Legislator Case Law & Legislation
620/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of admissible legal arguments regarding evidence evaluation.

Case Number 620/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision dismissing a tort claim for moral damages. The appellant argued the lower court erred in applying procedural rules and failed to properly evaluate evidence regarding the publication of anonymous articles. The court found these arguments inadmissible as they concerned the lower court's discretionary assessment of facts rather than clear legal errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals challenging a lower court's evaluation of evidence or failure to apply procedural rules are inadmissible unless they constitute a clear legal error affecting the outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence procedural error moral damages tort liability anonymous publication code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 620 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 620/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Σ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανάκη. Του αναιρεσιβλήτου Ε. Χ. του Δ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3209/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2489/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την διαδικασία του άρθρου 681 Δ' ΚΠολΔ εκδοθείσα υπ' αριθ. 2489/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσία η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 3209 /2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 15-1-2010 αγωγή αυτού για χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από αδικοπραξία (προσβολή της προσωπικότητάς του), που τέλεσε σε βάρος του ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008), καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 1586/2008). "Πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, είναι και ο λόγος έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων ( ΑΠ 904 / 2019, ΑΠ 1640/2009).

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τους λόγους έφεσής του, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων και παντελούς ελλείψεως, άλλως, ελλιπούς αιτιολογίας της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ωστόσο, το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τους άνω προβληθέντες λόγους έφεσης και τους απέρριψε ως αβάσιμους, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως αυτός. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξιώσεως προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου απαιτείται να συντρέχουν:

α) προσβολή της προσωπικότητας, β) η προσβολή να είναι παράνομη, δηλ. να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είναι μικρότερης σπουδαιότητας ή ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, γ) να είναι υπαίτια, να οφείλεται δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) να επήλθε ηθική βλάβη του προσβληθέντος και ε) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της επελθούσας ηθικής βλάβης.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε εκδήλωσή της (πνευματική, σωματική, υγεία, ελευθερία, τιμή κ.λ.π.). Έτσι η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, γιατί ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα πλαίσια της προστασίας της προσωπικότητας, τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητάς του (ΑΠ 1279/2011).

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρ. 59 ΑΚ, το δικαστήριο, με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ. Κατά την πρώτη των διατάξεων αυτών, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1211/2018).

Υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1211/2018, ΑΠ 73/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1211/2018, ΑΠ 1738/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι αρχιτέκτονας μηχανικός με καταγωγή από το ... Καρδίτσας, όπου από κάποιους κατοίκους της περιοχής, αλλά και άλλων περιοχών της ορεινής Θεσσαλίας και Ηπείρου, που έχουν βλάχικη καταγωγή, όπως και ο ίδιος, εκτός από την επίσημη εθνική μας γλώσσα που διδάσκεται γραπτά και προφορικά στα πλαίσια της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης, ομιλείται, περιορισμένα, και η βλάχικη διάλεκτος -και όχι γλώσσα-που είναι μόνο προφορική και διαδίδεται από τους γηραιότερους σε νεώτερους.

Ο ενάγων, από το έτος 1988 είναι από τους ιδρυτές και Πρόεδρος, του νομίμως συσταθέντος, σωματείου µε την επωνυμία "...", το οποίο, μεταξύ των κύριων σκοπών του έχει και τη διατήρηση και εκµάθηση της Αρωµανικής (βλάχικης) γλώσσας, καθώς και τη μελέτη και έρευνα της προέλευσής της και της εξέλιξής της, ως και την καταγραφή, μελέτη και προβολή των στοιχείων του πλούσιου Αρωµανικού (βλάχικου) πολιτισμού.

Το σωματείο αυτό, για λόγους που αφορούν τους εκπροσώπους του, δεν είναι µέλος της ομοσπονδίας µε την επωνυμία "...", στην οποία μετέχουν και εκπροσωπούνται το σύνολο, των 102, πολιτιστικών συλλόγων Βλάχων της Ελλάδας. Την … του ... στο ετήσιο πολυπληθές ..° Πανελλήνιο Αντάµωµα των Βλάχων που πραγµατοποιήθηκε στη ...

…, παραβρέθηκε και ο ενάγων, µε τρία µέλη του δικού του σωματείου, και κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης διένειµαν σε αντίτυπα έντυπο φυλλάδιο, στην αγγλική γλώσσα, της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) µε την επωνυμία "...", η οποία έχει ως σκοπό τη προαγωγή των λιγότερο διαδεδομένων γλωσσών που ομιλούνται σε χώρες της Ε.Ε.

Αναφορικά µε τη χώρα µας, στο έντυπο αυτό αναφερόταν ότι στην Ελλάδα υπάρχουν πέντε λιγότερο διαδεδομένες ή περιφερειακές γλώσσες: α) η αρβανίτικη, που οµιλείται σε πολλές περιφέρειες σε ολόκληρη τη χώρα β) η ρουμανική που ομιλείται στις ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Πίνδου, γ) η βουλγαρική, που ομιλείται στη Δυτική Θράκη από τους Πομάκους, που είναι μια μουσουλμανική κοινότητα, δ) η σλαβομακεδονική, που ομιλείται στην περιοχή της Βορείου Ελλάδας και ε) η τούρκικη στη Δυτική Θράκη και επίσης περιλαμβάνονται υποδείξεις για την καλλιέργεια κάθε ιδιαίτερης γλώσσας και του αντίστοιχου αυτής πολιτισμού.

Ταυτόχρονα ο ενάγων, ενώ διένειμε το άνω έντυπο, προφορικά υποστήριζε την ανάγκη προαγωγής και εξέλιξης στην Ελλάδα της αρωμανικής (βλάχικης) γλώσσας, που ομιλείται στις ανωτέρω περιοχές αυτές, ως και του αντίστοιχου αυτής ιδιαίτερου, διακριτού από τον ελληνικό, πολιτισμού, καλώντας προς τούτο τους γύρω του παρευρισκόμενους, οι οποίοι ήταν κυρίως μέλη των ελληνοβλάχικων σωματείων, που μετείχαν στην ανωτέρω πανελλήνια ομοσπονδία.

Ορισμένοι από αυτούς, από το περιεχόμενο του διανεμόμενου, στο πανελλήνιο αντάμωμα των βλάχων της Ελλάδας, εντύπου της άνω, άγνωστης σε αυτούς, ΜΚΟ, και την αντίστοιχη προφορική παρότρυνση του ενάγοντος- και μη μετέχοντος στην πανελλήνια ομοσπονδία των Βλάχων της Ελλάδας-θεώρησαν ότι ο ενάγων διαδίδει ότι στην Ελλάδα υπάρχει εθνική μειονότητα, που ομιλεί την ρουμανική (αρωμανική-βλάχικη) γλώσσα και ότι προπαγανδίζει υπέρ αυτής, αμφισβητώντας ότι αυτοί είναι Έλληνες επειδή ομιλούν τη βλάχικη διάλεκτο.

Αυτό μετέφεραν, με αγανάκτηση για τη δράση του ενάγοντος, οι προαναφερόμενοι, στον εναγόμενο, βουλευτή, τότε, του Νομού ...-ο οποίος μετείχε στην ίδια εκδήλωση, αλλά ευρισκόμενος λίγο πιο μακριά, δεν είχε ακούσει τον ενάγοντα να μιλάει, τον είχε δει όμως να διανέμει το έντυπο, που ακολούθως διάβασε και ο ίδιος- και τον κάλεσαν να παρέμβει, με την ιδιότητα του βουλευτή, προκειμένου να σταματήσει τη διανομή του εντύπου και το επεισόδιο που είχε δημιουργηθεί.

Μετά ταύτα ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος), και αφού κατέφθασαν αστυνομικά όργανα, υπέβαλε κατά του ενάγοντος προφορική μήνυση στο Τ.Α. ..., περιγράφοντας την άνω συμπεριφορά του, όπως του τέθηκε υπόψη, αξιολογώντας και ο ίδιος το περιεχόμενο του εντύπου µε τον ίδιο τρόπο. Με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε από τον αρμόδιο εισαγγελέα ποινική δίωξη εις βάρος του ενάγοντος για την άδικη πράξη της διασποράς ψευδών ειδήσεων, για την οποία έξι περίπου έτη αργότερα και μετά από διαδοχικές αναβολές, ο ενάγων καταδικάστηκε, κατά πλειοψηφία, µε την υπ'αριθ. 11263/2001 απόφαση του Ε'Τριµελούς Πληµµελειοδικείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών και χρηματική ποινή 500.000 δραχµών.

Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση ο καταδικασθείς, η οποία συζητήθηκε εντός του ιδίου έτους και επ'αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 13149/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αθωώθηκε ο ενάγων, αφού κρίθηκε ότι αυτός, όπως και το άνω έντυπο φυλλάδιο, κατά το πανελλήνιο αντάµωµα των Βλάχων της Ελλάδας την … αναφερόταν σε πέντε γλωσσικά ιδιώµατα-(όχι γλώσσες)-που ομιλούνται περιορισμένα στην Ελλάδα και ότι αυτή η αναφορά δεν ήταν ικανή να επιφέρει ανησυχία στους πολίτες, αλλά ούτε είχε ο ενάγων, ως κατηγορούµενος, πρόθεση να δημιουργήσει στην Ελλάδα µειονοτικά προβλήματα, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της άνω άδικης πράξης για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του.

Στο μεταξύ όμως, το θέμα, λόγω του αντικειμένου του, που ήταν γενικότερου ενδιαφέροντος, είχε λάβει μεγάλη δημοσιότητα , µε δημοσιεύσεις άρθρων στον τύπο, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και σε έντυπα διεθνών οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επιπρόσθετα είχε ασχοληθεί και το ελληνικό κοινοβούλιο, µε δύο ερωτήσεις του εναγοµένου-βουλευτή, τότε, σχετικά µε τη μεγάλη διάρκεια της ανωτέρω ποινικής διαδικασίας κατά του κατηγορουμένου - νυν ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε αντίθεση με τη διάρκεια αυτής ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπου αθωώθηκε.

Οι εν λόγω ερωτήσεις κατατέθηκαν από τον εναγόμενο στο αρμόδιο τμήμα της Βουλής των Ελλήνων, η πρώτη στις ...-2000 και η δεύτερη στις …2001, στα πλαίσια σχετικού δικαιώματός του ως βουλευτή, και απευθυνόταν και οι δύο ερωτήσεις του στον αρμόδιο, για το αντικείμενό τους, Υπουργό Δικαιοσύνης. Τις επόμενες ημέρες της κατάθεσής τους αυτές αναπαρήχθησαν και δημοσιεύτηκαν, η πρώτη συνολικά και η δεύτερη τμηματικά, στα επίδικα ενυπόγραφα άρθρα συντακτών-δημοσιογράφων του κοινοβουλευτικού ρεπορτάζ, των εφημερίδων "..." στις …-2000 (η πρώτη ερώτηση), "..." και "..." στις ...-2001, και "..." στις ...-2001 (η δεύτερη ερώτηση).

Συγκεκριμένα, στις …-2000, στην εφημερίδα "...", στη στήλη, "...", δημοσιεύτηκε άρθρο του δημοσιογράφου ... -μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου-στο οποίο περιλαμβανόταν αυτούσια, εντός εισαγωγικών, η πρώτη ερώτηση του εναγομένου προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Το άρθρο αυτό υπό τον τίτλο "...", χωρίς αναφορά του ονόματος του ενάγοντος, αλλά με τη φωτογραφία του, είχε ως εξής: "Φυσικά ο εθνικισμός εκείνος που μηδενίζει την καταγωγή και το θρήσκευμα ανθρώπων που ζουν στην Ελλάδα, είναι καταδικαστέος.

Και η Ελλάδα, όπως οι άλλες χώρες, είναι "καταδικασμένη" να ζει με κάθε άνθρωπο που βρίσκεται νόμιμα στη χώρα μας, ανεξαρτήτως της καταγωγής και του θρησκεύματός της. Και γιατί όχι να δούμε και εδώ αξιωματούχο μας κάποιον ο οποίος είχε διαφορετική εθνική καταγωγή και διαφορετικό θρήσκευμα. Να χαρούμε. Όπως χαιρόμαστε που τώρα στη Βόρεια Επαρχία της Αυστραλίας διορίζεται κυβερνήτης ο κ. ...

Έλληνας πήγε σε ηλικία οκτώ ετών στην Αυστραλία, εκεί μεγάλωσε, μπήκε στο στρατό της Αυστραλίας και μάλιστα πήγε και στις πολεμικές επιχειρήσεις στο Βιετνάµ ως Αυστραλός στρατιώτης. Όμως πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο κ. ..., όπως και άλλοι ανοικτοµάτες και κράτη µε ανοικτά µάτια, "ανεβαίνουν" µε απόλυτη προσήλωση στο νομικό καθεστώς των κρατών στα οποία ζουν.

Απόλυτο σεβασμό σε όλα και έτσι τα κράτη σέβονται απολύτως και τα δικά τους χαρακτηριστικά. Ηγέτες άλλων κρατών δεν γίνονται γελοίοι. Δεν δέχονται τελεσίγραφα π.χ. από ομάδες ισχυρών που δηλώνουν Εβραίοι και ζητούν να γίνεται σε άλλα κράτη αυτό που δεν κάνει το εβραϊκό κράτος ούτε μέσα στα σύνορά του ...

Τα κράτη που έχουν τα µάτια τους ανοιχτά και οι ηγέτες τους υπηρετούν το λαό τους και όχι τα κέντρα που τους στηρίζουν στην εξουσία, σέβονται απόλυτα το νομικό τους πλαίσιο. Εννοείται φυσικά ότι αναφερόµαστε σε δημοκρατικά κράτη και τέτοιο είναι οπωσδήποτε και η Ελλάδα. Είναι κοινό μυστικό ότι ξένες δυνάμεις παίζουν παιχνίδια στα Βαλκάνια και στα παιχνίδια αυτά ξένες δυνάμεις εντάσσουν και την Ελλάδα από την οποία θέλουν κομμάτια.

Άλλος θέλει το Αιγαίο και το πετρέλαιο, άλλος θέλει την Ήπειρο, άλλος τη Μακεδονία, άλλος τη Θράκη. Είναι επίσης γνωστό ότι η Ελλάδα έχει νομικό πλαίσιο και Δικαιοσύνη η οποία λειτουργεί χωρίς ουσιαστικά προβλήματα για όσους νόμιμα ζητούν την προστασία του πλαισίου αυτού. Προσέξτε όμως πως περιγράφει ένας βουλευτής τη λειτουργία της Δικαιοσύνης µας σε ένα θέμα που είναι απλούστατο.

Δηλαδή στην εφαρµογή των νόμων που υπάρχουν και ισχύουν για όλους: "Την …. ο κ. Σ. Μ. " (εκπρόσωπος) " της µη υφιστάµενης νομίμως (αυτοτελώς ή υπό τη μορφή παραρτήµατος ή γραφείου) οργανώσεως µε τον τίτλο "...", διένειμε με φορτικότητα προπαγανδιστικό υλικό και προσπαθούσε να πείσει όσους μετείχαν στο …ο Πανελλήνιο Αντάμωμα των Βλάχων στη …, ότι οι Βλάχοι αποτελούν δήθεν γλωσσική και εθνική μειονότητα στην Ελλάδα.

Αγανακτισμένοι Βλάχοι διέκοψαν την προσβλητική γι' αυτούς δραστηριότητα του εν λόγω Μ., ο οποίος εν συνεχεία εμηνύθη για διασπορά ψευδών ειδήσεων. Από τότε άρχισε μια σειρά "περίεργων γεγονότων-συμπτώσεων": 1) Η μήνυση διαβιβάστηκε "κατά τύχη" στην …., αν και το αδίκημα τελέστηκε στη … 2) Απαιτήθηκαν "κατά τύχη" 2,5 χρόνια για να καταθέσουν 4 μάρτυρες και να κληθεί σε απολογία ο κατηγορούμενος 3) Απαιτήθηκαν "κατά τύχη" άλλοι 18 μήνες για να ορισθεί η πρώτη δικάσιμος 4) Έκτοτε η δίκη αναβάλλεται "εντελώς κατά τύχη", δύο φορές γιατί είχαν "κώλυμα" οι δικηγόροι του κ.

Μ., τους οποίους συνεχώς αλλάζει, μία φορά λόγω παρελεύσεως του ωραρίου, δεδομένου ότι η εν λόγω υπόθεση είχε αναγραφεί "κατά τύχη" στο πινάκιο τελευταία (γνωστή νομότυπη μεθόδευση αναβολής δικών), μέχρι και απειλητικό τηλεφώνημα για βόμβα έγινε "κατά τύχη" όταν έφτασε η ώρα να εκδικαστεί η εν λόγω υπόθεση.

Αποτέλεσμα: Η αδυναμία πλέον των Βορειοελλαδιτών μαρτύρων κατηγορίας να έρθουν στις μεθοδευμένα αναβαλλόμενες δίκες και η ως εκ τούτου (σχεδόν βεβαία) παραγραφή ή αθώωση (ελλείψει μαρτύρων) του Σ. Μ.. ΕΡΩΤΑΣΘΕ κ.κ. υπουργοί και καλείσθε να καταθέσετε τα σχετικά έγγραφα στοιχεία στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων σας: 1) Πώς εξηγούνται οι προαναφερόμενες περίεργες "τυχαίες συμπτώσεις" που οδηγούν τη δίκη με κατηγορούμενο το Σ.

Μ., αφ 'ενός σε "κοντινό" σε αυτόν περιβάλλον και αφ 'ετέρου σε βεβαία παραγραφή του βαρύτατου αδικήματος που διέπραξε. Καλείσθε να καταθέσετε τα σχετικά πρακτικά και τις εξηγήσεις αυτών που δέχθηκαν με πολλή ευκολία και προθυμία τις σχετικές αιτήσεις συνεχών αναβολών του Σ. Μ. 2) Πώς εγκρίθηκε και επιτρέπεται η λειτουργία σωματείων όπως "..." ( έδρα …) με σκοπό μεταξύ άλλων την εθνολογική έρευνα της καταγωγής των Βλάχων (αμφισβητούν ότι οι Βλάχοι εθνολογικά είναι Έλληνες;) Ποια η διεύθυνση, τα μέλη, οι οικονομικοί απολογισμοί των 10 τελευταίων ετών και η δραστηριότητα της εν λόγω οργανώσεως; 3) Πως επιτρέπεται η ανεξέλεγκτη λειτουργία στην Ελλάδα αναρίθμητων οργανώσεων με άφθονη χρηματοδότηση από το εξωτερικό, με απροκάλυπτο στόχο την "ανεύρεση" (ή τη δημιουργία επί πληρωμή) ανύπαρκτων γλωσσικών και εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα και μάλιστα υπό την κάλυψη του υπουργείου Εξωτερικών;

Τέτοια οργάνωση είναι το περιβόητο ..., του πρώην υφυπουργού Χ. Ρ.; 4) Ελέγχονται και από ποιον οι χρηματοδοτήσεις, οι δαπάνες, η αμοιβή των μελών ή τρίτων ξένων ή ελληνικών, συνεργαζόμενων με ξένες οργανώσεις που ζουν στην Ελλάδα;". Εμείς να σας θυμίσουμε να προσέξετε την αναφορά στον κ. Ρ., έναν Έλληνα πολίτη που απολαμβάνει ιδιαίτερες τιμές και αξιώματα με την προσωπική φιλία του πρωθυπουργού, με την άσκηση εξουσίας, μέσα στο νομικό μας πλαίσιο.

Η Ελλάδα μπορεί να είναι υπερήφανη για την περίπτωσή του και εκείνος υπερήφανος για εκείνα που κερδίζει από το ελληνικό κράτος και δεν τα ονειρεύτηκαν καν ελληνικές οικογένειες που ξεκληρίστηκαν για την Ελλάδα. Για να μην λεγόμαστε όλοι ραγιάδες ... Ας μην κάνουμε δικογραφίες όταν πρόκειται να γελοιοποιήσουμε τη Δικαιοσύνη μας".

Εννέα περίπου μήνες μετά τη δημοσίευση του ανωτέρω άρθρου στην εφημερίδα "..." και μετά την έκδοση της απαλλακτικής για τον ενάγοντα απόφασης του δευτεροβαθμίου ποινικού δικαστηρίου, ο εναγόμενος κατέθεσε στις …-2001, ως βουλευτής, στο αρμόδιο τμήμα της Βουλής των Ελλήνων, τη δεύτερη ερώτησή του, την οποία απηύθυνε επίσης στον αρμόδιο καθ'ύλην Υπουργό Δικαιοσύνης, αναφορικά και πάλι µε την καθυστέρηση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης µε κατηγορούμενο τον ενάγοντα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και για την πρωτοφανή, κατά τη γνώμη του (εναγομένου), ταχεία εκδίκασή της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε αθωωτική απόφαση.

Και για την ερώτηση αυτή του εναγομένου, που είχε ενδιαφέρον για την κοινή γνώμη, δημοσιεύτηκαν, όπως προαναφέρθηκε, τα λοιπά επίδικα, ενυπόγραφα άρθρα κοινοβουλευτικών συντακτών¬-δημοσιογράφων εφημερίδων ημερήσιας και πανελλήνιας κυκλοφορίας. Συγκεκριμένα στην εφημερίδα "..." στις …-2001 δημοσιεύτηκε άρθρο υπό τον τίτλο "..." με το εξής περιεχόμενο: "Την αρχικώς πρωτοφανή καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης του Σ.

Μ. και την εν συνεχεία προφανή επίσπευση, με στόχο να προετοιμάσουν την απαλλαγή του στο Εφετείο, καταγγέλλει με ερώτησή του στη Βουλή ο βουλευτής ... .... Ε. Χ.. Σύμφωνα με τον κ. Χ. τον … του ... στο Πανελλήνιο Αντάμωμα των Βλάχων στη ... "ο κ. Μ. διένειμε φυλλάδια με περιεχόμενο υβριστικό εναντίον των Βλάχων, για τους οποίους ισχυριζόταν ότι αποτελούν "εθνική μειονότητα", ότι δηλαδή δεν είναι Έλληνες".

Ο κ. Χ. επισημαίνει πως: "Eνώ αρχικά υπήρξε μια μακρά και ανεξήγητη καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με σκοπό την αθώωση του Μ., ο προσδιορισμός της στο Εφετείο έγινε μέσα σε τρεις μήνες, σπάζοντας κάθε ρεκόρ χρόνου". Ο κ. Χ. ερωτά τον υπουργό Δικαιοσύνης να εξετάσει το ενδεχόμενο "μήπως υπήρξε έξωθεν επέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης, ώστε να επισπευσθεί κατά τόσο προκλητικό τρόπο η δίκη στο Εφετείο".

Την ίδια ημέρα (...-2001) δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "..." υπό τον τίτλο "…." που είχε ως εξής: "Εξηγήσεις από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ... ζητεί ο βουλευτής .... Ε.Χ. εξ αφορμής της προκλητικής δικαστικής διαδικασίας στην υπόθεση Μ.. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην ερώτησή του που κατέθεσε χθες στη Βουλή, τον … του ...

είχε καταγγείλει µηνύοντας τον Σ. Μ. επειδή διένειμε φυλλάδια µε περιεχόμενο υβριστικό εναντίον των Βλάχων, για τους οποίους ισχυριζόταν ότι αποτελούν "εθνική μειονότητα" ότι δηλαδή δεν είναι Έλληνες. Ο κ. Χ. τονίζει ότι αρχικά η δικογραφία εξαφανίστηκε για έξι χρόνια μέχρι τελικά να εκδοθεί η καταδικαστική απόφαση εναντίον του κ.

Μ., ενώ η εκδίκασή της στο Εφετείο προσδιορίστηκε μόλις σε δύο μήνες, όταν ανάλογες διαδικασίες απαιτούν τουλάχιστον 10 µε 20 μήνες και ο βουλευτής κάνει λόγο για προσπάθεια οργανωμένης δυσφήμησης εναντίον του µε προφανή στόχο να προετοιμάσουν την απαλλαγή του κατηγορουμένου στο Εφετείο και καλεί τον Υπουργό Δικαιοσύνης να εξηγήσει ενώπιον της Εθνικής Αντιπροσωπείας πού οφείλονται αυτές οι δικαστικές ενέργειες και εάν προτίθεται να διερευνήσει τυχόν έξωθεν επεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης µε στόχο την αθώωση του υβριστού των Βλάχων".

Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις …-2001, δημοσιεύτηκε και το τελευταίο επίδικο άρθρο, στην εφημερίδα "..." µε τον τίτλο "…" και το ακόλουθο περιεχόμενο: "Την αδικαιολόγητη καθυστέρηση και δη έξι χρόνων εκδίκασης μηνύσεως του βουλευτή ... κ. Ε. Χ. εναντίον του κ. Σ. Μ., ο οποίος διένειμε φυλλάδια τον … του ... στο Πανελλήνιο Αντάµωµα των Βλάχων στη ...

µε περιεχόμενο υβριστικό εναντίον των Βλάχων, για τους οποίους ισχυρίζεται ότι αποτελούν εθνική μειονότητα, ότι δηλαδή δεν είναι 'Ελληνες, επισημαίνεται με σχετική ερώτησή του που κατέθεσε στη Βουλή. Συγκεκριμένα ο κ. Ε. Χ. υπογραμμίζει ότι: "Ακολούθησε μια μακρά περίεργη και ανεξήγητη διελκυστίνδα παραπομπής της δικογραφίας που σχηματίστηκε από δικαστήριο σε δικαστήριο, η κατά διαστήματα "εξαφάνιση" της δικογραφίας, την οποία επί μεγάλα διαστήματα κανείς δεν γνώριζε που βρισκόταν, οι μακρές επί χρόνια καταθέσεις μαρτύρων, σωρεία αναβολών της δίκης, τις οποίες αναβολές με πολύ ευκολία έδινε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών".

Παράλληλα χρειάστηκαν, συνεχίζει ο κ. Χ., 6 χρόνια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση εναντίον του κ. Μ. ενώ συναφής ήταν και η οργανωμένη εκστρατεία δυσφήμησης, απειλών, ύβρεων και εκβιασμών που εκδηλώθηκε εντός και εκτός Ελλάδος, με προφανή στόχο να προετοιμάσουν την απαλλαγή του στο Εφετείο. Με βάση λοιπόν τα παραπάνω ο κ.

Χ. καλεί τον Υπουργό Δικαιοσύνης να απαντήσει μεταξύ των άλλων στα εξής: 1. Γιατί καθυστέρησε επί 6 χρόνια η εκδίκαση της εναντίον του κ. Μ. μηνύσεώς μου; 2. Πώς εξηγείται ο πρωτοφανής και κατ' απόλυτη προτεραιότητα προσδιορισμός της δίκης στο Εφετείο ουσιαστικά σε χρόνο 2 μηνών και μάλιστα με παρεμβολή των αργιών του Πάσχα 3.

Θα ερευνήσετε μήπως υπήρξε έξωθεν παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης ώστε να επισπευσθεί κατά τόσο προκλητικό τρόπο η δίκη στο Εφετείο και μήπως το γεγονός αυτό αποδεικνύει κάποια "προδιάθεση" υπέρ της αθώωσης του υβριστού των Βλάχων". Σε (αντί του ορθού: στα) προαναφερόμενα ένδικα δημοσιεύματα, περιλαμβάνονται ισχυρισμοί και χαρακτηρισμοί για το πρόσωπο του ενάγοντος πρόσφοροι να θίξουν την τιμή και την υπόληψή του.

Όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, με την ιδιότητα, τότε του βουλευτή, είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στη δημοσίευσή τους, διοχετεύοντας ο ίδιος τις δύο ερωτήσεις του στον τύπο ( στους συντάκτες, εκδότες ή διευθυντές των άνω εφημερίδων), όπως ιστορείται στην αγωγή. Ο ενάγων, έχοντας το σχετικό βάρος αποδείξεως του άνω ισχυρισμού του, τον οποίο αρνείται ο εναγόμενος, δεν ανταποκρίθηκε σ' αυτό, καθόσον από κανένα έγγραφο, μαρτυρική κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη του τελευταίου µε τα ένδικα δημοσιογραφικά άρθρα, μάλιστα ο μάρτυράς του που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επανειλημμένως κατέθεσε, ερωτηθείς σχετικά, ότι δεν γνωρίζει εάν ο εναγόμενος -βουλευτής εμπλέκεται µε οποιονδήποτε τρόπο στη δημοσίευση τους στις εφημερίδες.

Αντίθετα από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, σαφώς ανταποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, κατέθεσε µόνο τις δύο ερωτήσεις του που απευθύνονταν στον αρμόδιο, µε βάση το αντικείμενό τους, Υπουργό Δικαιοσύνης, µε την ιδιότητα και στα πλαίσια των καθηκόντων του ως βουλευτής, στο αρμόδιο τμήμα της Βουλής των Ελλήνων.

Από εκεί έλαβαν γνώση των ερωτήσεων αυτών του εναγοµένου οι δημοσιογράφοι-συντάκτες, τις περιέλαβαν στο περιεχόμενο των επιδίκων άρθρων που συνέταξαν και έδωσαν προς δημοσίευση στις άνω εφημερίδες τους, για την ενημέρωση του ενδιαφερόμενου αναγνωστικού κοινού. Έτσι ενεργούν όλοι οι δημοσιογράφοι που έχουν ως αντικείμενο της έρευνάς τους τις εργασίες, τις ερωτήσεις και επερωτήσεις των βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου, που έχουν ενδιαφέρον για την κοινή γνώμη, και δεν ενημερώνονται από τους ίδιους τους βουλευτές που τις κατέθεσαν, αλλά από το αρμόδιο τμήμα και το γραφείο τύπου της Βουλής, που υποχρεούται να προβεί στην ενημέρωσή τους, όταν επικαλούνται τη δημοσιογραφική τους ιδιότητα.

Για τα ανωτέρω κατέθεσε και μετά λόγου γνώσεως και ο μάρτυρας του εναγοµένου-συντάκτης του πρώτου επιδίκου άρθρου και η κατάθεσή του αυτή δεν αντικρούστηκε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, επειδή δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του εναγοµένου στη δημοσίευση των επιδίκων δημοσιευμάτων, αυτός δεν ευθύνεται έναντι του ενάγοντος για τη επικαλούμενη στην αγωγή προσβολή της προσωπικότητάς του µέσω των λόγω δημοσιευμάτων στον τύπο, αφού η συμπεριφορά του (ενάγοντος) ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς µε την ένδικη προσβολή δια του τύπου, όπως απαιτείται, κατά τα αναφερόμενα και στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.

Συνεπώς η αγωγή, µε την οποία ζητείται εύλογη αποζημίωση για το λόγο αυτό, είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο τα ίδια έκρινε και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έστω και µε εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται µε τις παρούσες (αρθ. 534 ΚΠοΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών µε τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση έφεσής του είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε, μετ' απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του, συνεπεία παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920 932 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε ορθώς τη μη κατάφαση συνδρομής της εκ των θεμελιωτικών της από τον αναιρεσείοντα επικαλουμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου προϋποθέσεως, της παρανόμου, δηλαδή, ενεργείας του τελευταίου, η οποία, κατά την ένδικη αγωγή, επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διοχέτευση προς δημοσίευση σε εφημερίδες των επίμαχων ερωτήσεών του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες, έτσι, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, πλήρως, το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα και ειδικότερα ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου στη δημοσίευση των επιδίκων δημοσιευμάτων.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, αντίστοιχα, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τούτων, τυγχάνουν αβάσιμοι. Εφ' όσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσιβλήτου θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, κατά τα προεκτεθέντα και όχι εκείνες περί αστικής ευθύνης περί τύπου του ν. 1178/1981, οι οποίες αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, δεν τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Και είναι αληθές ότι στην προσβαλλομένη αναφέρεται η φράση ότι "...με την ένδικη προσβολή δια του τύπου..". Πλην καθίσταται προφανές ότι η προσθήκη '' δια του τύπου'' ετέθη εκ παραδρομής και κατ' ουδέν επηρεάζει τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλομένης. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η εν λόγω διάταξη, ως δικονομικού δικαίου, δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο.

Εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφήρμοσε την προσήκουσα διαδικασία (του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτήν εφήρμοσε. Τέλος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως (αριθ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ), κατά τις λοιπές αιτιάσεις του ότι το Εφετείο:

α) δεχόμενο ότι οι εφημερίδες "...", "..." και "..." οι δύο πρώτες στις ...-2001 και η τρίτη στις ...-2001 αναφέρθηκαν με ανυπόγραφα άρθρα τους στην ερώτηση του αναιρεσιβλήτου προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπό τους τίτλους αντίστοιχα " ...", "…" και "…", διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, αφού ουδεμία αναφορά γίνεται πως έλαβαν γνώση του περιεχομένου της ως άνω ερώτησης, ποιος ήταν ο συντάκτης των επίμαχων δημοσιευμάτων, ποιος διοχέτευσε το κείμενο των δημοσιευμάτων στους συντάκτες τους, πως αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ο αντίδικος εκείνος που διοχέτευσε την ερώτηση στις εφημερίδες, ποια ήταν εκείνα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ο αντίδικος εκείνος που διοχέτευσε το υλικό για τη σύνταξή τους στις εφημερίδες "...", "...", "..." και "...", κρίνεται απαράδεκτος.

Και τούτο διότι, όλες οι ως άνω αιτιάσεις σχετίζονται με τις, αναιρετικά ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αναφορικά με ορισμένα, επί μέρους, πραγματικά περιστατικά, ανάγονται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων και αφορούν σε θέματα, που δεν συνιστούν, καθ` εαυτά, "ζητήματα" υπό την εκτεθείσα έννοια.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολ), ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-3-2018 αίτηση του Σ. Μ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2489/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) €.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ