Supreme Court dismisses appeal on death of defendant and failure to consider out-of-court admission.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider an out-of-court admission made by the deceased defendants, while the court held that the deceased had no standing to be a party after death. Furthermore, the court found the admission irrelevant because the lower court had already evaluated all submitted documents, including the one containing the admission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 35 of the Civil Code; Article 313(1)(d) and 286 et seq. of the Code of Civil Procedure: A natural person loses capacity upon death, rendering judgments issued in their absence void; an out-of-court admission is only relevant if the court explicitly failed to consider it, which is not the case when all documents are evaluated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 617 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 617/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Τσούπη Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. χήρας Ρ. Α., 2. Γ. Α. του Ρ., 3. Θ. Ζ. του Π., 4.Π. Ζ. του Θ., 5.Ρ. Ζ. του Θ., κατοίκων .... Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ευθύμιος Γαβριηλίδης δήλωσε ότι η 1η αναιρεσίβλητη απεβίωσε την 10-4-2017 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι 2ος 4ος 5η κληρονόμοι αυτής. Άπαντες οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευθύμιο Γαβριηλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. 594/163/2-6-2009 και 2411/257/5-10-2010 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1218/2015 οριστική, ερήμην της εκκαλούσας, του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε την από 14-9-2015 ανακοπή ερημοδικίας, κατά της τελευταίας απόφασης.
Εκδόθηκε 1281/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 62 Κ.Πολ.Δ., ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατο του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι εκείνο που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα), σε συνδυασμό με τις παραπάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν μεν ο θάνατος του επήλθε μέχρι το πέρας της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, τότε, αν τηρηθούν και οι λοιπές νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια κάθε διαδικαστική πράξη, εκτός από την τυχόν εκδιδόμενη απόφαση, που επιχειρήθηκε μετά την διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της να είναι άκυρη.
Αν δε ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζητήσεως εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ασκούμενα κατά της εν λόγω αποφάσεως ένδικα μέσα, επομένως και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, ενώ αν απευθύνονται κατά του αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση προτού ασκηθεί η αναίρεσή του, με οποιοδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση, συνεπώς που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο η εμφανίζονται ατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
ΑΠ 27/1987, ΑΠ 147/2002). Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση από 6-7-2017 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε στις 6-7-2017, απευθύνεται, εκτός των λοιπών αναιρεσιβλήτων, και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Ρ. Α., το γένος Χ. Π., ως αντιδίκου και αυτής κατά τη δίκη μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1281/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά τη συζήτηση όμως αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίστηκαν και παραστάθηκαν ο υιός της Γ. Α. του Ρ. και τα εγγόνια της Π. Ζ. του Θ. και Ρ. Ζ. του Θ., τέκνα της προαποβιωσάσης θυγατέρας της Μ. Α. συζ. Θ. Ζ., οι οποίοι και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη στη θέση της πιο πάνω αναιρεσίβλητης, ως κληρονόμοι της εξ αδιαθέτου, που πέθανε στις 10-4-2017, δηλαδή, μετά το πέρας της συζητήσεως στο Εφετείο (20-1-2017) και πριν από την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, (22-5-2017) και προσκομίζουν τα αναγκαία για τη νομιμοποίησή τους έγγραφα (ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικά μη δημοσίευσης διαθήκης εγγυτέρων συγγενών, μη αποποίησης της κληρονομιάς).
Από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει μάλιστα και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των ήδη παρισταμένων ως κληρονόμων της πιο πάνω αποβιώσασας πρώτης αναιρεσίβλητης για γνωστοποίηση στην αναιρεσείουσα του θανάτου αυτής κατά το πριν από την άσκηση της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου πριν από την άσκηση της αναιρέσεως.
Επομένως είναι έγκυρη και ισχυρή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, παρόλο που απευθύνεται κατά προσώπου αποβιώσαντος και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανιζόμενους ως άνω και υπερασπίζοντες στην ουσία την υπόθεση κληρονόμους της, την ιδιότητα των οποίων όχι μόνο δεν αμφισβητεί, αλλά και ρητώς συνομολογεί η αναιρεσείουσα. (ΑΠ 147/2002, ΑΠ 204/2018).
2. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ως άνω ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί (πολύ περισσότερο μετά την κατάργηση του άρθρου 506 του ΚΠολΔ, με το άρθρο 3 παρ. 15 του νόμου 2207/1994) να γίνει λόγος, για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης έστω κι αν στο στάδιο αυτό επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.
Συνεπώς η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή, και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι, κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση.
Η ανάγκη της επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αίτησης αναίρεσης.
Επιπλέον, με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ' αυτής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 του ΚΠολΔ "εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής", διότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην περίπτωση που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ' αυτής εκπροθέσμως ανακοπή. (Ολ Α.Π. 11/1998).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, προσβλητή με αναίρεση είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, ως προς τα κεφάλαια που μεταβιβάσθηκαν παραδεκτώς στο εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ. Α.Π. 16/1990). Στην προκείμενη περίπτωση η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 119/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθ. 1218/2005 ερήμην αυτής εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρ. 574 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 9 παρ. 8 ν. 2145/1994).
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε εμπροθέσμως (πριν από κάθε επίδοση) αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1281/2017 απόφαση του ίδιου Εφετείου, η οποία, όπως συνομολογείται, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 6-6-2017. Κατά της τελευταίας καθώς και κατά της ως άνω ερήμην απόφασης, η αναιρεσείουσα άσκησε στις 6-7-2017 την κρινόμενη αίτηση.
Αυτή είναι εμπρόθεσμη τόσο ως προς την απορριπτική της ανακοπής υπ' αριθ. 1281/ 2017 απόφαση, όσο και ως προς την ερήμην υπ' αριθ. 1218/2015 απόφαση. Διότι, όσο η δίκη επί της ανακοπής ήταν εκκρεμής δεν ήταν επιτρεπτή αναίρεση κατά της ερήμην απόφασης και, επομένως, η κατά το στάδιο αυτό επίδοσή της προς την αναιρεσείουσα, στην οποία οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στις 6-7-2015, δεν κίνησε την προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία (προθεσμία) κινείται μόνο με την επίδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης.
Από κανένα από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα των διαδίκων δεν προκύπτει επίδοση της 1218/2015 απόφασης ενώ η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αναίρεσή της ισχυρίζεται ότι η 1281/2017 απόφαση της επιδόθηκε την 6-6-2017, γεγονός που δεν αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητοι. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, παραδεκτά και εμπρόθεσμα με κατάθεσή της στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την 6 Ιουλίου 2017, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών, του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ, από την 6-6-2017, μη αμφισβητούμενη, ημερομηνία επίδοσης της 1281/2017 απόφασης του ίδιου Εφετείου.
Εντός της ίδιας προθεσμίας, που αρχίζει από την επίδοση της 1281/2017 απόφασης, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, ασκήθηκε η κρινόμενη αναίρεση και κατά της συμπροσβαλλόμενης 1218/2015 απόφασης του ίδιου Εφετείου, απορριπτομένου ως αβασίμου σχετικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων (παραδεκτώς υποβληθέντος δια των εμπροθέσμως, προ εικοσαημέρου από τη συζήτηση (αρ. 570§1 ΚΠολΔ.
ΑΠ 199/2011 ΑΠ 1573/2010), κατατεθεισών προτάσεών τους (βλ. από 17-10-2017 βεβαίωση γραμματείας), περί εκπρόθεσμης άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 1218/2015 απόφασης του ίδιου Εφετείου, λόγω παρέλευσης διετίας από τη δημοσίευσή της, την 17-6-2015, κατ' άρθρο 564 παρ.2 ΚΠολΔ, γιατί η προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής της απόφασης αρχίζει από την 6-6-2017, χρόνο επίδοσης της 1281/2017 απόφασης του ίδιου Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας, και σε κάθε περίπτωση, επειδή μετά τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως από τρία σε δύο έτη βάσει του Ν. 4335/2015 επί εκδοθεισών αλλά μη επιδοθεισών, όπως εν προκειμένω, αποφάσεων μέχρι 01.01.2016, η καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση είναι τριετής αρχόμενη από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' αναλογική εφαρμογή της διαχρονικού δικαίου αρχής του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ (Ολ Α.Π. 10/2018).
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 554, 556, 558, 564, παρ.1, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
3. Το άρθρο 124 του ΚΠολΔ ορίζει στην παρ.1, ότι η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει, στη δε παρ. 2 ότι αν το πρόσωπο έχει στον τόπο που πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του.
Κατά δε το άρθρο 129 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν βρίσκεται στο κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο, που προβλέπει το άρθρο 124 παρ. 2, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δε συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης.
Γραφείο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 124 παρ. 2 και 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι ο χώρος στον οποίο εκείνος που αφορά η επίδοση ασκεί το επάγγελμά του ή προσφέρει πράγματι, κατά το χρόνο της επιδόσεως, τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης (Ολ ΑΠ 3/2001). Η περιεχόμενη δε στην έκθεση επιδόσεως διαβεβαίωση, του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή, ότι λόγω απουσίας του παραλήπτη της επίδοσης από το κατάστημα κλπ, παρέδωσε το έγγραφο σε συνεργάτη του, κατά το μέρος που αφορά στην ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου ως συνεργάτη του, αποτελεί, κατά το άρθρο 440 του ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη, αφού το πιο πάνω γεγονός είναι από εκείνα των οποίων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης και ενεργήσας την επίδοση, δικαστικός επιμελητής, είναι όμως επιτρεπτή η ανταπόδειξη, από μέρους εκείνου που αμφισβητεί την ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου, ως υπαλλήλου του καταστήματος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά της απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, περιέχει κανόνα δικονομικού δικαίου, με εξαίρεση την περίπτωση της ανώτερης βίας (ΑΠ 302/2007), αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, οι οποίες ρυθμίζουν και την άσκηση και διασφάλιση του κατοχυρωμένου από το άρθρο 20 του Συντάγματος ουσιαστικού δικαιώματος της ακρόασης του διαδίκου.
Εξάλλου, οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων (ΑΠ 868/2018). Άρα δεν ιδρύονται οι ίδιες αυτές πλημμέλειες επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Τέτοιας φύσεως είναι και οι κανόνες εκείνοι που ρυθμίζουν τον τρόπο επιδόσεως και τις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων, (ΑΠ 608/2008) καθώς και των άρθρων 126, 128, 129 ΚΠολΔ (ΑΠ 841/2005). Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση (1281/2017) παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 129 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έκρινε ότι ήταν νόμιμη η επίδοση, προς την εκκαλούσα-αναιρεσείουσα, επικυρωμένου αντιγράφου της από 11-12-2014 έφεσής της κατά της 119/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με επιμέλεια των εφεσίβλητων, απευθυνόμενης ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την 4159/2014 πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί η εκκαλούσα -ανακόπτουσα-αναιρεσείουσα στην ορισθείσα δικάσιμο της 8-5-2015 στο γραφείο της και επειδή δεν βρήκε την ίδια στο γραφείο της, αλλά τον Χ.
Π. (συνεργάτη της), ο οποίος δήλωσε ότι είναι σύζυγος της και εργάζεται σε αυτό παρέλαβε, χωρίς αντίρρηση, το προαναφερόμενο έγγραφο, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 124, 126, 128 και 129 ΚΠολΔ, οι οποίες, όπως εκτιμάται, φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, είναι δικονομικές, με αποτέλεσμα, να μην ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, καθόσον με τους λόγους αυτούς ελέγχονται μόνον οι παραβάσεις ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.
4. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Α.Π. 862/2011, 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 1735/2008).
Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (Α.Π. 371/08, 370/2014). Ο αναιρετικός έλεγχος της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 501 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο, παρότι συντρέχουν οι περιπτώσεις που η διάταξη αυτή προβλέπει, δεν ακυρώνει την ερημοδικία του διαδίκου που άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, επιτυγχάνεται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ.
λόγο της, παρά το νόμο, μη κήρυξης ακυρότητας (ΑΠ 237/2006). Ωστόσο, εάν ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια αυτή, έστω και αν εσφαλμένα επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αυτή εμπίπτει στον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος, υπάγοντας αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, ερευνά την επικαλούμενη πλημμέλεια ως λόγο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, εφόσον στο αναιρετήριο εκτίθενται με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού.
Η αναιρεσείουσα - ανακόπτουσα, με τον δεύτερο επικουρικό λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη (1281/2017) απόφαση, υπέπεσε στις πλημμέλειες εκ του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο απέρριψε ως αβάσιμη ανακοπή ερημοδικίας της κατά της 1218/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ερήμην της και απέρριψε ως ανυποστήρικτη έφεσή της κατά της 119/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας και να κριθεί ότι το Εφετείο (με την συμπροσβαλλόμενη 1218/2015 απόφαση) έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεώς της, λόγω μη νόμιμης κλητεύσεώς της, διότι η προς αυτήν επίδοση του δικογράφου της έφεσης έγινε στον φερόμενο ως συνεργάτη της στο γραφείο της Χ.
Π., πρώην σύζυγο της, με τον οποίο δεν είχε καμία συνεργασία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 1281/2017 προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε ότι κατά την δικάσιμο της 8-5-2015, κατά την οποία είχε προσδιορισθεί η εκδίκαση της από 11-12-2014 εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 119/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η ανακόπτουσα δεν εμφανίσθηκε, παρά το ότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη τη σχετική έφεση της αναιρεσείουσας .Ειδικότερα, το Εφετείο με την ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1281/2017απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Στις 5 Φεβρουαρίου 2015 και ώρα 11.00 πμ ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Α.
Γ., ενεργώντας κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των εφεσιβλήτων και ήδη καθών η ανακοπή, μετέβη στο λογιστικό γραφείο της εκκαλούσας και ήδη ανακόπτουσας, που βρίσκεται στην ... προκειμένου να επιδώσει, επικυρωμένο αντίγραφο της από 11-12-2014 έφεσης, απευθυνόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την υπ' αριθ.
….59/2014 πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για να παραστεί η εκκαλούσα στην ορισθείσα δικάσιμο της 8-5-2015, προκειμένου να συζητηθεί η έφεση που είχε ασκήσει. Αφού αναζήτησε ο δικαστικός επιμελητής, όπως είχε υποχρέωση την ανακόπτουσα, δεν βρήκε την ίδια στο γραφείο της, αλλά τον Χ. Π., ο οποίος δήλωσε ότι είναι σύζυγος της και εργάζεται σε αυτό και παρέλαβε χωρίς αντίρρηση το προαναφερόμενο έγγραφο, υπογράφοντας κάτω από την υπ' αριθμ.
….78/5-2-2015 έκθεση επίδοσης, η οποία δεν προσβλήθηκε ως πλαστή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ανακόπτουσα και ο παραλαβών το επιδοθέν δικόγραφο Χ. Π. είχαν τελέσει γάμο, ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα στις 18-3-2014. Ο Χ. Π. ήταν λογιστής και διατηρούσε δικό του λογιστικό γραφείο στο δεύτερο όροφο της διώροφης οικοδομής, στον πρώτο όροφο του οποίου βρισκόταν το λογιστικό γραφείο της ανακόπτουσας.
Μολονότι ήταν διαζευγμένοι, συνεργάζονταν επαγγελματικά, παρέχοντας στους πελάτες υπηρεσίες οικονομικής και φοροτεχνικής φύσης. Από παλαιά (έτος 2003) είχαν συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", με κυρίως αντικείμενο την κατασκευή και διαχείριση ακινήτων. Συμμετείχαν στην εταιρία ως ομόρρυθμα μέλη, η οποία εδρεύει στο Δήμο ...
και είναι καταχωρημένη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) με αριθμ. ...7000. Η παραπάνω εταιρία δεν έχει λυθεί, ούτε τέθηκε σε καθεστώς εκκαθαρίσεως και δεν έχει γίνει από 21-1-2003 μέχρι σήμερα καμμία μεταβολή σε αυτήν (βλ. υπ' αριθμ. ….9/2016 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής). Επίσης αποδείχθηκε ότι το τηλέφωνο εργασίας και το ΦΑΧ της ανακόπτουσας και του Χ.
Π. είναι τα ίδια (23...16-23...70). Από την ένορκη βεβαίωση που έδωσε ο μάρτυρας Α. Δ., ο οποίος ήταν πελάτης του λογιστικού γραφείου της ανακόπτουσας και είχε προσωπική αντίληψη για την επαγγελματική της σχέση με τον πρώην σύζυγό της, κατέθεσε ότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ήταν διαζευγμένοι, είχαν κοινά επαγγελματικά συμφέροντα, τα λογιστικά τους γραφεία βρίσκονταν στο ίδιο κτίριο, με κοινή ρεσεψιόν και πολλές φορές που απευθύνθηκε τηλεφωνικά για υπόθεσή του στο λογιστικό γραφείο, καλώντας τον προαναφερόμενο κοινό τηλεφωνικό αριθμό, το ηχογραφημένο μήνυμα δεν παρέπεμψε σε άλλο γραφείο με διαφορετικό τηλέφωνο.
Τα ίδια κατέθεσε και η μάρτυρας Σ. Τ. αναφορικά με την επαγγελματική συνεργασία της ανακόπτουσας με τον πρώην σύζυγο της. Η κατάθεση της μάρτυρα Η. Χ. που περιέχεται στην υπ' αριθμό ….63/19.1.2017 ένορκη βεβαίωση αναφορικά με το γεγονός ότι δεν υπήρχε επαγγελματική συνεργασία μεταξύ των προαναφερομένων και ότι ήταν τεταμένες οι σχέσεις τους δεν κρίνεται πειστική, καθόσον έρχεται σε αντίθεση με όσα προαποδείχθηκαν.
Η ως άνω μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι η επίδοση έγινε στο λογιστικό γραφείο του Χ. Π. και όχι στο γραφείο της ανακόπτουσας, γεγονός το οποίο ούτε η ίδια επικαλείται στην κρινόμενη ανακοπή της. Εξάλλου, στην υποθετική περίπτωση που οι σχέσεις των πρώην συζύγων ήταν τεταμένες, δεν δικαιολογείται, κατά την κοινή πείρα και λογική, ο Χ.
Π., ένα έτος περίπου μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, να βρίσκεται στο λογιστικό γραφείο της ανακόπτουσας, όπου παρέλαβε το επιδοθέν δικόγραφο. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά πιθανολογήθηκε ότι η επίδοση έγινε νομότυπα με παράδοση του εγγράφου από τον δικαστικό επιμελητή στον κ.Χ.
Π., ο οποίος διατηρούσε επαγγελματική συνεργασία με την ανακόπτουσα και είχε μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται στον άρθρο 129 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση αυτή του συνεργάτη.
Συνεπώς η επίδοση είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος της ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι πάσχει από κάποιο ελάττωμα και είναι άκυρη η κλήτευση και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε επί της ανακοπής προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην αναφερόμενη κρίση του, μετά από εκτίμηση, κατά πιθανολόγηση (άρθ. 509 Κ.Πολ.Δ.) όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση ότι ο ως άνω παραλαβών την κλήση προς εμφάνιση ήταν συνεργάτης στο γραφείο της ανακόπτουσας που έγινε η επίδοση (πράγμα που δήλωσε και ο ίδιος στο δικαστικό επιμελητή που την ενήργησε). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ότι, δηλαδή, η ανακόπτουσα κλητεύθηκε νόμιμα (και εμπρόθεσμα), και στη συνέχεια απέρριψε την ανακοπή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερόμενη έκθεση επιδόσεως, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Γι' αυτό, ο δεύτερος επικουρικός, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύοντας όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, όταν υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 683/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Ολ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως, η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 683/2010) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και, επομένως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010, 1093/2011, 1665/2014).
Με τον υπό στοιχεία Β.1 λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. αιτίαση, ότι το Εφετείο με την ενσωματωθείσα στην 1218/2015 απόφασή του (προσβαλλόμενη), 119/2014 απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπό την ειδικότερη μορφή ότι διαπίστωσε κενά ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων που περιέχονταν στο υπ' αριθμ. 2511/1935 συμβόλαιο διανομής, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και ακολούθως κατέληξε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή στην κρίση περί κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, στηριζομένη αποκλειστικά στο παραπάνω συμβόλαιο.
Ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι το δικαστήριο α) είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του, β) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, γ) είτε επικαλείται ότι το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010), αλλά και γιατί, σε κάθε περίπτωση, πράγματι, υπό την αιτίαση αυτή, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
6. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 2133/2007, ΑΠ 2104/2007, ΑΠ 2100, 2101/2007, ΑΠ 1850/2007).
Με τον υπό στοιχεία Β.1.2 λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη (δεύτερη) απόφαση γιατί δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως γιατί έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς να αναφέρει όμως τα αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο του λόγου και ειδικότερα, τις πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ποιες αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, ποιος κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκες συνεπώς ελλείψει των προαναφερόμενων ως άνω στοιχείων, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
7 Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 860/11, ΑΠ 11/2004), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή.
Δεν θεμελιώνεται, όμως ο σχετικός λόγος αναίρεσης όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία. (ΑΠ 867/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον Β.1.3 λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια (όχι δε και από τον αριθμό 8β' του ίδιου άρθρου όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) και, συγκεκριμένα, ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία ενσωματώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα εξώδικη ομολογία των απωτέρων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων Γ.
Α. και Ρ. Α., που προκύπτει από τη με αριθμό ...25/1968 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς της συμβολαιογράφου Α. Σ., την οποία προσκόμισε νόμιμα με επίκληση η αναιρεσείουσα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν, και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπετε καμμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, από το οποίο συνάγεται, κατά το σχετικό λόγο αναιρέσεως, η πιο πάνω εξώδικη ομολογία.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ως άνω από 6-7-2017 (αρ. κατ.141/2017) αίτηση για την αναίρεση των υπ' αρ. 1281/2017 και 1218/2015 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ