Supreme Court dismisses appeal for inadmissible arguments regarding evidence evaluation and vague legal violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final decision on property ownership. The appellant argued the lower court erred in fact-finding regarding a stone wall and road access, claiming these were material facts ignored by the trial court. The court ruled these points were merely arguments and conclusions derived from evidence evaluation, which the Supreme Court cannot review under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Furthermore, the appeal's second ground was deemed vague and inadmissible for failing to cite specific substantive law rules. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review the trial court's evaluation of evidence or facts; appeals based on such evaluations are inadmissible, and vague grounds citing substantive law without specificity are rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 630 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 630/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαχρήστο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Μαγγιώρου, και κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βάλτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2019 μη οριστική, 96/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14.12.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 96/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την με αριθμό 123/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βάλτου και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτή ως ουσία αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά μεν την παρ.1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ..
Η κρίση δε του δικαστηρίου περί των ανωτέρω δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 (ή του αντίστοιχου άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, εφόσον η προσβαλλόμενη, όπως εν προκειμένω, είναι απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο), αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 851/2021, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 667/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ του άρθρου 560 αρ. 5 και 6 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο, αρκέστηκε στη διαταχθείσα με τη μη οριστική απόφασή του από 20.1.2021 πραγματογνωμοσύνη, που διενεργήθηκε από τη μηχανικό Σ.
Κ. και απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες το υποβληθέν με τις προτάσεις αίτημά του για διενέργεια συμπληρωματικής ή νέας πραγματογνωμοσύνης, καθόσον η άνω πραγματογνώμονας εις ουδέν εκ των ερωτημάτων - ζητημάτων της ταχθείσας σ' αυτήν πραγματογνωμοσύνης απάντησε. Ο λόγος αυτός και ως προς τα δύο σκέλη του α) της πλημμέλειας εκ της διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, επειδή η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αίτημα του αναιρεσείοντος και β) της πλημμέλειας εκ της διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, επειδή η προσβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία στην απόρριψη του αιτήματός του για διεξαγωγή συμπληρωματικής ή νέας πραγματογνωμοσύνης, είναι απαράδεκτος.
Και τούτο διότι η αίτηση του αναιρεσείοντος περί διεξαγωγής συμπληρωματικής ή νέας πραγματογνωμοσύνης δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη και απέρριψε ρητά, με σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, το εν λόγω αίτημα του αναιρεσείοντος, η δε ζητούμενη πραγματογνωμοσύνη, εφόσον κατά τις παραδοχές του Μονομελούς Πρωτοδικείου απαιτούνται ειδικές και όχι ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης, δεν είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο και εναπόκειται η διενέργειά της στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1199/2018).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20. (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) ότι ο επίδικος και περιγραφόμενος πέτρινος μανδρότοιχος χρονολογείται από το έτος 1996 και δεν χτίστηκε περί τα έτη 1979-1980, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη, β) τον ισχυρισμό του ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος διήρχετο κατά παράκλησή του από το νότιο τμήμα του ακινήτου του, έχοντας την προφορική δέσμευσή του ότι, όταν ανοίξει ο δρόμος ανατολικά των ακινήτων τους, θα παύσει να διέρχεται από την ιδιοκτησία του και θα απομακρύνει - καθαιρέσει τις εντός αυτής υφιστάμενες κατασκευές του και γ) ότι ο τσιμεντένιος δρόμος που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη, δεν ανοίχτηκε το έτος 1980 αλλά προς το έτος 1985 και μετά, όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες, άλλως, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς του και την αγωγή του περί ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι τα ως επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, εκ του αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι πρωτίστως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.
Στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση των άνω πλημμελειών, εκ των αριθ. 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει ουσιαστικά την προσβαλλόμενη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.12.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 96/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ