Legislator Case Law & Legislation
622/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific facts and misinterpretation of evidence rules.

Case Number 622/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Crete's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court ignored an out-of-court admission found in a criminal judgment, but the court found the appeal inadmissible because the lower court's reasoning was sufficiently general and did not require specific factual citations. The court held that the lower court properly considered the criminal judgment as documentary evidence and that the appellant's arguments lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) C.P.C.; Art. 339, 352 C.P.C.: An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is general and does not specify the facts relied upon, and out-of-court admissions are validly considered as documentary evidence without requiring separate validation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility reasoning requirements out-of-court admission documentary evidence construction contract dispute criminal judgment evidence legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) C.P.C.
Art. 339 C.P.C.
Art. 352 C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 622 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 622/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ν. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γιαλαμά.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φαλαγκαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/1996 μη οριστική και 108/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2013 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 20-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ.218/2013 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 23-11-2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 108/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν η από 17-3- 1995 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής του. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

II. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, σε σχέση με τα θιγόμενα με την αναίρεση ζητήματα: "Ο εναγόμενος, συγκύριος μετά της συζύγου του Α.

Ν. εδαφικής έκτασης στο χωριό ..., το έτος 1989 προέβη στην ανέγερση επ’ αυτού ξενοδοχειακού συγκροτήματος, που περιελάμβανε την κατασκευή ξενοδοχείου Β1 κατηγορίας (κεντρική μονάδα) και άλλων ειδικών κτιρίων με πισίνα, την κατασκευή του οποίου ανέθεσε, με αντίστοιχες συμβάσεις, σε διάφορους εργολάβους κατασκευαστές.

Δυνάμει συμβάσεως έργου, καταρτισθείσας τον Οκτώβριο μήνα του 1989 μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, έκαστος των οποίων ενεργούσε ατομικά και δι’ ίδιον λογαριασμό και όχι για λογαριασμό ή επ’ ονόματι άλλου, ο ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση των ακολούθων ειδικότερων εργασιών επί του προαναφερθέντος ξενοδοχειακού συγκροτήματος: 1)την κατασκευή επιχρισμάτων (εξωτερικών και εσωτερικών) αντί αμοιβής 1.000 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο, 2)την κατασκευή τοιχοποιίας αντί αμοιβής 900 δραχμών ανά τετρ.

μέτρο, 3)την κατασκευή πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα πάνω από τα λουτρά, πάχους 0,15 μέτρων, αντί αμοιβής του 15.000 δραχμών ανά έκαστο λουτρό, και τέλος 4)ανέλαβε ακόμη την κατασκευή οποιασδήποτε άλλης εργασίας θα προέκυπτε κατά τη διάρκεια των εργασιών, η αμοιβή της οποίας θα συμφωνείτο μεταξύ τους. Η κατάρτιση της σύμβασης αυτής, και δη μεταξύ των δύο ήδη αντιδίκων, προέκυψε αβίαστα από το σύνολο του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού....

Ανάληψη του έργου από εταιρία, και δη από την εταιρία "... και Σια ΟΕ", με διαχειριστή τον γιο του ενάγοντος Π. Σ., ο οποίος, κατά τα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, προήλθε στην οποία μαζί του συμφωνία, δεν αποδείχθηκε, τα δε αορίστως κατατεθέντα από την μάρτυρα ανταπόδειξης Α. Ζ., αρχιτέκτονα μηχανικό και γενική επιβλέπουσα του έργου, περί του ότι το έργο είχε ανατεθεί στην εταιρία "...

και Σια ΟΕ", δεν κρίνονται πειστικά, αφενός μεν διότι η μάρτυρας δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις και συμφωνίες με τον Π. Σ., ως εκπρόσωπο της ΟΕ, αφετέρου όμως -και κυρίως- διότι ομόρρυθμη εταιρία κατά το χρόνο εκείνο δεν υφίστατο. Η εταιρία αυτή συστάθηκε στις 16.11.1989 (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση υπό αυτή ημερομηνία συμφωνητικό συστάσεως ομορρύθμου εταιρίας) και καταχωρήθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Χανίων την 22".11.1989, φέρει δε ως ημερομηνία έναρξης δραστηριότητας την 16".11.1989 (βλ.

την από 22.11.1989 βεβαίωση της Οικονομικής Εφορίας Χανίων). Είναι προφανώς αδύνατο να έχει λάβει χώρα συναλλαγή επ’ ονόματι νομικού προσώπου μη εισέτι υφισταμένου. Ο χρόνος δε κατάρτισης της σύμβασης (Οκτώβριος 1989) είναι ο προαναφερόμενος και δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Περί του χρόνου τούτου της κατάρτισης (που είναι δηλαδή προγενέστερος του μηνός Νοεμβρίου 1989 - χρόνου σύστασης της ΟΕ) καταθέτουν...

Από την άλλη, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η ύπαρξη -κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης- της ...", πόσω δε μάλλον η κατάρτιση της σύμβασης από μέρους του εναγομένου ως εκπροσώπου και για λογαριασμό αυτής. Οπως συνάγεται και από την προσκομισθείσα σχετικά με αριθ. ....2.1989 άδεια οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχίας Χανίων, η άδεια αυτή είχε εκδοθεί επ’ ονόματι των ιδιοκτητών του ακινήτου, Εμμανουήλ και Α.

Ν., και όχι επ’ ονόματι οποιασδήποτε ΑΕ. Ο εναγόμενος, ως κύριος του έργου, ανέθεσε ο ίδιος ατομικά, δυνάμει της προαναφερθείσας σύμβασης έργου, την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών στον ενάγοντα, ο οποίος τις ανέλαβε και τις εκτέλεσε ομοίως ατομικά. Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από το γεγονός ότι, για λόγους που αφορούσαν τους διαδίκους και που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση, τα εκδοθέντα σχετικά τιμολόγια είσπραξης εκδόθηκαν από την εταιρία "...

και Σια ΟΕ" προς την "...". Στην ίδια ουσιαστική κρίση κατέληξε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία...., η οποία αντικαθίσταται με τις αιτιολογίες της παρούσας.... Γι’ αυτό, και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης, που βάλλουν κατά της εκκαλουμένης για εσφαλμένη παραδοχή της ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος και της παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Αποδείχθηκε ακολούθως ότι, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων εκτέλεσε τις ακόλουθες αναλυτικά εργασίες, για τις οποίες δικαιούται την αντίστοιχη για την κάθε μία από αυτές αμοιβή: 1) Τοιχοποιίες μονές 3.300 τετρ. μέτρα, αντί 900 δραχμών ανά μέτρο, σύνολο 2.970.000 δραχμές, 2) τοιχοποιίες μπατικές 1.500 τετρ.

μέτρα αντί 1.600 δραχμών ανά τετρ. μέτρο, σύνολο 2.400.000 δραχμές, 3) πρέκια διπλά 820 ΤΜ αντί 1.600 δραχμών ανά μέτρο, σύνολο 1.312.000 δραχμές, 4) πρέκια μπατικά 1.200 ΤΜ αντί 1.200 δραχμών ανά μέτρο, σύνολο 1.440.000 δραχμές, 5)πρέκια μονά 200 ΤΜ αντί 900 δραχμών ανά μέτρο, σύνολο 180.000 δραχμές, 6)πατάρια 180 τετρ. μέτρα αντί 1.500 δραχμών ανά τετρ.

μέτρο, σύνολο 270.000 δραχμές, 7)κατασκεύασε 24 τεμάχια πατάρια αντί 15.000 δραχμών ανά τεμάχιο, σύνολο 360.000 δραχμές, 8)επιχρίσματα τριών στρώσεων 12.145 τετρ. μέτρα, αντί 1.000 δραχμών ανά τετρ. μέτρο, σύνολο 12.145.000 δραχμές, 9) επιχρίσματα μιας στρώσης 800 τετρ. μέτρα προς 400 δραχμές το τετρ. μέτρο, σύνολο 320.000 δραχμές και 10)για τρέχοντα μέτρα 923 ΤΜ αντί 1.000 δραχμών ανά μέτρο, σύνολο 923.000 δραχμές.

Γενικό σύνολο όλων των εργασιών που εκτελέστηκαν 22.320.000 δραχμές. Το μέγεθος των εργασιών που εκτελέστηκαν προέκυψε, όχι μόνο από την κατάθεση του μάρτυρος, αλλά και από την επιμέτρηση που έλαβε χώρα, κατά τα μεταξύ των ήδη αντιδίκων συμφωνηθέντα από την κατάρτιση ήδη της σύμβασης, μετά το πέρας των εργασιών, την παράδοση του έργου και την ανεπιφύλακτη παραλαβή του από τον εναγόμενο, που έλαβε χώρα περί τα τέλη του έτους 1991, από τον έχοντα τότε την επίβλεψη του φέροντα οργανισμού του ξενοδοχείου πολιτικό μηχανικό Θ.

Μ.. Ο τελευταίος προέβη στην επιμέτρηση του έργου για τον υπολογισμό της συνολικής αξίας του και τον καθορισμό του εργολαβικού ανταλλάγματος, καταχώρησε δε το αποτέλεσμα της επιμέτρησης στο πίσω μέρος του φακέλου της οικοδομικής άδειας (....2.1989), κάτω από την ένδειξη "ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙ!", όπου λόγω προφανούς αθροιστικού λάθους υπολόγισε το συνολικό ποσό της αμοιβής στα 22.280.000 δραχμές, κάτωθι δε του κειμένου των επιμετρήσεων έθεσε τη σφραγίδα και την υπογραφή του.

Ο εναγόμενος, προς απόδειξη του μεγέθους των γενομένων εργασιών, προσκομίζει την από 17.12.2001 "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" του πολιτικού μηχανικού του ... Κ. Σ., με τα δύο παραρτήματα αυτής, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας για τις εκτελεσθείσες τοιχοποιίες (δρομικά 1.784,42 τετρ. μέτρα και μπατικά 1.420,30 τετρ. μέτρα, κατά τη δική του επιμέτρηση σε συνέχεια επιτόπιας αυτοψίας) η δικαιούμενη αμοιβή ανέρχεται σε 3.700.352 δραχμές (900 δραχμές ανά τετρ.

μέτρο κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος) και σε 3.648.255 δραχμές (820 δρχ. τα δρομικά και 970 δρχ. τα μπατικά ανά τετρ. μέτρο) κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, και για τα επιχρίσματα (10.453,94 τετρ. μέτρα οι τρεις στρώσεις, 907,12 τετρ. μέτρα οι δύο στρώσεις και 88,90 τετρ. μέτρα η μία στρώση) η δικαιούμενη αμοιβή ανέρχεται σε 11.449.960 δραχμές κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (1.000 δρχ.

ανά τετρ. μέτρο) και σε 10.304.964 δραχμές κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου (900 δρχ. ανά τετρ. μέτρο). Ωστόσο, το ύψος της αμοιβής συνάγεται αβίαστα, εκτός από τα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, που αναφέρθηκε στις ισχύουσες την εποχή εκείνη τιμές, από το ίδιο το περιεχόμενο της επιμέτρησης του πολιτικού μηχανικού Θ.

Μ., ενώ αξιοσημείωτο, είναι το γεγονός ότι η έκθεση του -μηχανικού του TEE δεν αναφέρεται καθόλου στις λοιπές εκτελεσθείσες εργασίες, προφανώς επειδή αυτό δεν ζητήθηκε από τον εντολέα του - εναγόμενο. Τέλος, και όσον αφορά ειδικότερα στην επιμέτρηση του Θ. Μ., ο εναγόμενος, για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το περιεχόμενο της είναι πλαστό, ειδικότερα δε ισχυρίζεται επί λέξει ότι "....Η επιμέτρηση που αναφέρει ο αντίδικος από έγγραφο που φέρεται να έχει υπογράψει ο μηχανικός Θ.

Μ. έχει προσβληθεί ως προς τα χειρόγραφα στοιχεία, που φέρονται να έχουν γίνει από την αρμόδια επιβλέπουσα Αρχιτέκτονα Μηχανικό Α. Ζ.. Εχει συνταχθεί μάλιστα η ανωτέρω αναφερόμενη έκθεση Γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του κ. Μ. Μ. (ειδικού δικαστικού γραφολόγου) που φέρει ημερομηνία 30.1.2002, από την οποία αποδεικνύεται ότι "Τα αριθμητικά ψηφία που είναι επικαλυμμένα με τον πράσινο μαρκαδόρο στο έγγραφο με τον τίτλον "ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ" δεν έχουν γραφεί με το χέρι της Αρχιτέκτονος - Μηχανικού κ.

Α. Ζ., αλλά με το χέρι άλλου άγνωστου προσώπου"". Επί του προκειμένου ισχυρισμού του εκκαλούντος λεκτέον ότι, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ο ισχυρισμός του αυτός ως ισχυρισμός περί πλαστότητας του εγγράφου της επιμέτρησης, είναι τούτος απαράδεκτος και απορριπτέος για όσους λόγους αναφέρονται στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, ειδικότερα δε επειδή δεν προέκυψε η ειδική πληρεξουσιότητα του υπογράψαντος την έφεση δικηγόρου του εναγομένου, ενώ επιπρόσθετα ουδεμία αναφορά ονομαστικώς των μαρτύρων γίνεται.

Επειδή, ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός εκτιμάται ορθώς ως ισχυρισμός περί αμφισβήτησης της γνησιότητας του εγγράφου τούτου, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 457 §2 ΚΠολΔ "εκείνος κατά του οποίου προσκομίζεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο".

Κατά την έννοια αυτής της διάταξης ως "αμέσως" γενόμενη καταφατική ή αρνητική δήλωση περί της γνησιότητας νοείται αυτή που έγινε στη συζήτηση κατά την οποία το έγγραφο προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο και η έλλειψη της δηλώσεως αυτής έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η γνησιότητα αναγνωρίστηκε σιωπηρά και είναι περιττό να διαταχθούν αποδείξεις περί αυτής.

Εν όψει τούτων, η κατά τη μεταγενέστερη συζήτηση αμφισβήτηση της γνησιότητας του εγγράφου είναι απαράδεκτη (ΑΠ 310/1996), ενώ κατά την παρ. 3 της ΚΠολΔ 457, αν αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί η γνησιότητα του περιεχομένου, με την επιφύλαξη της προσβολής του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 1754/2007 ΤΝΠ Νόμος).

Εν προκειμένω, το έγγραφο της επιμέτρησης προσκομίστηκε το πρώτον από τον ενάγοντα, με επίκληση, με τις κατατεθείσες την 22.9.1995, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υπό ημερομηνία 21.9.1995 έγγραφες προτάσεις του (της πρώτης δηλαδή συζήτησης της αγωγής), ο δε εναγόμενος, καθώς συνάγεται από το περιεχόμενο της από 28.2.1996 προσθήκης επί των κατατεθεισών κατά την αυτή συζήτηση εγγράφων προτάσεων του, ουδένα ισχυρισμό προέβαλε, κατά συνέπεια έχει αναγνωρίσει σιωπηρά τη γνησιότητά του.

Η δε μεταγενέστερη, γενομένη το πρώτον με το δικόγραφο της έφεσης, αμφισβήτηση της γνησιότητας του είναι απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, έχει αποδειχθεί και η γνησιότητα του περιεχομένου του (άρ. 457 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), αφού, επιπρόσθετα, δεν τίθεται θέμα έρευνας της πλαστότητάς του. Οπως, τέλος, δέχθηκε η εκκαλουμένη κατά το μη προσβληθέν με την έφεση μέρος της, έναντι της προαναφερθείσας συνολικής αμοιβής κατέβαλε ο εναγόμενος στον ενάγοντα, τμηματικά, μέρος αυτής, συνολικού ύφους 12.000.000 δραχμών.

Βάσει των ανωτέρω, απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο αμοιβής ύψους 10.280.000 δραχμών, ήτοι 22.280.000 δραχμές η δικαιούμενη αμοιβή, βάσει της σχετικής παραδοχής της εκκαλουμένης που δεν προσβλήθηκε με έφεση από τον ενάγοντα, την οποία λαμβάνει υπόψη και το παρόν Δικαστήριο για να μην καταστήσει χείρονα τη θέση του εκκαλούντος - εναγομένου, μείον 12.000.000 δραχμές το ποσό της μερικής καταβολής.

Η εκκαλουμένη, αφού δέχθηκε συνολικό ύψος αμοιβής, βάσει της γενομένης επιμέτρησης, ποσού 22.280.000 δραχμών, και μερική τμηματική καταβολή, ύψους 12.000.000 δραχμών, όπως και αμέσως ανωτέρω εκτίθεται, έκρινε βάσιμη κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τον εκκαλούντα - εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των 10.280.000 δραχμών, ήδη πλέον 30.168,75 ευρώ, νομιμοτόκως.

Δεχόμενη τα ανωτέρω, ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε το ενώπιον του αποδεικτικό υλικό και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αυτός παραπονείται για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη α) παραδοχή συνολικής αμοιβής υπερβαίνουσας την αρμόζουσα, σε σχέση με το μέγεθος του έργου, αμοιβή των 11.986.180 δραχμών και β) απόρριψη της προβληθείσας από τον ίδιο (επικουρικά, όπως εκτιμάται) ένστασης εξόφλησης με την καταβολή του ποσού των 12.000.000 δραχμών, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα".

Κατόπιν των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, όπως και την έφεση στο σύνολο της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο αυτής, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της βασιμότητας ή μη της ενστάσεως εξοφλήσεως της επίδικης απαιτήσεως που προβλήθηκε επικουρικά από τον αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα το Εφετείο αποφάνθηκε σαφώς ότι, βάσει της σχετικής παραδοχής της πρωτόδικης αποφάσεως (η οποία ελήφθη υπόψη, προκειμένου να μη καταστεί χειρότερη η θέση του αναιρεσείοντος, αφού δεν είχε ασκηθεί αντίθετη έφεση), η εργολαβική αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ανερχόταν σε 22.280.000 δραχμές, από την οποία αυτός μετά τη γενόμενη καταβολή των 12.000.000 δραχμών δικαιούνταν το υπόλοιπο εκ 10.280.000 δραχμών, απορρίπτοντας παράλληλα τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι βάσει των υπολογισμών του η συνολική αμοιβή ανερχόταν σε 11.986.180 δραχμών, η οποία κατόπιν της γενόμενης καταβολής των 12.000.000 δραχμών είχε εξοφληθεί πλήρως.

Ενόψει τούτων ο τέταρτος λόγος του δικογράφου της αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

III. Από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 11 περ. γ’ , 106, 237 §§ 1 περ. β’ και 3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 3 του Ν. 2915/2001, προκύπτει, ότι για την ίδρυση του από την πρώτη από αυτές προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, απαιτείται, εκτός των άλλων, να έχει γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο με τις προτάσεις της συζήτησης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή με την προσθήκη στις προτάσεις, εφόσον πρόκειται για νέα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις και να αναφέρεται ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση ότι προτείνονται νόμιμα, αποτελούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Πράγμα επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δε στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεώς του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, τις αναφερόμενες εκθέσεις ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των γραφολόγων Μ.

Μ. και Κ. Σ., όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων και τις -για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων λαμβανόμενες- καταθέσεις των μαρτύρων, που εδόθησαν στα πλαίσια ποινικής δίκης μεταξύ των διαδίκων, εξαιρώντας μόνο τα προσκομιζόμενα από τον ήδη αναιρεσείοντα δύο έγγραφα, ήτοι α) το υπ’ αριθμ. .../2.11.1989 συμβόλαιο της συμβ/φου Ρεθύμνης Ε.

Σ.-Κ. περί συστάσεως της ανώνυμης εταιρείας "...." και β) το υπ’ αριθμ. 4006/22.11.1989 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ, τα οποία δεν έλαβε υπόψη επειδή, όπως διευκρινίζει, αυτά δεν προσκομίστηκαν με τις κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά με την προσθήκη των προτάσεών του, χωρίς να χρησιμεύουν προς αντίκρουση προταθέντος από τον αντίδικο ισχυρισμού που να έχει προβληθεί το πρώτον με τις προτάσεις του.

Ετσι ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει την εφετειακή απόφαση ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη της τα επικληθέντα και προσαχθέντα από αυτόν με την προσθήκη των προτάσεών του δύο έγγραφα, ενώ κατά τον ισχυρισμό του η αιτιολογία της μη λήψεως υπόψη δεν είναι ορθή διότι για πρώτη φορά με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η εργολαβική σύμβαση συνήφθη με τον αναιρεσίβλητο ατομικά και όχι με την παραπάνω ανώνυμη εταιρεία.

Όμως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει σαφώς ότι ο αναιρεσείων ήδη από την πρωτοβάθμια δίκη στηρίζει την άρνησή του έναντι της αγωγικής απαιτήσεως στον ισχυρισμό ότι συμβαλλόμενη στην εργολαβική σύμβαση υπήρξε η ως άνω ανώνυμη εταιρεία και όχι ο ίδιος, ισχυρισμό που προέβαλε και με λόγο εφέσεως, επομένως όφειλε να αποδείξει τον ισχυρισμό του με προσκόμιση των αναγκαίων εγγράφων κατά τη συζήτηση της εφέσεως και όχι μετά από αυτή.

Ορθώς επομένως το Εφετείο απέκρουσε ως απαράδεκτη την προσκομιδή των δύο αυτών εγγράφων και αβάσιμος τυγχάνει ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως. Αλλά και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο επιχειρείται, με επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, να πληγεί η προσβαλλόμενη απόφαση με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγμα προταθέν, ήτοι τον πρώτο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, όπου αναπτύσσεται ο ισχυρισμός περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, δεν στοιχειοθετείται διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε κατ’ ουσία.

IV. Επειδή, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή.

Δεν θεμελιώνεται, όμως ο σχετικός λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 867/2011, 2191/2007). Στην κρινόμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την ομολογία του αντιδίκου του, που περιέχεται στα πρακτικά της προσκομισθείσης υπ’ αριθμ. 684/16-2-2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων περί του ότι παθούσα από τα εγκλήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κλπ, που σχετίζονται με το από 9- 10-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό, ήταν η ανώνυμη εταιρεία "...

Α.Ξ.Τ.Ε." και όχι το φυσικό πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εξετίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως έγγραφο και την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, όπου περιέχεται η επικαλούμενη εξώδικη ομολογία, την οποία μάλιστα (απόφαση) ειδικά μνημονεύει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Άλλωστε η ποινική απόφαση αυτή είναι συνέχεια της αναβλητικής υπ’ αρ. 43/7-1-2000 όμοιας του ιδίου δικαστηρίου, όπου ελέχθησαν τα αντίθετα και κατ’ άρθρο 352 § 2 ΚΠολΔ η ως άνω εξώδικη ομολογία εκτιμάται ελεύθερα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) κατά το νόμιμο αίτημα αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2014 αίτηση του Ε. Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 218/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ