Legislator Case Law & Legislation
628/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against municipal court decision due to failure to substantiate evidence arguments.

Case Number 628/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeals in Ioannina. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific court decision regarding the appellant's acquittal for illegal occupation of public property. The court rejected this claim because the appellant did not specify which evidentiary means were submitted or how they were presented to the lower court. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for lack of detail and unsubstantiated, resulting in the appellant's liability for the municipality's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 11 gamma of the Code of Civil Procedure; An appeal argument alleging non-consideration of evidence is inadmissible if the appellant fails to specify the evidentiary means, their content, and their legal admissibility, rendering the argument baseless due to lack of substantiation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence substantiation inadmissible appeal failure to specify evidence legal costs liability procedural defect court decision review

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559 no. 11 gamma of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 628 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 628/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα- Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Χ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Ιωαννιτών", που εδρεύει στα Ιωάννινα, (Πλατεία Ανδρέα Παπανδρέου αρ. 6) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φρίξο Γεραλή, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 572/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 09-06-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 46/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την από 20-10-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 572/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε δεχθεί και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 04-04-2012 διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να επέρχονται δυσμενείς (και όχι απαραίτητα αφόρητες ή δυσβάστακτες) για τα συμφέροντα του υπόχρεου οφειλέτη επιπτώσεις (Ολ. ΑΠ 33/2005, Ολ. ΑΠ 7/2002, Ολ. ΑΠ 8/2001). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ 8 περ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ολΑΠ 11/1996). Εξάλλου, όταν η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί 'πράγμα' που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 β ΚΠολΔ, και επομένως, η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 238/2023, 1932/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση που πρόβαλε ο αναιρεσείων για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής, ως προς το αίτημα του αναιρεσίβλητου για αναγνώριση της κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο και απόδοσή του σε αυτόν, δέχθηκε τα ακόλουθα:.... "Ακόμη ο εναγόμενος ισχυρίστηκε (επικουρικά) παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμό τον οποίο νόμιμα επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ότι ο ενάγων καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμα του επικαλούμενος για τη θεμελίωσή του ότι από το έτος 1934 μέχρι το 2017 τόσο οι δικαιοπάροχοι του μέχρι το 1974 όσο και ο ίδιος από το 1974 και εφεξής νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο, χωρίς ποτέ ο ενάγων να διαμαρτυρηθεί, μάλιστα ο ίδιος κατέβαλε κανονικά το Τ.Α.Π στον ενάγοντα ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου και έτσι του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να προβάλλει το δικαίωμα του σε αυτό.

Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγομένου νεμόταν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1934 και μετέπειτα, οι δε πράξεις νομής που αυτός ισχυρίζεται ότι ενεργούσε στο επίδικο μετά το 1974 και η καταβολή από αυτόν του ΤΑΠ για το επίδικο, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του επίδικου δικαιώματος, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη με αριθμό III νομική σκέψη της παρούσης, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι ο ενάγων μόλις έλαβε γνώση, κατόπιν αυτοψίας, της καταπάτησης από τον εναγόμενο του επίδικου ακινήτου με το υπ' αριθμ. ...

έγγραφό του αντέδρασε και άσκησε την κρινόμενη αγωγή. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο σχετικός τελευταίος λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.".....Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη του τα πραγματικά περιστατικά, που αυτός επικαλέσθηκε για τη θεμελίωση της, δηλαδή ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί του εγκαταστάθηκαν στο επίδικο χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν, έτσι ώστε δημιουργήθηκε εύλογα σε αυτούς η πεποίθηση περί ανυπαρξίας οποιουδήποτε δικαιώματος του ενάγοντος, η δε επιχειρούμενη ανατροπή της εν λόγω, επί σχεδόν ένα αιώνα, παγιωμένης κατάστασης θα του επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις και θα του προκαλέσει ζημία.

Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της προαναφερθείσας ένστασής του, πλην όμως τα απέρριψε.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 910/2019, 293/2016, 160/2011, 1037/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την υπ' αριθμ. 510/2020 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων, με την οποία ο αναιρεσείων αθωώθηκε για παράνομη κατάληψη και διακατοχή του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων, δεν αναφέρει για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου, ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού προσκομίστηκε το έγγραφο αυτό, ούτε επίσης αναφέρει το νόμιμο τρόπο που αυτό προσκομίστηκε στο Δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση όμως ο παραπάνω λόγος ελέγχεται ως αβάσιμος διότι ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή του προσκόμισης του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτού, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και η βασιμότητα του λόγου αυτού αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως έως 50% των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρο 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Περί κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα είτε σε βάρος είτε υπέρ των Ο.Τ.Α.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (ΑΠ 10/2022, ΑΠ 455/2022, ΑΠ 927/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 09-06-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ