Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding missed appeal deadline and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's rejection of the appeal. The appellant argued the appeal was inadmissible due to a late filing and alleged procedural defects in the lower court's delivery of documents. The court rejected these claims, noting the appeal was filed outside the statutory fifteen-day limit and that the appellant failed to substantiate allegations regarding the missing document page or the court's record.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 10, 19, 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appeal was filed after the expiration of the statutory time limit, and substantive errors regarding the delivery of documents do not constitute grounds for reopening the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 631 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 631/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Βεργούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Λαζαρίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7158/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1454/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-5-2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 2-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αναίρεση, κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η οποία αφορά υπόθεση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία φέρεται να υπέστη ο ήδη αναιρεσίβλητος, από την αδικοπραξία που εκθέτει πως διέπραξε σε βάρος του, ο ήδη αναιρεσείων.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον αναιρετικό αυτό λόγο αυτοελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ένδικου μέσου (ΑΠ 371/2006), δηλαδή αν αυτό έχει ασκηθεί με τους νόμιμους τύπους και μέσα στην προθεσμία που επιβάλλει ο νόμος (ΑΠ 118/2011). Στην υπό κρίση περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ως ασκηθείσα εκπροθέσμως. Δέχτηκε δε, ειδικότερα τα ακόλουθα: "...στην προκειμένη περίπτωση εκδόθηκε η υπ'αριθμ.7158/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητός του, εξ υπαιτιότητας του εναγομένου. Όπως αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον εκκαλούντα αντίγραφο της αποφάσεως αυτής που του επιδόθηκε [βλ την κατ'άρθρο 139 παρ 3 ΚΠολΔ επισημείωση του δικ.επιμελητή Θεσσαλονίκης …, που υπάρχει στην πρώτη σελίδα], υπάρχει στην τελευταία σελίδα η εξής, από 2 Απριλίου 2001, πράξη της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης...."Πιστό αντίγραφο. Θεωρήθηκε για τη νόμιμη σήμανση του. Θεσσαλονίκη 2 Απριλίου 2001. Η Γραμματέας. Σφραγίδα-Υπογραφή....
Συνεπώς, εφόσον βεβαιώθηκε η ακρίβεια του αντιγράφου αυτού, από την αρμόδια υπάλληλο, νομοτύπως, το αντίγραφο αυτό έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Στην ίδια σελίδα του επικαλούμενου από τον εκκαλούντα, ως επιδοθέντος σ' αυτόν αντιγράφου της εκκαλουμένης αποφάσεως υπάρχει η από 2.4.2001 παραγγελία προς επίδοση προς τον εναγόμενο του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος....
Περαιτέρω όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο, υπ' αριθ..../3 Απριλίου 2001 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης... ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα. Από το συνδυασμό της εκθέσεως επιδόσεως αυτής με το επικαλούμενο από τον εκκαλούντα αντίγραφο της εκκαλουμένης, αποδεικνύεται, ότι επιδόθηκε σ' αυτόν πιστό αντίγραφο της εκκαλουμένης, την πιστότητα του οποίου βεβαιώνουν, τόσο η ως άνω Γραμματέας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσο και ο προαναφερόμενος δικαστικός επιμελητής, γεγονός που υπέπεσε στην άμεση αντίληψή τους αφού το γεγονός αυτό υπεύθυνα το έλεγξαν και το βεβαίωσαν.
Κατόπιν τούτου, για το γεγονός, ότι επιδόθηκε στον εναγόμενο πιστό αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν χωρεί ανταπόδειξη, αλλά μόνον προσβολή της εκθέσεως επιδόσεως επί πλαστότητα. Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι η προθεσμία της εφέσεως δεν έχει αρχίσει, γιατί το επιδοθέν αντίγραφο της εκκαλουμένης πάσχει από ακυρότητα, (την οποία επικαλείται χωρίς επίκληση δικονομικής βλάβης) δεδομένου ότι δεν αποτελεί πιστό αντίγραφο του Πρωτοδικείου, γιατί λείπει το πέμπτο φύλλο της εκκαλουμένης αποφάσεως, αφού από τα δέκα φύλλα από τα οποία αποτελείται η εκκαλουμένη, επιδόθηκαν μόνον τα εννέα, χωρίς να προσβάλλεται η έκθεση επιδόσεως αυτής, ως πλαστή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, όπως, αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο, υπ' αριθμ. .../3.4.2001 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης, επιδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα δια θυροκολλήσεως στην κατοικία του και την ίδια ημέρα [3.4.2001], παραδόθηκε απλό φωτοτυπικό αντίγραφο της εκκαλουμένης, στα χέρια υπαστυνόμου Β',...
του Α. Τ πλατείας Δημοκρατίας Θεσσαλονίκης και την ίδια ημέρα [3.4.2001] απέστειλε ο άνω δικ. επιμελητής επί αποδείξει, δια του ταχυδρομικού γραφείου Θεσσαλονίκης προς τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, συστημένη επιστολή, για όλα τα ανωτέρω. Ήδη, ο εφεσίβλητος προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές φωτοαντίγραφο του ως άνω παραδοθέντος πιστού αντιγράφου της εκκαλουμένης στα χέρια του υπαστυνόμου Β'... [βλ την από 11.4.2002 πράξη του Ανθυπαστυνόμου...
περί του ότι το προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο είναι ακριβές φωτοαντίγραφο του υπάρχοντος στο αρχείο της υπηρεσίας αυτής]. Από το ακριβές αυτό φωτοαντίγραφο, αποδεικνύεται, ότι δεν λείπει καμία σελίδα της εκκαλουμένης αποφάσεως και επιπλέον ότι στην πρώτη σελίδα, υπήρχε επικολλημένο και νομίμως διαγραμμένο με τη σφραγίδα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ένσημο των 100 δραχμών του ΤΑΧΔΙΚ.
Πέραν τούτου, από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τον εκκαλούντα ως επιδοθέν σ' αυτόν αντίγραφο της εκκαλουμένης, δεν φαίνεται να υπάρχει το ένσημο των 110 δραχμών του ΤΑΧΔΙΚ. Στο σημείο όμως όπου, στο παραδοθέν στο Α.Τ. ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης, υπάρχουν αποτυπωμένα η ύπαρξη του ενσήμου του ΤΑΧΔΙΚ και η σφραγίδα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εδώ [στο επιδοθέν στον εκκαλούντα αντίγραφο της εκκαλουμένης], υπάρχει κόλλα, προφανώς από αποκολληθέν ένσημο του ΤΑΧΔΙΚ, χωρίς να προκύπτει, πώς αποκολλήθηκε το ένσημο αυτό και στο σημείο αυτό δεύτερη σφραγίδα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επιμελώς επιτεθείσα επάνω σε προηγούμενο.
Στο σημείο ακριβώς αυτό, δεν υπήρχε λόγος να τεθεί σφραγίδα του Πρωτοδικείου, εάν πράγματι δεν είχε επικολληθεί εκεί ένσημο. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι το επιδοθέν στον εκκαλούντα την 3.4.2001 ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης, ήταν νομίμως σεσημασμένο με το νόμιμο ένσημο των 100 δραχμών του ΤΑΧΔΙΚ, το αντιθέτως δ' υποστηριζόμενο από τον εκκαλούντα, ότι πάσχει ακυρότητα η επίδοση αυτή, γιατί το επιδοθέν σ' αυτόν αντίγραφο της εκκαλουμένης ήταν παντελώς ασήμαντο, είναι αβάσιμο και απορριπτέο.
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι η κρινόμενη έφεση του εναγομένου, που είναι μόνιμος κάτοικος … [...], κατά της υπ' αριθμ. 7158/2001 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 681 Δ' του ΚΠολΔ, ασκήθηκε εκπρόθεσμα, γιατί κατά τα προαναφερόμενα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως, επιδόθηκε νομίμως στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα την 3η Απριλίου 2001, ενώ, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. 1516/27.4.2001 έκθεση καταθέσεως, η από 23.4.2001 κρινόμενη έφεση, κατατέθηκε ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 27.4.2001., δηλαδή μετά την πάροδο της 15νθήμερης νόμιμης προθεσμίας [βλ άλλωστε και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο υπ' αριθμ. 1750/19.4.2001 πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ότι μέχρι την 18.4.2001 δεν είχε ασκηθεί έφεση κατά της εκκαλουμένης].
Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη". Ήδη, ο αναιρεσείων εκθέτει, όπως εκτιμάται το δικόγραφο της αναίρεσης, ότι: α)η εφεσιβληθείσα με αριθμό 7158/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που αρχικά, του επιδόθηκε, δεν ήταν πλήρης, γιατί από τα δέκα φύλλα της, επιδόθηκαν μόνο τα εννέα, αφού έλειπε το πέμπτο φύλλο.
Όμως: 1)ουδόλως, ούτε ενώπιον του Εφετείου ούτε, μεθυστέρως προσεβλήθη ως πλαστή η προαναφερθείσα έκθεση επιδόσεως 2)εξ άλλου, η έκθεση επιδόσεως, είναι δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ'αυτήν, πως έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του, ανταπόδειξη δε χωρεί μόνο με την προσβολή της ως πλαστής (αρθρ.438 ΚΠολΔ) (ΑΠ 702/2007, ΑΠ 237/2006).
Συνεπώς, εφ'όσον βεβαιώθηκε αρμοδίως η πιο πάνω επίδοση και ουδεμία προσβολή για πλαστότητα υπήρξε, ορθά έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση και ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, συναφώς, αναφέρει, πως υπήρχε, όντως, στην πιο πάνω απόφαση το σχετικό ένσημο, το οποίο αποκολλήθηκε. Ουδόλως, ήδη προσβάλλονται οι πιο πάνω παραδοχές, αλλά επαναλαμβάνεται η έλλειψη του ενσήμου αυτού. Άλλωστε, το αν υπήρχε ή μη ένσημο και η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου, αφορά ουσιαστική κρίση, ανέλεγκτη (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) από το παρόν δικαστήριο.
Συνεπώς και ο πιο πάνω λόγος, κατά το προαναφερθέν σκέλος του, είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Όπως εξάγεται από την προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, αυτή απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη. Έτσι κατ'αρχήν, δεν ιδρύεται από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος (Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 1821/2008). Σε κάθε περίπτωση, όμως: α)υπάρχει εκτενής, σαφής και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, που στηρίζει πλήρως το διατακτικό της, β)ουδόλως ο αναιρεσείων εκθέτει, ως όφειλε, τι έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση και τι δεν περιέλαβε. Άρα, οι με τους δεύτερο και τρίτο λόγο της αναίρεσης προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αρ.10, 19 και 20 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αβάσιμες. Άλλωστε, ουδόλως αναφέρεται, ούτε συγκεκριμενοποιείται με τους πιο πάνω λόγους, γιατί υπήρξε και κατά ποίο τρόπο έλαβε χώρα, η παραβίαση του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ. Κατά ταύτα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2002 αίτηση του Χ. Σ. κατά της 1454/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ