Supreme Court dismisses appeal against social insurance fund's refusal of doctors' night duty compensation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four doctors against the Social Insurance Institute's decision to deny them compensation for lost income due to the closure of their night duty schedule. The doctors argued that the closure violated their constitutional rights to work and personal freedom, while the Social Insurance Institute contended that the schedule was determined by administrative necessity for hospital operations. The court ruled that the schedule was set by the hospital director based on operational needs and did not constitute a violation of the doctors' rights, leading to the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 5, 22, 103 of the Constitution; Articles 57, 59 of the Civil Code; Article 105 of the Administrative Court Organization Law; The court held that the administrative determination of night duty schedules based on operational needs does not violate doctors' constitutional rights to work or personal freedom.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 626 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 626/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Β., 2. Γ. Π., 3. Β. Π. και 4. Δ. Τ. ,ιατρών, κατοίκων ... ως εκ του λειτουργήματός τους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γεραπετρίτη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εκπροσωπούμενο νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Λύτρα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 939/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3261/2009 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2009 αίτησή τους
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 23-10-2014 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, το οποίο, κατά το άρθρο 106 αυτού, εφαρμόζεται και επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, προβλέπει ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, η οποία έχει θεσπισθεί για χάρη του γενικού συμφέροντος.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ, συνάγεται, ότι το δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας, από τις οποίες επήλθε ζημία τρίτου, εφόσον συντρέχει και η ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.
Τοιαύτη δε αιτιώδης συνάφεια υφίσταται, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή εκ των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ήταν επαρκώς ικανή να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Επίσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, η αποζημιωτική ευθύνη του δημοσίου στοιχειοθετείται μόνον όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα απορρέει από ουσιαστικά παράνομη διοικητική συμπεριφορά, αποτελεί, δηλαδή, συνέπεια διοικητικής πράξης που εκδόθηκε ή παράλειψης που συντελέσθηκε κατά παράβαση κανόνα δικαίου, ο οποίος έχει ουσιαστικό νομικό περιεχόμενο.
Συνακόλουθα, η έκδοση αναιτιολόγητης διοικητικής πράξης, για την οποία, όμως, δεν προκύπτει ότι εκδόθηκε κατά παράβαση διατάξεως ουσιαστικού περιεχομένου, δεν αρκεί για να θεμελιωθεί αποζημιωτική ευθύνη του δημοσίου, ακόμη και αν η πράξη αυτή ακυρωθεί ως αναιτιολόγητη από τα κατά νόμο αρμοδία δικαιοδοτικά όργανα, εφόσον το δεδικασμένο από την κρίση αυτών καλύπτει μόνο το διοικητικής φύσεως ζήτημα που αφορά την έλλειψη της νόμιμης αιτιολογίας.
Αναφέρεται, δηλαδή, σε στοιχείο, το οποίο δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το βλαπτικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, συνιστά μεν παράνομη, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, πράξη ή παράλειψη, που γεννά ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, και η κακή χρήση ή κατάχρηση από τα διοικητικά όργανα της με νόμο ανατιθεμένης σ’ αυτά, για την ενάσκηση των καθηκόντων τους, διακριτικής εξουσίας, η οποία είναι ελεγκτή από τα δικαστήρια της ουσίας, η κατάχρηση, όμως, αυτή υφίσταται όταν η παράβαση του δημοσίου οργάνου, φέρουσα καθ’ εαυτή πάντα τα στοιχεία της νομιμότητας, γίνεται προς σκοπό καταδήλως άλλον, από εκείνο για τον οποίο νομοθετήθηκε η παραληφθείσα ενέργεια ή η επιχειρηθείσα πράξη, όπερ συμβαίνει όταν το δημόσιο όργανο, ενεργώντας εκ του νόμου κατ’ ελευθέρα εκτίμηση, υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια κατά τη χρήση της διακριτικής του εξουσίας, κατά προδήλως αυθαίρετη και μη στηριζόμενη σε πράγματα κρίση.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Ν.Δ. 2698/1953 "Περί διοικήσεως του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μεταρρυθμίσεως της περί αυτού νομοθεσίας, ως και άλλων τινών διατάξεων", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 3710/1957, "Ο Διοικητής είναι το ανώτατον διοικητικόν όργανον του Ιδρύματος και το εκτελεστικόν τοιούτον των σχετικών νόμων, κανονισμών και αποφάσεων του Δ.Σ., έχει δε δικαίωμα να αποφασίζει επί παντός ζητήματος, όπερ κατ’ άλλας διατάξεις του παρόντος δεν υπήχθη ρητώς εις την αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου.
Ιδία, προίσταται όλων των υπηρεσιών του Ιδρύματος, εποπτεύει και ελέγχει αυτάς και λαμβάνει τα κατά τη κρίση του κατάλληλα μέτρα διά την συμμόρφωση αυτών προς τους νόμους, διατάγματα, κανονισμούς και διαταγές. Αποφασίζει τον διορισμό ή την πρόσληψη, δυνάμει συμβάσεως, υπαλλήλων, εφόσον οι πληρούμενες θέσεις προβλέπονται υπό του προϋπολογισμού, ή την μονιμοποίηση ή λύση της συνδέουσας με το Ίδρυμα σχέσεως των οιασδήποτε μορφής οργάνων αυτού, την χορήγηση μισθολογικών προσαυξήσεων υπό τις προϋποθέσεις των νόμων και κανονισμών....".
Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 20 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 4476/1965 "Δι’ αποφάσεως του Διοικητού του ΙΚΑ, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εργασίας, θέλουσι ορισθεί τα της εσωτερικής διαρθρώσεως των Υπηρεσιών του Ιδρύματος, εντός των ορίων των υπό της παρ. 1 του άρθρου 14 προβλεπομένων Κανονισμών".
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 37 ("Διάρθρωση και αρμοδιότητες Υπηρεσιών Νοσοκομειακής Υποστήριξης") του Π.Δ. 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων", όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 154/1991 και 363/1992, κάθε μία από τις πέντε (5) Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης διαρθρώνεται στις ακόλουθες τρεις (3) Υποδιευθύνσεις:
Υποδιεύθυνση Ιατρικής Υπηρεσίας, Υποδιεύθυνση Νοσηλευτικής Υπηρεσίας και Υποδιεύθυνση Διοικητικής Υπηρεσίας. Η συγκεκριμένη διάρθρωση κάθε μίας Υπηρεσίας Νοσοκομειακής Υποστήριξης έχει ως ακολούθως: 1ο ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΙΚΑ ΑΘΗΝΑΣ. Υποδιεύθυνση Ιατρικής Υπηρεσίας : Είκοσι δύο (22) τμήματα και συγκεκριμένα: (1)........(8) Τμήμα Α’ Χειρουργικής Κλινικής (9) Τμήμα Β’ Χειρουργικής Κλινικής.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης από 20-12-2005 αγωγής, δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) εκθέτουν σ’ αυτή, ότι είναι γιατροί χειρουργοί, υπηρετούντες στην Β’ Χειρουργική Κλινική του 1ου Νοσοκομείου του εναγόμενου (αναιρεσιβλήτου) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
Αθήνας (στα ...). Ότι, με την υπ’ αριθμ. Υ30 - Υ31/12/7-12-1999 απόφαση του Διοικητή του εναγομένου αποφασίσθηκε η παύση λειτουργίας, από 7-12-1999, της Β’ Χειρουργικής Κλινικής του άνω Νοσοκομείου του εναγομένου, στην οποία υπηρετούσαν αυτοί (ενάγοντες), και η διακοπή εισαγωγής νέων ασθενών στη Κλινική αυτή έως τη λήψη οριστικής αποφάσεως από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, με συνέπεια από την άνω ημερομηνία παύσεως λειτουργίας της εν λόγω Κλινικής να μη πραγματοποιούν πλέον εφημερίες και να στερηθούν έτσι την σχετική αμοιβή που θα ελάμβαναν γι’ αυτές, αν συνεχιζόταν η λειτουργία της Κλινικής.
Ότι, με την από 14-3-2001 αίτησή τους προς το εναγόμενο Ι.Κ.Α. ζήτησαν την επαναλειτουργία της Κλινικής και την καταβολή του χρηματικού ποσού, που τους όφειλε αυτό, ως αποζημίωση, για τη μη πραγματοποίηση εφημεριών, πλην όμως το εναγόμενο δεν απάντησε στην αίτησή τους αυτή. Ότι είναι γεγονός, ότι η διακοπή λειτουργίας της Κλινικής υπήρξε απόρροια ορισμένων "υπηρεσιακών" προβλημάτων που είχαν ανακύψει μεταξύ των υπηρετούντων ιατρών και του Διευθυντή της Κλινικής, καθώς και εσωτερικών διαφωνιών στο πλαίσιο της διοικητικής αρμοδιότητας των υπηρετούντων ιατρών, πλην όμως τα προβλήματα αυτά και οι διαφωνίες ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθούν με τις προβλεπόμενες από τους Κανονισμούς εσωτερικής λειτουργίας της Κλινικής και του Ιδρύματος πειθαρχικές και άλλες διαδικασίες και ότι ο Διοικητής του εναγομένου, αντί των διαδικασιών αυτών, αποφάσισε αιφνιδιαστικά, χωρίς νόμιμο έρεισμα και αναιτιολόγητα την διακοπή της λειτουργίας της εν λόγω Κλινικής, γεγονός που είχε ως συνέπεια, τόσο την περιουσιακή ζημία αυτών (εναγόντων), καθόσον στερήθηκαν παράνομα το δικαίωμα συμμετοχής τους στης εφημερίες της Κλινικής, κατά την διάρκεια της παράνομης παύσης της λειτουργίας της, και εντεύθεν την αμοιβή που θα ελάμβαναν για τις εφημερίες που θα εκτελούσαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα, όσο και την ηθική τους βλάβη, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς τους από την προσωπική και επαγγελματική υποβάθμιση που υπέστησαν, αφού κατά το χρόνο μη λειτουργίας της Κλινικής, από 7-12-1999 έως 19-7-2001, που άρχισε κανονικά η επαναλειτουργία της, δεν εκτελούσαν χειρουργικές επεμβάσεις, δηλαδή δεν ασκούσαν τα καθήκοντα της ειδικότητάς τους ως ιατρών χειρουργών, με συνέπεια να πλήττεται η προσωπική και η επαγγελματική υπόσταση και η φήμη αυτών μεταξύ των ασθενών, αλλά και μεταξύ των συναδέλφων τους.
Ζήτησαν δε οι ενάγοντες, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ι.Κ.Α. οφείλει να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών, ως αποζημίωση, συνισταμένη στο ποσό που θα ελάμβαναν κατά το έτος 2000 για τις υπηρεσίες εφημερίας (ενεργού και ετοιμότητας) που θα παρείχαν, εάν δεν είχε εκδοθεί η υπ’ αριθμ.
Υ30 - Υ31/12/7-12-1999 απόφαση του Διοικητή του εναγομένου, και ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι, με βάση τα εκτεθέντα, η ένδικη αγωγή δεν είναι νομικά βάσιμη. Και τούτο διότι, ο Διοικητής του εναγομένου Ι.Κ.Α., ως ανώτατο διοικητικό όργανο αυτού και ως εκτελεστικό όργανο των σχετικών νόμων, έχει το δικαίωμα, στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, να αποφασίζει επί παντός ζητήματος που αφορά την εσωτερική διάρθρωση των Υπηρεσιών του Ιδρύματος και, επομένως, είχε το δικαίωμα να αποφασίσει και για την παύση της λειτουργίας της εν λόγω Κλινικής και γι’ αυτό η σχετική υπ’ αριθμ.
Υ30 - Υ31/12/7-12-1999 απόφασή του (νέα κανονιστική πράξη) εκδόθηκε βάσει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Εξάλλου - είπε το Εφετείο - σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, με την ως άνω απόφαση του Διοικητή του εναγομένου δεν καταργήθηκε η Β’ Χειρουργική Κλινική, αλλά έπαυσε η λειτουργία αυτής για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, διότι, κατά την κρίση του Διοικητή του εναγομένου, με τον τρόπο αυτόν θα αντιμετωπίζονταν τα υπηρεσιακά προβλήματα, στην ύπαρξη των οποίων αναφέρονται και οι ενάγοντες.
Το γεγονός δε ότι, στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, ο Διοικητής του εναγομένου εξέδωσε την συγκεκριμένη απόφασή του, την οποία δεν αιτιολόγησε, δεν αρκεί για να θεμελιώσει αποζημιωτική ευθύνη του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αφού το αιτιολογημένο ή μη της διοικητικής πράξης δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το βλαπτικό για τους ενάγοντες αποτέλεσμα.
Και συνεχίζει το Εφετείο ότι, περαιτέρω, οι ενάγοντες δεν επικαλούνται στο αγωγικό δικόγραφο, όπως θα έπρεπε για την πληρότητα της ένδικης αγωγής, ότι το ζημιογόνο γι’ αυτούς αποτέλεσμα απορρέει από ουσιαστικά παράνομη διοικητική συμπεριφορά, δηλαδή ότι η εν λόγω απόφαση του Διοικητή του εναγομένου εκδόθηκε κατά παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, με ουσιαστικό νομικό περιεχόμενο.
Ακόμη δεν επικαλούνται, ότι ο Διοικητής του εναγομένου, ως δικαιοδοτικό όργανο αυτού, είχε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την διακριτική ευχέρεια να επιλέξει άλλη λύση και ποία ήταν αυτή, ούτε επικαλούνται συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους η επιλογή του να λάβει την ως άνω απόφαση συνιστά υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων ή κακή χρήση της διακριτικής του ευχέρειας ή κατάχρηση εξουσίας.
Εφόσον δε - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - η υπ’ αριθμ. Υ30 - Υ31/12/7-12-1999 απόφαση του Διοικητή του εναγομένου ήταν νόμιμη και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του εκδώσαντος αυτήν οργάνου, το οποίο δεν υπερέβη, προφανώς, τα επιβαλλόμενα από το άρθρο 281 του ΑΚ όρια, η μη συμμετοχή των εναγόντων στο πρόγραμμα εφημεριών - υπερωριών της ως άνω Κλινικής (Β’ Χειρουργικής του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ Αθήνας), μετά την παύση της λειτουργίας της, και η εξ αυτής (μη συμμετοχής στις εφημερίες) απώλεια εσόδων τους, δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 (το απαραβίαστο της ανθρώπινης αξίας), 5 παρ. 1 (το απαραβίαστο της προσωπικής ελευθερίας), 22 παρ. 1 (η προστασία του δικαιώματος στην εργασία) και 103 παρ. 4 (υπηρεσιακή κατάσταση των οργάνων της διοικήσεως) του Συντάγματος και 57, 59 (δικαίωμα στην προσωπικότητα - ικανοποίηση ηθικής βλάβης) του ΑΚ, ενόψει και του ότι το πρόγραμμα εφημεριών της άνω Κλινικής καθορίζεται από τον Διοικητικό Διευθυντή αυτής, σύμφωνα με τις ανάγκες για την απρόσκοπτη λειτουργία της.
Με τη κρίση του αυτή, που στήριξε στις παραπάνω παραδοχές, και την εντεύθεν απόρριψη της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 939/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε, επίσης, απορρίψει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 (η αρχή της ισότητας) και 17 (το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας) του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες, λόγω ελλείψεως αντίστοιχης ιστορικής βάσεως στην ένδικη αγωγή, δεν είχαν έδαφος εφαρμογής, αλλά ούτε και καμία άλλη διάταξη.
Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα οικεία μέρη του, που επιχειρούν να θεμελιώσουν πλημμέλειες της εφετειακής αποφάσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις παραπάνω αιτιολογίες της, οι οποίες, όμως, κατά τα προεκτεθέντα, στηρίζουν αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της, με το οποίο απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, είναι αλυσιτελείς και ο (μοναδικός) λόγος της αναιρέσεως, κατά τα σχετικά μέρη του, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία, όμως, πρέπει να περιορισθεί κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δοθέντος ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άνω άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά δε τα άρθρα 7 και 9 του Ν.Δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του Ι.Κ.Α. διεξάγεται, προεχόντως, διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, επομένως, το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 εφαρμόζεται και σε δίκες, στις οποίες διάδικος είναι το Ι.Κ.Α. (ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 675/2009)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2009 αίτηση των Π. Β., Γ. Π., Β. Π. και Δ. Τ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3261/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ