Supreme Court dismisses appeal on service of process defect, ruling summons to cohabitant valid.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the second instance judgment, which had previously rejected the appellant's appeal on grounds of default judgment. The appellant argued that service of the appeal was invalid because the document was delivered to a cohabitant without proper proof of her residence or the existence of a cohabitant. The court found the service valid based on the court officer's report and the appellant's prior unsuccessful attempt to challenge the default judgment. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolDik; Art. 128 para. 1, 2, 3 KPolDik; Art. 559 no. 6 KPolDik: The Supreme Court examines ex officio the legality of summons if the respondent does not appear, and service to a cohabitant is valid if the recipient is a servant or cohabitant living together, unless proven otherwise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 702 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 702/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Συνοίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4658/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 496/2002 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας από την ήδη αναιρεσείουσα και εκδόθηκε η 6635/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα και εκδόθηκε η 237/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση για αναίρεση της 6635/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η ίδια ως άνω αναιρεσείουσα ζητά με την από 21-1-2005 νέα αίτηση της την αναίρεση της αρχικής εφετειακής απόφασης 496/2002. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 18-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 του 2 ΚΠολΔικ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ΄ αριθ. .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, στην αναιρεσείουσα .....
Επομένως, εφ΄ όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ.1, 2 και 3 του ΚΠολΔικ, αν ο παραλήπτης του εγγράφου δε βρίσκεται στην κατοικία του το έγγραφο παραδίδεται σε ένα από τους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του.
Ως κατοικία θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, ακόμη και αν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, ενώ την ιδιότητα του υπηρέτη έχει αναμφιβόλως και ο οικιακός βοηθός του παραλήπτη, προς τον οποίο έτσι έγκυρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από το δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του, υπό την προϋπόθεση ότι ο οικιακός βοηθός συνοικεί μαζί με τον παραλήπτη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔικ η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Τα περιστατικά αντίθετα που βεβαιώνονται σ' αυτήν, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπηρέτης του παραλήπτη και συνοικεί μαζί του, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους.
Εξ άλλου περί της συνδρομής των ελαττωμάτων, εκ των οποίων στοιχειοθετείται η παράβαση των περί επιδόσεως διατάξεων, που ιδρύει τον κατ' άρθρο 559 αριθ.6 ΚΠολΔικ λόγον αναιρέσεως, αποφαίνεται ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζοντας την νομιμότητα της επιδόσεως που έγινε, όχι μόνο από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτή, αλλά και από άλλα στοιχεία που προσάγονται αμέσως κατά προαπόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, κατ΄ ορθή εκτίμηση μόνο η από το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔικ αιτίαση, ότι η αναιρεσείουσα παρά το νόμο δικάσθηκε ερήμην δια της προσβαλλομένης απόφασης, που απέρριψε λόγω της ερημοδικίας της την από 12-6-2001 έφεσή της κατά της 4658/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Τούτο δε διότι ήταν άκυρη η ερημοδικία της, αφού ουδέποτε της κοινοποιήθηκε επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω έφεσης τής με κλήση για συζήτηση στην δικάσιμο στην οποία εκδικάσθηκε ερήμην της. Κατά την βεβαίωση της προσβαλλόμενης (496/2002) απόφασης η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης αυτής, από την υπ' αριθμ. ....
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κλήθηκε για τη συζήτηση της εφέσεώς της νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 128 παρ.1 και 3 ΚΠολΔικ. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, στην πιο πάνω έκθεση επίδοσης βεβαιώνεται ότι λόγω μη ανεύρεσης της εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας, στην επί της οδού ....
κατοικία της, το έγγραφο, δηλαδή αντίγραφο της έφεσης με την κάτω απ' αυτή κλήση, παραδόθηκε στην σύνοικο οικιακή βοηθό της ονόματι ..... Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η επίδοση αυτή ήταν παράνομη γιατί "δεν είχε κάποια σύνοικο οικιακή βοηθό με οποιοδήποτε ονοματεπώνυμο" δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα στοιχεία.
Αντίθετα προκύπτει ότι η από 7-10-2002 ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 496/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό ακυρότητας της ερημοδικίας της, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 6635/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθμ. 237/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση.
Συνακόλουθα ο παραπάνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2005 αίτηση της ..... για αναίρεση της 496/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ