της ως άνω Τράπεζας, τα οποία προφανώς δεν θα βρίσκονταν στα χέρια του, αλλά στα χέρια της εφεσίβλητης, εάν στις σχετικές καταβολές είχε προβεί ο Ι.

Κ.. Ενόψει δε των ως άνω καταβολών ο Ι. Κ. υπέγραψε την 21.12.2010 υπεύθυνη δήλωση με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, σύμφωνα με την οποία δήλωνε, επί λέξει τα ακόλουθα: "Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Ι. Κ. του Ε. και της Χ., κάτοικος ..., κάτοχος του υπ’ αρ. .../1967 αστυνομικής ταυτότητας, επάγγελμα αυτοκινητιστής με Α.Φ.Μ. ...

δηλώνω υπεύθυνα ότι υποχρεούμαι και αναλαμβάνω την υποχρέωση να μεταβιβάσω στην κα Σ. Κ. του Κ. τις υπό στοιχεία ... ιδιοκτησίες μου επί της οδού ... και ... αμέσως μόλις πραγματοποιηθεί η άρση της εις βάρος μου κατασχέσεως και εις βάρος των παραπάνω ιδιοκτησιών από την επισπεύδουσα Τράπεζα με την επωνυμία "..." καθόσον έχει ήδη εκπληρωθεί η απαίτησή μου κατά της παραπάνω αγοράστριας σύμφωνα με το από 12/3/2009 προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτων και μετά την εξόφληση και της υπόλοιπου οφειλής μου προς την παραπάνω τράπεζα δυνάμει της προαναφερόμενης κατασχέσεως, ουδεμίαν απαίτηση έχω ή διατηρώ κατά της ανωτέρω αγοράστριας κας Σ.

Κ.". Σημειώνεται δε ότι ενόψει των ως άνω ποσών που κατέβαλε η σύζυγος του εκκαλούντος στην ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε και έναντι της ως άνω οφειλής του Ι. Κ. ο πλειστηριασμός των μίσθιων ακινήτων ελάμβανε διαδοχικές συναινετικές αναβολές (βλ. σχετικά την υπ’ αρ. ...18.7.2009 συναινετική αναβολή πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.

Δ. - Π., με την οποία ο ως άνω πλειστηριασμός αναβλήθηκε για την 14.10.2009, την υπ’ αρ. .../16.10.2009 συναινετική αναβολή πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Δ. - Π., με την οποία ο ως άνω πλειστηριασμός αναβλήθηκε για την 17.2.2010, την υπ’ αρ ... 25.2.2010 συναινετική αναβολή πλειστηριασμού της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.

Δ. - Π., με την οποία ο ως άνω πλειστηριασμός αναβλήθηκε για την 22.9.2010, οπότε και ματαιώθηκε), ενώ σημειώνεται ότι ο χρόνος που ελάμβαναν χώρα οι ως άνω συναινετικές αναβολές συμπίπτει, ως επί το πλείστον, με το χρόνο ορισμένων από τις καταβολές στις οποίες προέβαινε η σύζυγος του εκκαλούντος, δια του τελευταίου και, συνεπώς, είναι προφανές ότι όλες οι ως άνω καταβολές ελάμβαναν χώρα σε εκτέλεση του προαναφερόμενου από 12. 3.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού - προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης συναλλαγής μεταξύ του Ι.

Κ. και της συζύγου του εκκαλούντος. Με βάση τα περιστατικά που έγιναν δεκτά το Δικαστήριο κρίνει ότι μετά την υπογραφή μεταξύ της συζύγου του εκκαλούντος και του εκμισθωτή Ι. Κ. του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο τελευταίος αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα των μίσθιων καταστημάτων στη σύζυγο του εκκαλούντος και, ανεξάρτητα, από την τυχόν ακυρότητα αυτού, λόγω της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου, συμφωνήθηκε ταυτόχρονα, μεταξύ του ως άνω εκμισθωτή, Ι.

Κ. και του αιτούντος, μισθωτή, η μη καταβολή μισθωμάτων έως την σύναψη του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας των μίσθιων ακινήτων στη σύζυγο του αιτούντος, γι’ αυτόν εξάλλου το λόγο ο Ι. Κ. από το Μάρτιο του έτους 2009 και εντεύθεν έως και το θάνατό του, που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του έτους 2011, ουδέποτε απαίτησε μίσθωμα από τον αιτούντα.

Άλλωστε δεν συνάδει με τη λογική να μην εισπράττει ο εκμισθωτής Ι. Κ. μισθώματα για το ως άνω χρονικό διάστημα από Μάρτιο του έτους 2009 έως και το Σεπτέμβριο του 2011, ήτοι για χρονικό διάστημα δυόμισι ετών και να μην έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, δικαστική ή εξώδικη, για την είσπραξη των μισθωμάτων αυτών, ενόψει μάλιστα και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα της εφεσίβλητης, ο οποίος επιβεβαίωσε την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του Ι. Κ. και της συζύγου του εκκαλούντος - εναγομένου για τη μεταβίβαση των μισθίων ακινήτων καταθέτοντας ότι ".. έκανε συμφωνία για να μη χάσει το ακίνητό του...", ενώ για τη συμφωνία μεταξύ του I.

Κ. και του εκκαλούντος (να μη πληρώνει ο τελευταίος μισθώματα), κατέθεσε ότι δεν ξέρει αν είχε κάνει συμφωνία ο Ε. (εκκαλών) με τον κουνιάδο του (Ι. Κ.) αλλά και να το ξέρει δεν μπορεί να το αξιολογήσει. Με τα δεδομένα αυτά η μη καταβολή των μισθωμάτων εκ μέρους του εναγομένου οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία και κατά συνέπεια αυτός δεν κατέστη δύστροπος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου που έκρινε ότι ο εκκαλών εναγόμενος από δυστροπία δεν κατέβαλε τα επίδικα μισθώματα και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή του ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και τον υποχρέωσε να αποδώσει στην ενάγουσα - εφεσίβλητη τη χρήση των μισθίων ακινήτων και να της καταβάλει το ποσό των 36.120 ευρώ για τα οφειλόμενα μισθώματα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση.

Στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό και δικαστεί κατ’ ουσίαν, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την εύλογη αιτία, για την οποία ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος δεν πλήρωνε μισθώματα καθ’ όλο το χρονικό διάστημα των δυόμισι ετών (με εξαίρεση δύο μήνες), ήτοι από το Μάρτιο του 2009 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2011, ήτοι μέχρι το θάνατο του προηγούμενου εκμισθωτή, αδελφού και δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς ο τελευταίος να διαμαρτυρηθεί.

Ήτοι, την προφορική συμφωνία του με αυτόν να μην καταβάλει μισθώματα, σε συνδυασμό με το ιδιωτικό προσύμφωνο αγοραπωλησίας, με το οποίο η σύζυγος του αναιρεσιβλήτου ανέλαβε την υποχρέωση, ως μελλοντική αγοράστρια των μισθίων, να εξοφλήσει τμηματικά την οφειλή του εν λόγω εκμισθωτή, ύψους 131.687,26 ευρώ, στην ΤΡΑΠΕΖΑ ...

Α.Ε., αλλά και με το γεγονός της τμηματικής καταβολής από τον αναιρεσίβλητο, για λογαριασμό της συζύγου του, προς εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, συνολικού ποσού 104.300 ευρώ στην ως άνω Τράπεζα, έναντι της οφειλής του εκμισθωτή και για διαδοχικές αναβολές του πλειστηριασμού. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο και τρίτο (κατά την α’ αιτίασή τους) λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Καθ’ όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της επικλήσεως της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, με αιτιάσεις, ότι:

α) δεν αξιολόγησε σωστά σημεία της ένορκης καταθέσεως της συζύγου του αναιρεσιβλήτου, β) ουδεμία αιτιολογία παρέθεσε σχετικά με τον λόγο που εμπόδισε την σύζυγο του αναιρεσιβλήτου μισθωτή να προβεί στην κατάρτιση και υπογραφή μεταξύ αυτής και του θανόντος εκμισθωτή ενός συμβολαιογραφικού προσυμφώνου πωλήσεως, γ) δεν αιτιολογεί γιατί από την τελευταία καταβολή ποσού 2.000 ευρώ, την 21-12- 2010, μέχρι το θάνατο του εκμισθωτή Ι.

Κ., στις 16-9-2011, ο αναιρεσίβλητος και η σύζυγός του δεν προέβησαν σε καμία χρηματική καταβολή και δ) δεν αιτιολογεί γιατί, ενώ στις 21-12-2010 φέρεται ότι είχε καταβληθεί στην δανείστρια Τράπεζα ποσό 103.300 ευρώ, η οφειλή παρέμεινε ακόμα πολύ υψηλή, ανερχομένη στο ποσό των 96.411,80 ευρώ, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τη αιτίασή του αυτή, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περιπτώσεως, που προέβλεπε την δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.

για την δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., οι δε αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως (κατά την β’ αιτίαση αυτών) πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/ 2003, ΑΠ 1299/2009), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 403/2009). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά την πρώτη αιτίασή του, προσάπτεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της ότι ποσό 56.600 ευρώ κατέβαλε στην δανείστρια Τράπεζα ο αδελφός της αναιρεσείουσας Ι.

Κ. προς εξυπηρέτηση του δανείου του με δικά του χρήματα, που είχε αποκομίσει από εκποίηση περιουσιακού του στοιχείου (πώληση ταξί) και ότι το ποσό των 10.700 ευρώ που φέρεται ότι κατέβαλε ο μισθωτής δεν προκύπτει ότι ήταν δικά του χρήματα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αφού αποτελεί άρνηση της ενστάσεως του 342 Α.Κ., που πρότεινε ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος ότι δηλαδή δεν κατέστη υπερήμερος καθόσον η καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν είχε ευθύνη.

Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν οπό το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά την β’ αιτίαση αυτού, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., ειδικότερα δε ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 21-12-2010 υπεύθυνης δηλώσεως του Ι. Κ., με την οποία δηλώνει ότι έχει ήδη εκπληρωθεί η απαίτησή του κατά της Σ.

Κ. και ουδεμία απαίτηση διατηρεί κατ’ αυτής, και των παραστατικών καταθέσεως στην Τράπεζα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή τους, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.1.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2015 αίτηση για αναίρεση της 730/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ