Legislator Case Law & Legislation
609/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and intervenor's participation in construction permit dispute over stair repairs.

Case Number 609/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Foundation's appeal against the Court of Appeal's decision regarding construction permits and dismissed the Municipality of Andros's supplementary intervention. The Foundation argued the lower court erred by considering unsubmitted plans and failed to address specific cost claims for stair repairs, while the Municipality sought to support the appellant. The court found the appeal arguments baseless because the lower court correctly relied on submitted documents and the unsubmitted plans were irrelevant to the final ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 80 of the Code of Civil Procedure; An intervenor must have a legal interest threatened by the finality or enforceability of the judgment, and an appeal based on unsubmitted evidence is inadmissible if that evidence does not directly impact the operative part of the decision.

Keywords

AI generated
supplementary intervention legal interest requirement unsubmitted evidence appeal admissibility construction permits civil procedure code cost allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, sub-paragraph b of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 235, 346, and 453 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
1190/82
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 609 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 609/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΒΑΣΙΛΗ & ΕΛΙΖΑΣ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σάββα Ενωτιάδη και Αριστείδη Αγγελάκο.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ξανθό.

Του προσθέτως Παρεμβάντος: Πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Άνδρου", που αποτελεί ΝΠΔΔ και εδρεύει στη Χώρα Άνδρου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεόντιο Σφαιρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 184/2003 μη οριστική, 93/2010 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-6-2010 αίτησή του και με τους από 29-9-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατ' αποδοχή του έκτου λόγου του κυρίου δικογράφου της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. -Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ κατά την οποία αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτο ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, από τη παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως.

Πρέπει όμως αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της. Στην προκειμένη υπόθεση, η οποία αφορά αρνητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, η οποία έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Δήμος Άνδρου, με το από 17-8-2011 δικόγραφό του, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος.

Ως έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρεμβάσεως επικαλείται το γεγονός ότι "η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως θα έχει ως άμεση συνέπεια τη διακοπή της λειτουργίας του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (του αναιρεσείοντος), με δυσμενείς συνέπειες για την πολιτιστική, πνευματική και κοινωνικοοικονομική ζωή των κατοίκων του Δήμου".

Όμως, αυτά που επικαλείται ο προσθέτως παρεμβαίνων Δήμος Άνδρου δεν συγκροτούν δικό του έννομο συμφέρον για την άσκηση παρεμβάσεως, αφού η τυχόν έκδοση αρνητικής για το αναιρεσείον ίδρυμα αποφάσεως δεν πρόκειται να θίξει δικαίωμα και να επηρεάσει κατά οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο τη θέση του παρεμβαίνοντος.

Συνεπώς, η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

2.- Επειδή, επί αρνητικής αγωγής, όπως και στην αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου καθώς και στη διεκδικητική αγωγή, που στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ακινήτου, ο καθορισμός των θεμελιωτικών στοιχείων του δικαιώματος, που επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 216, ΚΠολΔ., πληρούνται με την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου, της μεταγραφής του και της αναφοράς ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος ήταν κύριος.

Ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και των πριν από αυτόν κτητόρων του ακινήτου, πρέπει, για το ορισμένο της αγωγής, να καθορίσει ο ενάγων, είτε με την αγωγή, καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζητήσεως της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της τελευταίας (άρθρο 224 ΚΠολΔ), και τον τρόπο κτήσεως από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου μέχρις εκείνου που απέκτησε το δικαίωμα κατά τρόπο πρωτότυπο, τον οποίο αποτελεί και ο με χρησικτησία.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, εκείνη δηλαδή που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από τους αριθμούς 8 και 14 του ιδίου άρθρου.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, με την απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου από 2-6-1999 αγωγή του, ότι δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, .../1999 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Άνδρου Αναστασίου Δημητρίου, κατέστη κύριος του περιγραφομένου ακινήτου, κειμένου εντός της πόλεως Άνδρου, το οποίο είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο μητέρα του Μ.

συζ. Ε. Π. κατά την ψιλή κυριότητα με αγορά από την Ά. χήρα Ε. Κ. δια του .../1975 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άνδρου Δημητρίου Μήτρου σε συνδυασμό με την .../1979 πράξη εξοφλήσεως υπολοίπου τιμήματος του συμβολαιογράφου Άνδρου Αναστασίου Δημητρίου, που μεταγράφηκαν νομίμως, και κατά την επικαρπία από του θανάτου, κατά το έτος 1990 της επικαρπώτριας (Ά.

χήρας Ε. Κ.), στην τελευταία δε το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, .../1924 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Άνδρου Νικολάου Δαπόντε, λόγω προίκας που συστήθηκε από τον πατέρα της προς τον σύζυγο της και η οποία επέστρεψε σ' αυτήν μετά τον θάνατο του συζύγου της. Στη συνέχεια ο ενάγων ισχυρίστηκε, ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ίδρυμα, που είναι ιδιοκτήτης ομόρου ακινήτου, προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή διαταρακτικές της κυριότητας του πράξεις επί του προσδιοριζόμενου τμήματος (κλίμακας) του ακινήτου του.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητα του επί του ακινήτου αυτού και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να άρει κάθε ενεστώσα προσβολή της κυριότητας του επ' αυτού και να παραλείπει κάθε άλλη στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής. Το εναγόμενο, όπως προκύπτει από τις 30-3-2001 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αποκρούοντας την ένδικη αγωγή, ισχυρίσθηκε ότι η επίδικη κλίμακα που βρίσκεται μεταξύ της ιδιοκτησίας του και εκείνης του αντιδίκου του και επί της οποίας ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα οι διαταρακτικές της κυριότητας του πράξεις αποτελεί από αμνημονεύτου χρόνου κοινόχρηστη κλίμακα.

Δεν καθόρισε, όμως, το νόμιμο τρόπο, με τον οποίο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου (κλιμακωτού) δημοτικού δρόμου, ούτε μπορεί να εκτιμηθεί ότι επικαλείται την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα που προβλεπόταν από τη διάταξη του προϊσχύσαντος β.ρ. δικαίου ν.3§2 Πανδ. 43-7, αφού το εναγόμενο δεν προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.ΑΚ, ότι πριν από την εισαγωγή του ΑΚ. (23-2-1946) είχαν ολοκληρωθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του θεσμού αυτού, δηλαδή δύο κατά συνέχεια γενεές, επί συνεχές συνολικό διάστημα 80 ετών, να γνώρισαν τη χρήση του πράγματος, δηλαδή του δρόμου, ως κοινοχρήστου.

Εκείνο που ουσιαστικώς προβάλλει το εναγόμενο είναι, ότι ο αντίδικος του και οι δικαιοπάροχοι του για μεγάλο χρόνο άφησαν το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση. Ο κύριος, όμως, ακινήτου, ο οποίος προόρισε αυτό να καταστεί κοινόχρηστο ή αναγνώρισε την ιδιότητα του ως κοινοχρήστου, χωρίς όμως να προβεί στην περί τούτου δήλωση με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο να μεταγραφεί νομίμως, δεν θεωρείται ότι έχει απολέσει την κυριότητα επ' αυτού και, συνεπώς, κατ' αρχήν δικαιούται σε άσκηση κάθε εξουσίας που απορρέει από το δικαίωμα αυτό.

Μακροχρόνια όμως κοινή χρήση του ακινήτου με την ανοχή ή, πολύ περισσότερο, κατ' επιθυμία του κυρίου, μπορεί ν' αντιταχθεί κατ' αυτού, δυνάμει του άρθρου 281 ΑΚ, με την ένσταση του γενικού δόλου (exceptio doli generalis) και να επιτευχθεί έτσι εμμέσως ο χαρακτηρισμός του ακινήτου ως κοινοχρήστου, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής του ιδιοκτήτη, με την οποία αυτός επιδιώκει την άσκηση του από την κυριότητα του απορρέοντος δικαιώματος.

Την άνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος προέβαλε, κατά τη συνολική εκτίμηση των πρωτοβαθμίων προτάσεων του, και το εναγόμενο, εναντίον του ενάγοντος κυρίου του πράγματος, θεμελιώνοντας μάλιστα αυτή και σε άλλα, πλην των ανωτέρω, περιστατικά, κατά τα ειδικότερα παρακάτω εκτιθέμενα. Επομένως, το εναγόμενο δεν αμφισβήτησε την κυριότητα της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο και, συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αγωγής, να καθορισθεί (με τις προτάσεις του ενάγοντος) και ο πρωτότυπος τρόπος (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) με την οποία η δικαιοπάροχος του έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου.

Ενόψει των ανωτέρω η ένδικη αγωγή δεν έπασχε, από (επιγενόμενη) νομική ή ποσοτική αοριστία και το Εφετείο, που έκρινε, με την 184/2003 προδικαστική απόφαση του, ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 1033, 1509, 1192, 1108 ΑΚ, σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αλλ' ούτε και σ' αυτήν του αριθ. 14 του ίδιου άρθρου.

Επομένως, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τους αριθ.1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αρνητική κυριότητας αγωγή ως αόριστη, δεδομένου ότι, παρά την εκ μέρους του άρνηση της κυριότητας του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, ο τελευταίος δεν προέβη στην, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της έως ότου φθάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, είναι αβάσιμος.

3.- Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1000 και 1001 εδ. α' ΑΚ ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ' αρέσκειαν και να αποκρούει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ' αυτό, η δε κυριότητα πάνω σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.

Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.

Ακόμη, ο κύριος μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητας του στο επίδικο, όταν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτά και αναγνωριστική αγωγή δικαιώματος κυριότητας του πράγματος. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι κύριος, νομέας και κάτοχος μιας τριώροφης λιθόκτιστης οικίας που βρίσκεται στην πόλη της Άνδρου και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου αυτής, η οποία αποτελείται από ισόγειο, που περιλαμβάνει βοηθητικούς χώρους επιφάνειας 10 τ.μ., από πρώτο όροφο εμβαδού 25 τ.μ.

που αποτελείται από ένα κύριο δωμάτιο, μαγειρείο και λοιπούς βοηθητικούς χώρους και από δεύτερο όροφο εμβαδού 25 τ.μ., ο οποίος απαρτίζεται από τρία (3) κύρια δωμάτια. Το οικόπεδο έχει εμβαδόν βάσεως 50 τ.μ. και συνορεύει ολόγυρα με οικία Γ. Ζ. (ανατολικώς), με ιδιοκτησία του εναγομένου Ιδρύματος (δυτικώς και μεσημβρινώς), με οδό που οδηγεί προς την Αγία Θαλασσινή και επάνω με οικία Α.

Λ. (αρκτικώς). Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον ενάγοντα από γονική παροχή της μητέρας του Μ. συζ. Ε. Π. δυνάμει του .../1999 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άνδρου Αναστασίου Φ. Δημητρίου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Άνδρου. Στην προαναφερόμενη δικαιοπάροχο του ενάγοντος το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει, κατά μεν το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας από αγορά που έγινε με το .../1975 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Άνδρου Δημητρίου Ι.

Μήτρου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών, από την Ά. χήρα Ε. Κ., σε συνδυασμό με την.../1979 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος του συμβολαιογράφου Άνδρου Αναστασίου Φ. Δημητρίου, η οποία έχει, επίσης, μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, κατά δε το δικαίωμα της επικαρπίας από του θανάτου της επικαρπώτριας Ά.

χήρας Ε. Κ., που απεβίωσε στις 2.1.1990. Στην τελευταία το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει λόγω προίκας, που συστήθηκε σ' αυτήν από τον πατέρα της προς το σύζυγο της, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, .../1924 προικοσυμφώνου του τότε συμβολαιογράφου Άνδρου Νικολάου Δαπόντε, και η οποία προίκα επιστράφηκε σ αυτήν λόγω θανάτου του συζύγου της.

Κατά τα προαναφερθέντα η ιδιοκτησία του ενάγοντος συνορεύει δυτικώς και σε ένα τμήμα της νότιας πλευράς του ακινήτου του τελευταίου, παραπλεύρως της κλίμακας εισόδου και ανόδου τούτου (ενάγοντος) προς το δεύτερο όροφο της οικίας, με την ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ιδρύματος, στο οποίο στεγάζεται το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Άνδρου, σε πλευρά 3,50 περίπου μέτρων (δυτικά) και 2,50 περίπου μέτρων (προς τμήμα της νότιας πλευράς του).

Το τελευταίο (ίδρυμα) απέκτησε την κυριότητα του ομόρου ακινήτου δυνάμει του .../1972 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άνδρου Παν. Μπαρλά, από αγορά από τους Δ. Σ. Δ., Π. Σ. Δ., Μ. Σ. Δ. και Α. Σ. Δ.. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι κατά τους χειμερινούς μήνες του 1991 το εναγόμενο δια των προστηθεντων υπαλλήλων του και εργατοτεχνικού του προσωπικού προέβη στις κατωτέρω ενέργειες:

α) Στη βόρεια πλευρά του ακινήτου του και σε επαφή με τη γωνία των δύο πλευρών του προς την ιδιοκτησία του ενάγοντος κατασκεύασε σιδερένια εξώθυρα (θύρα κινδύνου) διαστάσεων 0,80 Χ2,20 περίπου μέτρων. Επάνω δε και στο μέσο του εν λόγω ανοίγματος το εναγόμενο τοποθέτησε διαδοχικά σε ύψος 2,60 μ. και 3,80 μ., αντίστοιχα, και σε απόσταση 0,50 μ.

από τη συμβολή των ανωτέρω δύο πλευρών, φωτιστικό της εισόδου και προβολέα που προεξέχουν της αέρινης στήλης του ακινήτου του ενάγοντος κατά 0,10 και 0,30 εκατοστά του μέτρου, αντίστοιχα. Εξάλλου, το εναγόμενο σε ύψος 3 και 3,5 μ. αντίστοιχα και σε απόσταση 0,50 μ. από την εσωτερική βορειοανατολική γωνία της ιδιοκτησίας του, τοποθέτησε:

α) Δύο περσίδες εξαερισμού που προεξέχουν της αέρινης στήλης του ακινήτου του ενάγοντος κατά 0,05 εκατοστά του μέτρου και 2) υδρορροή, στη γωνία των δύο όψεων της ιδιοκτησίας του που εξέχει υπεράνω της αέρινης στήλης του ακινήτου του ενάγοντος κατά τις διαστάσεις της 0,10 Χ 0,10 εκατοστών των μέτρου, η οποία συλλέγει τα νερά της ταράτσας του Μουσείου και τα διοχετεύει στα σκαλοπάτια της εισόδου της οικίας του ενάγοντος, Επίσης από τότε το προσωπικό του ιδρύματος χρησιμοποιεί, κατά του θερινούς μήνες λειτουργίας και κάθε έτος, την κλίμακα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, καθώς και τη θύρα εισόδου του από την Αγία Θαλασσινή, για να εισέρχεται και να εξέρχεται καθώς και για τη μεταφορά των εκθεμάτων.

Για τις ανωτέρω επεμβάσεις του εναγομένου στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, η προαναφερόμενη άμεση δικαιοπάροχος αυτού διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένως, προφορικώς και εγγράφως, προς τους εκπροσώπους του εναγομένου. Οι ανωτέρω ενέργειες του εναγομένου σε βάρος της ιδιοκτησίας του ενάγοντος είναι αυθαίρετες και παράνομες.

Και αυτό γιατί η ανωτέρω κλίμακα (επίδικο) έχει μήκος 3,90 μέτρα και μέσο πλάτος ενός περίπου μέτρου και περιλαμβάνεται ολόκληρη σαφώς εντός της ιδιοκτησίας του ενάγοντος και αποτελεί μέρος του ακινήτου που αναφέρεται στους τίτλους κτήσεως (στο .../16-3-1999 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Άνδρου Αναστασίου Φ.

Δημητρίου, στο .../27-9-1975 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άνδρου Δημητρίου Ι. Μήτρου, στο .../21-1-1924 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Άνδρου Νικολάου Ι. Δαπόντε, καθώς και στο .../10-8-1889 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άνδρου Νικολάου Σ. Καμπάνη), και συνορεύει με την ιδιοκτησία του εναγομένου Ιδρύματος, πρώην ιδιοκτησίας Β.

Γ., πρώην ιδιοκτησίας Σ. Δ. και παλαιότερα ιδιοκτησίας Β. Μ., δηλαδή με τα "Μαλαξούδικα", που αναφέρει ο τίτλος κτήσης του Ιδρύματος. Μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών δεν παρεμβάλλεται δημοσία οδός, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, παρά μόνο η επίδικη σκάλα, η οποία συνεχίζει κατ' ολίγον προς Ανατολάς και κατόπιν προς Νότο, ως ιδιωτική σκάλα των οικιών έμπροσθεν και σε επαφή από τις οποίες διέρχεται, δηλαδή των οικιών Π.

και Λ., η οποία στην αρχή της με την οδό προς Αγία Θαλασσινή και στο τελείωμα της στην οδό Αριστοτέλους, με τις οποίες επικοινωνεί, φέρει δύο σιδερένιες πόρτες παλαιάς κατασκευής. Στην φωτογραφία του έτους 1955 από το Λεύκωμα Φωτογραφιών του Ανδρέα Εμπειρίκου, διακρίνεται αριστερά, η ύπαρξη όρθιου σίδερου για το κλείσιμο του σύρτη της πόρτας στην οδό προς Αγία Θαλασσινή.

Μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών και της σκάλας της ιδιοκτησίας Π.-Λ. προς την οδό Αριστοτέλους, υπάρχει θεμέλιο, το οποίο είναι αδιέξοδο στην νότια απόληξη και το οποίο λόγω του προορισμού του και της θέσης του, αφέθηκε για να εξυπηρετεί τον επαρκή φωτισμό και αερισμό του ισογείου της οικίας Π. και την αποφυγή υγρασίας, όπου υπάρχει η είσοδος και παράθυρο του ισογείου ορόφου αυτής, ενώ δεν διαπιστώθηκαν ανοίγματα στον εξωτερικό τοίχο του Ιδρύματος Γουλανδρή που βλέπει στο θεμέλιο.

Σύμφωνα με τα από 20.2.2002 και από Αυγούστου 1984 τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού Ι. Κ. και της εταιρίας συμβούλων με την επωνυμία "ΦΡΑΝΚΟ", αντίστοιχα, των δύο ομόρων ιδιοκτησιών, ολόκληρο το θεμέλιο αυτό τοποθετείται εντός της ιδιοκτησίας Π. και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ή απετέλεσε ποτέ δημοσία οδό.

Στην από του έτους 1955 φωτογραφία του Λευκώματος Φωτογραφιών του Ανδρέα Εμπειρίκου, και στην πλευρά που έχει γίνει η εξωτερική θύρα του Ιδρύματος στην επίδικη σκάλα, δεν υπάρχει αντίστοιχη θύρα, παρά μόνο ένα μικρό παράθυρο παρά την γωνία του τοίχου. Εξάλλου, κατά τον ισχύοντα Γ.Ο.Κ. και τον Κτιριοδομικό Κανονισμό, σε περιοχές που ευρίσκονται εντός οικισμού και Σχεδίων Πόλεως, όπως στην συγκεκριμένη περιοχή, δεν επιτρέπεται η διοχέτευση ομβρίων υδάτων από την ιδιοκτησία του Ιδρύματος προς την ιδιοκτησία Π., όπως γίνεται με την υδρορροή που υπάρχει στην γωνία, της επίδικης σκάλας, αλλά πρέπει να παροχετεύονται προς τον δημόσιο δρόμο.

Η θύρα κινδύνου που έχει ανοιχθεί στην επίδικη σκάλα και προς την ιδιοκτησία Π., δεν προβλέπεται στις όψεις της Πολεοδομικής αδείας του Ιδρύματος (σχετ. η υπ' αριθμ. 17/31.1.1985 άδεια οικοδομής της Νομαρχίας Κυκλάδων). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι προαναφερόμενες ενέργειες του εναγομένου Ιδρύματος σε βάρος της ιδιοκτησίας του ενάγοντος συνιστούν παράνομη διατάραξη του δικαιώματος κυριότητας αυτού.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντος επί του ανωτέρω ακινήτου, υποχρέωσε τους προστηθέντες και εκπροσώπους του εναγομένου να παύσουν να διέρχονται μέσω της εξωτερικής θύρας εισόδου του άνω ακινήτου του ενάγοντος και στη συνέχεια δια της ανωτέρω κλίμακας του, και, τέλος, υποχρέωσε το εναγόμενο:

α) να κλείσει το ως άνω άνοιγμα και τη σιδερένια θύρα εισόδου και β) να αφαιρέσει επάνω από το άνοιγμα αυτό τον προβολέα, το φωτιστικό, τις περσίδες εξαερισμού και την υδρορροή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της κυριότητας του ενάγοντος (και) επί του επιδίκου ακινήτου επί του οποίου το αναιρεσείον προέβη, δια των οργάνων του, στις πιο πάνω διαταρακτικές της κυριότητας ενέργειες, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Αντίφαση δεν δημιουργείται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η επίδικη σκάλα ανήκει αποκλειστικά στην ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου με εκείνη (παραδοχή), ότι προβλεπόταν στο ακίνητο του αναιρεσείοντος η ύπαρξη παραθύρου προς την επίδικη σκάλα, αφού κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι αν η επίδικη κλίμακα (μήκους 3,90 μέτρα και πλάτους ενός περίπου μέτρου) περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεως της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου και το αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα τούτου είναι σαφές και χωρίς αντιφάσεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.

4.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος, από περιστατικά που εκτίθενται εκ περισσού, έστω και εάν αυτά δεν αναφέρονται στους αγωγικούς ισχυρισμούς, όπως, επίσης, δεν συνιστά τον προκείμενο λόγο η λήψη υπόψη περιστατικών διευκρινιστικών, που προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, από τον αριθ.8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, μέμφεται το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί ότι "μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών και της (επίδικης) σκάλας της ιδιοκτησίας Π.-Λ.

υπάρχει θεμέλιο, το οποίο είναι αδιέξοδο στην νότια απόληξη και το οποίο λόγω του προορισμού του και της θέσης του, αφέθηκε για να εξυπηρετεί τον επαρκή φωτισμό και αερισμό του ισογείου της οικίας Π.... το θεμέλιο αυτό τοποθετείται εντός της ιδιοκτησίας Π. και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ή απετέλεσε ποτέ δημοσία οδό", παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε παραδεκτά από τον ενάγοντα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον τα περιστατικά που περιέχονται στην ως άνω φράση, η οποία, κατά τρόπο αποσπασματικό, απομονώνεται από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν θεμελιωτικά της ένδικης αγωγής, στην οποία, όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, το επίδικο επί του οποίου διενεργήθηκαν οι διαταρακτικές της κυριότητος του αναιρεσιβλήτου πράξεις εκ μέρους των οργάνων του αναιρεσείοντος εντοπίζεται στην ανωτέρω (έχουσα μήκους 3,90 και μέσο πλάτος ενός περίπου μέτρων) κλίμακα, αλλά αναφέρθηκαν εκ περισσού, ως προκύπτοντα από τις αποδείξεις, προς αντίκρουση σχετικού ισχυρισμού που προέβαλε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του στο Εφετείο και συγκεκριμένα του ισχυρισμού του, ότι "το θεμέλιο" που αναφέρεται στο προαναφερθέν .../1924 προικοσύμφωνο συμβόλαιο, ως διαχωριστικό των ιδιοκτησιών των διαδίκων, δεν περιλαμβάνεται στον εν λόγω τίτλο του, και ως εκ τούτου δεν συνιστούν "πράγματα" μη προταθέντα, η λήψη των οποίων να ιδρύει τον από τον αριθ. 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως. 5.- Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ.

β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, λόγου αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο παρά το νόμο να μη διέταξε αποδείξεις για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται, όπως και στον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα από την εκτίμηση αποδείξεων.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, από το αρθρ. 559 αριθ. 10 περ. β' ΚΠολΔ, (όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001), αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δέχθηκε ότι "μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών και της σκάλας της ιδιοκτησίας Π.-Λ... υπάρχει θεμέλιο,...ολόκληρο το θεμέλιο αυτό τοποθετείται εντός της ιδιοκτησίας Π.", χωρίς να διατάξει αποδείξεις για το κρίσιμο αυτό περιστατικό.

Επίσης, με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, το αναιρεσείον, επικαλούμενο την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δέχθηκε ότι "... Η θύρα κινδύνου που έχει ανοιχθεί στην επίδικη σκάλα και προς την ιδιοκτησία Π., δεν προβλέπεται στις όψεις της Πολεοδομικής αδείας του Ιδρύματος (σχετ.

η υπ' αριθ. 17/31.1.1985 άδεια οικοδομής της Νομαρχίας Κυκλάδων) ...", χωρίς να διατάξει αποδείξεις. Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι τα ανωτέρω περιστατικά, για τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας δεν έταξε αποδείξεις, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά τα αμέσως πιο πάνω εκτεθέντα, δεδομένου ότι κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω ήταν αν η επίδικη κλίμακα (και όχι το θεμέλιο) περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας του ενάγοντος, ενώ το αν η ως άνω θύρα κινδύνου, που έχει ανοιχθεί στην επίδικη κλίμακα, προβλέπεται ή όχι στις όψεις της πολεοδομικής άδειας του αναιρεσείοντος δεν ασκεί έννομη επιρροή.

6.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης από τον αναιρεσίβλητο φωτογραφίας του έτους 1955 από το Λεύκωμα Φωτογραφιών του Ανδρέα Εμπειρίκου και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι στην εν λόγω φωτογραφία "διακρίνεται αριστερά, η ύπαρξη όρθιου σίδερου για το κλείσιμο του σύρτη της πόρτας στην οδό προς Αγία Θαλασσινή", ενώ τέτοιο σίδερο δεν απεικονίζεται στη φωτογραφία.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση, ότι η επίδικη κλίμακα είναι ιδιωτική και περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και των ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον συμβολαιογράφου, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και η προαναφερθείσα φωτογραφία, χωρίς να στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμα του σ' αυτήν (φωτογραφία).

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

7.- Επειδή, ο από το ως άνω άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το περιστατικό που δέχθηκε ήταν κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον. με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί ότι "... Η θύρα κινδύνου που έχει ανοιχθεί στην επίδικη σκάλα και προς την ιδιοκτησία Π., δεν προβλέπεται στις όψεις της Πολεοδομικής αδείας του Ιδρύματος (σχετ. η υπ' αριθ. 17/31.1.1985 άδεια οικοδομής της Νομαρχίας Κυκλάδων) ...", παραμόρφωσε την εν λόγω οικοδομική άδεια, αφού στο τοπογραφικό σκαρίφημα αυτής δεν αποτυπώνονται οι όψεις της οικοδομής. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, διότι το περιστατικό που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι η θύρα κινδύνου δεν προβλέπεται στις όψεις της πολεοδομικής άδειας του αναιρεσείοντος δεν ήταν κρίσιμο για τη διάγνωση της επίδικης διαφοράς.

8.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική, στην καθαρεύουσα, διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί κανένα λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, κατά το δεύτερο (επικουρικό) μέρος του, που με αυτόν το αναιρεσείον, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη, σχετικά με την επίμαχη φωτογραφία για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη "του όρθιου σίδερου για το κλείσιμο του σύρτη της πόρτας στην οδό προς Αγία Θαλασσινή", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι για το εν λόγω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

9.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεως του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, αναφορικά με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που πρότεινε το αναιρεσείον, τα ακόλουθα: "Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκαν περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι ο ενάγων άφησε το επίδικο εκτεθειμένο για πολύ χρόνο στην κοινή χρήση και ότι η εναντίωσή του στη διέλευση από αυτό του εναγομένου, παρίσταται καταχρηστική.

Εξάλλου, για την τοποθέτηση από το εναγόμενο των ανωτέρω περσίδων εξαερισμού, φωτιστικού, του ραντάρ του συστήματος ασφαλείας του Μουσείου και της υδρορροής, η δικαιοπάροχος του ενάγοντος όσο και ο τελευταίος είχαν επανειλημμένως διαμαρτυρηθεί προς το εναγόμενο. Ας σημειωθεί εδώ ότι η ανωτέρω θύρα που κατασκευάστηκε στην επίδικη σκάλα μπορεί να ανοιχθεί, χωρίς παρεμπόδιση της λειτουργικότητας του Μουσείου, είτε ' στον εξωτερικό τοίχο που βλέπει στην οδό προς Αγία Θαλασσινή, είτε προς την άλλη δημόσια οδό που οδηγεί προς την πλατεία Κάιρη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, με την εσφαλμένη μη εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενώ δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της απορρίψεως της ενστάσεως αυτής διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός αντίθετος πέμπτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

10.- Επειδή, με τον από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ελέγχεται, εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπακούεται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος προτάσεως, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματος τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, ούτε εξάλλου και το λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της αποφάσεως του. Επομένως, ο πέμπτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι παρέλειψε "να αναλύσει την αληθινή έννοια του κανόνος δικαίου που εμπεριέχεται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ", είναι απαράδεκτος.

11.- Επειδή, από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει, δηλαδή, το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αυτός, αν τα αυτοτελή περιστατικά που δεν λήφθηκαν υπόψη, δεν προτάθηκαν παραδεκτά ή είναι αλυσιτελή και, συνεπώς, δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της (ΟλΑΠ 2/1989).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 30-3-2001 προτάσεις του, πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δια της αγωγής αξιωμένου δικαιώματος, την οποία και επανέφερε, ως εφεσίβλητο, με τις από 19-12-2002 προτάσεις του στο Εφετείο.

Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι η ως άνω επίδικη κλίμακα έχει αφεθεί στην κοινή χρήση επί μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1924 και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής (Ιανουάριος 2000), χρησιμοποιούμενη ελευθέρως από οποιονδήποτε τρίτον, ως δίοδος προσπελάσεως προς υπερκείμενα ακίνητα (Λ., Γ., Π.), από της παραλιακής οδού Αγίας θαλασσινής και προς την άνωθεν αυτής παράλληλη οδό Δημοκρίτου, άλλωστε δε από το έτος 1986, που κτίσθηκε το κτίριο του Μουσείου στο ακίνητο του εναγομένου, υφίσταται τόσον η θύρα, (η οποία είναι αποκλειστικώς και μόνον έξοδος κινδύνου) όσον και οι περσίδες εξαερισμού, το φωτιστικό και το ραντάρ του συστήματος ασφαλείας, χωρίς ποτέ η έκτοτε τελούσα εν γνώσει της ύπαρξης αυτών δικαιοπάροχος μητέρα του ενάγοντος να διατυπώσει κάποιο παράπονο ή να διαμαρτυρηθεί, γεγονός που εύλογα δημιούργησε στο εναγόμενο την πεποίθηση, ότι ουδέποτε θα ανέκυπτε κάποιο πρόβλημα εξαιτίας των εν λόγω κατασκευών, οι οποίες έγιναν υπό τα όμματα αυτής και καμία ενόχληση δεν δημιουργείται από αυτές στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, αλλά, αντιθέτως, όφελος προέκυψε γι' αυτήν, διότι το εναγόμενο με δαπάνες του επισκεύασε και κάλυψε τα σκαλοπάτια της κλίμακας με κεραμικά πλακάκια πολυτελείας (καθώς και τη βεράντα της), κατά το αυτό ως άνω έτος 1986 που κτίσθηκε το Μουσείο, πράγμα που ευχαρίστως αποδέχθηκε η δικαιοπάροχος μητέρα του ενάγοντος, η τοποθέτηση του φωτιστικού και του ραντάρ του συστήματος ασφαλείας του Μουσείου πάνω από τη θύρα κινδύνου παρέχει προστασία και ασφάλεια και στην όμορη ιδιοκτησία του ενάγοντος και δη κατά τη χειμερινή περίοδο που δεν κατοικείται, και δια της υδρορροής παροχετεύονται τα όμβρια ύδατα στον αγωγό των λυμάτων που εκτείνεται κατά μήκος του τοίχου του εναγομένου και της κοινόχρηστης κλίμακας με την οποία συνορεύει, τυχόν δε κλείσιμο της θύρας θα στερήσει το κτίριο από την αναγκαία έξοδο κινδύνου, η οποία επιβάλλεται να υπάρχει και να είναι έτοιμη για λειτουργία, θα προκαλέσει σημαντική βλάβη στη λειτουργία του Μουσείου, που δεν επιτρέπεται και δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς θύρα κινδύνου, και θα καταστήσει ορατή την πιθανότητα σοβαρού ατυχήματος σε περίπτωση κινδύνου, ενώ δεν θα ωφελήσει τον ενάγοντα, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος προσβολής της κυριότητάς του επί του ακινήτου του, ούτε ενοχλείται αυτός από τη σπάνια (δύο-τρεις φορές τον χρόνο) διέλευση των υπαλλήλων του εναγομένου, προκειμένου να μεταφέρουν μέσα στο Μουσείο κάποιο βαρύ έργο τέχνης, η σπάνια δε αυτή χρήση της θύρας κινδύνου γίνεται από το έτος 1986 εν γνώσει του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου μητέρας του, χωρίς ποτέ να προβάλουν καμία διαμαρτυρία.

Για τα ως άνω πραγματικά περιστατικά τάχθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος το οικείο θέμα αποδείξεως με την 184/2003 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος με την προεκτεθείσα αιτιολογία, χωρίς να κάνει αναφορά στα ως άνω πραγματικά περιστατικά τα σχετικά με την επισκευή και κάλυψη των σκαλοπατιών της επίδικης κλίμακας με κεραμικά πλακάκια πολυτελείας, καθώς και της βεράντας, την τοποθέτηση των περσίδων εξαερισμού, φωτιστικού, του ραντάρ του συστήματος ασφαλείας του Μουσείου και της υδρορροής.

Από τα ανωτέρω περιστατικά εκείνα που ανάγονται στις δαπάνες για την επισκευή και κάλυψη των σκαλοπατιών της επίδικης σκάλας και βεράντας με πλακάκια όλως αορίστως προβάλλονται, αφού καμία αναφορά του ύψους της δαπάνης που απαιτήθηκε για κάθε εργασία δεν γίνεται, ενώ τα λοιπά περιστατικά, συνολικώς εκτιμώμενα με τα κριθέντα ως άνω από το Εφετείο περιστατικά, δεν είναι δυνατόν να προσδώσουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, ενόψει και της ως άνω παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τόσο η δικαιοπάροχος του ενάγοντος όσο και ο τελευταίος είχαν επανειλημμένως διαμαρτυρηθεί προς το εναγόμενο, για την τοποθέτηση των περσίδων εξαερισμού, φωτιστικού, του ραντάρ και της υδρορροής Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός έκτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, ο οποίος αληθώς αποδίδει πλημμέλεια μόνο από τον αριθ. 8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, (όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο).

12.- Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 235 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Για την ίδρυση του λόγου τούτου πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής έγγραφης αποδείξεως (ΟλΑΠ 2/2008, 1190/82). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι, με το να δεχθεί ότι "...

Η θύρα κινδύνου που έχει ανοιχθεί στην επίδικη σκάλα και προς την ιδιοκτησία Π., δεν προβλέπεται στις όψεις της Πολεοδομικής αδείας του Ιδρύματος (σχετ. η υπ' αριθ. 17/31.1.1985 άδεια οικοδομής της Νομαρχίας Κυκλάδων) ...", έλαβε υπόψη το σχέδιο όψεων της εν λόγω οικοδομικής άδειας, χωρίς κανένας από τους διαδίκους να το προσκομίσει και να επικαλεστεί.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, ενόψει των πιο πάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απορριπτέος ως αλυσιτελής, γιατί το άνω αποδεικτικό μέσο δεν είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότος που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-8-2011 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση του Δήμου Άνδρου.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-6-2010 αίτηση του "ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΙ ΕΛΙΖΑΣ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ" για αναίρεση της 93/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, καθώς και τους από 23-9-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον και τον προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, από τα οποία ποσό εξακοσίων (600) ευρώ βαρύνει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα Δήμο Άνδρου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ